Βαγγέλης Ιντζίδης «Ζακ. Η αυτοβιογραφία των ζωντανών» (εκδόσεις Νήσος, 2018)



«Ήταν 16 του Ιούλη 1963. Ο κύριος Αντόρνο εισήλθε στην αίθουσα. Διάλεξη δέκατη τέταρτη. Μιλούσε. Εγώ ήμουν στην αυλή. Δύο χρονών. Έψαχνα μια ρίζα. Αν η αυτοσυντήρηση, έλεγε εκείνος, είναι ο σκοπός1…».
Πώς συνδέεται η αναζήτηση μιας ρίζας από ένα δίχρονο παιδί με τον πρωταρχικό στόχο της αυτοσυντήρησης; Πώς η τραυματική απουσία της μάνας και η αδυναμία ενηλικίωσης απαλύνεται ή ακόμα και αίρεται μέσω της αγάπης ενός σκύλου; Και πώς, ακόμα περισσότερο, η αναγωγή του σκύλου αυτού, ενός μη ανθρώπινου πλάσματος, σε έναν από τους δύο αφηγητές και εν τέλει σε υποκείμενο, είναι αναγκαία για την πραγμάτωση του σκοπού της αυτοσυντήρησης από την πλευρά του άλλου, του ανθρώπου-αφηγητή;

 

Τα ερωτήματα αυτά είναι κεντρικά στο βιβλίο του Βαγγέλη Ιντζίδη «Ζακ - Η αυτοβιογραφία των ζωντανών». Ερωτήματα που δεν γυρεύουν –και δεν επιδέχονται– τελεσίδικες απαντήσεις, παρά αντανακλούν την πορεία από το «είμαι» στο «γίνομαι»· «ένας πόλεμος ανάμεσα σε ασυμβίβαστες εξηγήσεις που δημιουργούν εκνευρισμό στο σπίτι, την τελική κρίση, δίχως αναβολή». Πορεία προσωπική για τον ανθρώπινο αφηγητή-πρωταγωνιστή, αλλά και κάθε υποκειμένου προς την αυτοπραγμάτωσή του.
Έργο πρωτότυπο στη σύνθεσή του, μη εντασσόμενο αμιγώς σε ένα κειμενικό είδος, με στοιχεία αυτοβιογραφικής νουβέλας, δοκιμίου αλλά και τη δυνατότητα να αναγνωστεί ως μακροσκελές ποίημα, ο Ζακ βυθίζοντας τον συγγραφέα στο ασυνείδητό του μας εξαναγκάζει να πράξουμε το ίδιο ως αναγνώστες. Η εναλλαγή της αφήγησης, από πρωτοπρόσωπη σε τριτοπρόσωπη και από τον άνθρωπο στο σκύλο, επιτελεί αφενός τη λειτουργία της αποστασιοποίησης –καθιστώντας την (έστω συνειδητή) ταύτιση αδύνατη– αφετέρου συνιστά επιστροφή στον κόσμο του μύθου. Με άλλα λόγια, ενώ ο αναγνώστης δεν περιμένει ότι μπορεί να ταυτιστεί με τον αφηγητή-σκύλο, εντούτοις κάτι τέτοιο προβάλλει ως δυνατότητα. Η απόδοση της κατεξοχήν ανθρώπινης ικανότητας για γλώσσα σε ένα ζώο τοποθετείται εκτός της ορθολογικής πραγματικότητας, εντάσσοντας εν μέρει το έργο στη σφαίρα του παραμυθιού: «Γράφω για να ξαναμπώ σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει γραφή. Εκεί όπου γίνεται περιττή η ανάγκη και τα περιγράμματα χάνονται. Γαλήνη απεξαρτημένη από κτήτορες, ιδιοκτησίες μιας παλιάς συνήθειας. […] Γράφω για εκεί όπου ο άνθρωπος δεν ξέρει να διαβάζει ή να μιλά και αγνοείται το δεν υπάρχει και το υπάρχει. Για αυτή την ενότητα δίχως αγωνία διάκρισης. Για αυτό το τίποτα, μια ησυχία ζεστή και στεγνή, όταν όλα γύρω παγώνουν, βρέχονται, λιάζονται ανάμεσα στις εποχές.» Ο Ζακ είναι σε θέση όχι μόνο να μιλάει, αλλά και να αναγνωρίζει την προσωπική ιστορία του ήρωα. Ακόμα περισσότερο, είναι σε θέση να εκθέτει, εν είδει ψυχαναλυτή, ευθέως τα θραύσματά της: την οδύνη του αποχωρισμού της μητρικής αγκαλιάς, το ανοιχτό τραύμα της αγάπης, τη μαγεία και τη σκληρότητα του έρωτα.
Συγχρόνως, ο Ζακ αποτελεί απόπειρα διάρρηξης των κυρίαρχων διακρίσεων της νεωτερικότητας: υποκειμένου-αντικειμένου και πολιτισμού-φύσης. Οι διχοτομήσεις αυτές, που αφενός παρουσιάζονται ως αιώνιες και αμετάβλητες αφετέρου σχηματίζουν δίπολα, ήταν αναγκαίες για τη συγκρότηση του πολιτισμού, αλλά και του ανθρώπινου εαυτού, όπως υποστήριξαν οι Αντόρνο (Theodor Adorno) και Χορκχάιμερ (Max Horkheimer) στο εμβληματικό έργο τους «Η Διαλεκτική του διαφωτισμού» (1947). Η πραγμάτωση της αυτοσυντήρησης προϋποθέτει την κυριαρχία. Στον Ζακ –που εύστοχα φέρει τον υπότιτλο «Η αυτοβιογραφία των ζωντανών» – , η επιλογή της τοποθέτησης ενός ζώου σε ρόλο αφηγητή, το οποίο έτσι καθίσταται οιονεί υποκείμενο, αντιστρέφει μερικώς το σχήμα της κυριαρχίας επί της φύσης. Ακόμα περισσότερο, η υποκειμενικότητα του Ζακ καθίσταται αναγκαία προϋπόθεση για τη συγκρότηση της υποκειμενικότητας και του ανθρώπινου αφηγητή, η οποία πραγματώνεται μέσω της αγάπης.
«Αυτό που λέμε ομορφιά, δημιουργία, έκφραση είναι η εικόνα μιας βαρβαρότητας που της αναγνωρίσαμε όρια». Με αυτά τα λόγια μοιάζει o αφηγητής ως να επενδύει τη σιωπή ενός μπενγιαμινικού Αγγέλου της Προόδου, που συγκροτείται από τα συντρίμμια της. Δημιουργεί έτσι μια αναλογία που αποτελεί και το νήμα πλοήγησης στα δεκαεφτά κεφάλαια του βιβλίου. Όπως η Πρόοδος συγκροτείται από τα συντρίμμια της, ο Εαυτός συγκροτείται από τα θραύσματα/τραύματά του. Αν η αρχή της αυτοσυντήρησης υπαγόρευε την αναγκαιότητα μιας αδιάρρηκτης ενότητας, στην πραγματικότητα μια τέτοια ενότητα στη συγκρότηση του εαυτού, δεν μπορεί να υπάρξει δίχως την απώλεια (στο βιβλίο η απώλεια του πατέρα, της γιαγιάς, της ερωμένης), να ανασάνει πέρα και έξω από την ευαλωτότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν –η επιρροή του οποίου είναι παρούσα και στο πρώτο βιβλίο του Ιντζίδη (Χαιρετισμούς από την Ελλάδα, Γαβριηλίδης, 2001) – επανέρχεται και μέσα από το γυμνό παράδεισο της παρηγοριάς και της αναβολής που στήνουν για μας ο αφηγητής-άνθρωπος και ο αφηγητής-σκύλος: «ο μόνος τρόπος να γνωρίσουμε κάποιον πραγματικά είναι να τον αγαπήσουμε απελπισμένα», σημείωνε στον Μονόδρομο (1928) ο γερμανός διανοητής. Αυτό ακριβώς μας ωθεί να πράξουμε και ο Ζακ, να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε και να αγαπήσουμε χωρίς ελπίδα και με τη γνώση της ενδεχόμενης απώλειας, καθώς αυτό, εν τέλει, συνιστά την ισχυρότερη απόδειξη της ανθρωπινότητάς μας.

Αθηνά Μιχαλακέα
νομικός, απόφοιτη του ΠΜΣ «Πολιτική
Επιστήμη & Κοινωνιολογία» του ΕΚΠΑ

Σημείωση
1. Από το βιογραφικό σημείωμα στο τέλος του βιβλίου.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet