Σαμουήλ Μιζάν «Ήταν πιο πολύ το ξύπνημα του ανθρώπου», εκδόσεις «Διεθνές Βήμα»



Ακόμη ένα βιβλίο για την Αντίσταση; Όχι ακριβώς. Εχουν γραφεί τόσα, που ίσως δεν είχε ιδιαίτερη σημασία να μιλήσουμε για ένα ακόμη μετά από τόσα χρόνια. Το βιβλίο αυτό, όμως, με τη μαρτυρία του Σαμουήλ Μιζάν, εβραίου από τη Λάρισα, έχει γραφεί σχετικά πρόσφατα, όταν ο ελασίτης του 1941 ήταν πια 70 ετών. Δεν είναι, δηλαδή, μια μαρτυρία εν θερμώ, αλλά μια άσκηση αναγέννησης στη μνήμη του, όπως εξηγεί ο ίδιος, μια προσπάθεια να ξαναζήσει μια εποχή της ζωής του και των συνανθρώπων του που τους σημάδεψε. Χωρίς την αγωνία τής δημοσίευσης.
Αυτό το κείμενο, ωστόσο, αν και γραμμένο από εσωτερική ανάγκη, δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας συνομιλίας του συγγραφέα με τον εαυτό του, παρόλο που σε αρκετά σημεία «φιλοσοφεί» με αφορμή τις ανατροπές που έφερε η Αντίσταση στη ζωή των ανθρώπων και τις καθιζήσεις που προκάλεσε η ήττα της μεταπολεμικά.

Μια άλλη ζωή

Δεν είναι, όμως, αυτό το αποκλειστικό χαρακτηριστικό της μαρτυρίας του Σαμουήλ Μιζάν. Με μια ρέουσα γραφή μάς δίνει χρήσιμα και αχρωμάτιστα από σκοπιμότητα ή υστεροβουλία στοιχεία για πολλές πλευρές της ζωής και της δράσης των απλών ανθρώπων που εντάχθηκαν στην Αντίσταση και δημιούργησαν την εποποιία της. Χωρίς μεγάλες κουβέντες, χωρίς μελοδραματισμούς, μας δίνει τη φυσική τροπή της πορείας ενός έφηβου μαθητή σε μια σχετικά μικρή επαρχιακή πόλη, από τη σχεδόν αδιάφορη καθημερινότητα στο προστατευτικό βουνό και από εκεί στον ΕΛΑΣ και την ένοπλη αντίσταση. Στο ορεινό χωριό τού Πηλίου, όπου βρέθηκε με την οικογένειά του για να σωθεί από τους διώκτες ναζί, και κατέληξε να αγωνίζεται για την απελευθέρωση των άλλων.
Περιγράφει με συγκινητική απλότητα τόσο τις αντιστασιακές αποστολές, όσο και τις ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη και τις αισθηματικές, συνδέοντας τα φαινομενικά ανόμοια πράγματα σε ένα σύνολο που αλλάζει καθολικά τη ζωή των ανθρώπων: «Το αντάρτικο πήγε μπροστά τη ζωή μας», γράφει. Κι αυτό δεν είναι ένα εκ των προτέρων βγαλμένο συμπέρασμα, προκύπτει από τις «αποδείξεις» που προσκομίζει, οι οποίες περιγράφουν χωρίς διδακτισμό ή πολιτική υστεροβουλία τις νέες σχέσεις που διαμόρφωνε ανάμεσα σε άγνωστους ως τότε μεταξύ τους και ανόμοιους ανθρώπους, την αλληλεγγύη που ενέπνεε, η οποία δεν είναι τόσο αυτονόητη σε σκληρές εποχές όπως μια κατοχή, όταν δεν τις συνοδεύει η θέληση της αντίστασης. «Ο απελευθερωτικός αγώνας διαμόρφωνε χαρακτήρες», παρατηρεί.
Μ’ αυτό τον τρόπο, η απολογιστική αποτίμηση στην οποία προχωράει αβίαστα προς το τέλος - «τα νιάτα μας δεν πήγαν χαμένα» - δεν φαίνεται σαν αποτέλεσμα μιας υπαρκτής απογοήτευσης για την εποχή της απελευθέρωσης, την ήττα της Αντίστασης και τον εμφύλιο στη συνέχεια ή της μετεμφυλιακής εποχής. Είναι πιο πολύ μια αντικειμενική εκτίμηση των θετικών ανατροπών που έφερε μια εμπειρία επίσης ανατρεπτική, οι οποίες δεν σβήνουν, περνούν, ακόμα κι αν δεν έχουν καταγραφεί σε τετράδια ή στο συνειδητό, στην ίδια τη ζωή και τη συμπεριφορά των ανθρώπων που την έζησαν. «Είναι μια άλλη ζωή», συμπεραίνει, «η ζωή που δεν πεθαίνει».

Ανεξίτηλα σημάδια

Η μαρτυρία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, ιδίως γιατί προέρχεται από έναν άνθρωπο που στη συνέχεια της ζωής του, φαινομενικά τουλάχιστον, από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της, δεν ήταν συνέχεια αυτού του «αντάρτικου». Όπως, όμως, συμβαίνει σε πολλές άλλες περιπτώσεις, εκείνη η Αντίσταση είχε, σχεδόν αναπόφευκτα, χαράξει όσους αντιστάθηκαν με ανεξίτηλα σημάδια. Ηταν «η ζωή που δεν πεθαίνει», ακόμα κι όταν μοιάζει να έχει νεκρωθεί.
Προσωπικά, η ανάγνωση της μαρτυρίας αυτής, παρότι δεν είχα γνωρίσει τον ίδιο τον γείτονα Σαμουήλ Μιζάν αλλά μόνο τον πατέρα του Λάζαρο, αφού εκείνος είχε καταφύγει στο χάος της Αθήνας, μου ανακάλεσε μια ακόμα συγκίνηση: του μικρού παιδιού και κατόπιν του έφηβου μιας επαρχιακής πόλης του ’50, που βλέπει χωρίς να συνειδητοποιεί, πώς αυτή «η ζωή που δεν πεθαίνει» χαράζει την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων της μετεμφυλιακής Ελλάδας και με στοιχεία δανεισμένα από τα σημάδια που είχε αφήσει η Αντίσταση με την αλληλεγγύη της. Όχι πια για να προστατέψουν τους εβραίους από το ναζιστικό διωγμό, αλλά για να μπορέσουν να συμβιώσουν με τους απόβλητους της κυρίαρχης εθνικοφροσύνης, που, όμως, ήταν γείτονες, φίλοι, συνάδελφοι, ακόμα και στενοί συγγενείς.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet