Ζητούμενο οι εργαζόμενοι να ξαναπιστέψουν στα συνδικάτα

dav

Τη συνέντευξη πήρε η Τζέλα Αλιπράντη

Το ΕΚΑ αποφάσισε να συμμετάσχει τελικά στην απεργία στις 28 Νοεμβρίου αντί στις 14. Η ύπαρξη δύο καλεσμάτων δεν δημιουργεί κίνδυνο να μειωθεί η δυναμική τους;
Σαν ΕΚΑ θεωρήσαμε ότι χρειάζεται μία απεργία κοντά στις 17 Νοεμβρίου και πριν το Eurogroup στις 19 του μήνα, μετά και την πίεση που δεχόμασταν από τα πρωτοβάθμια συνδικάτα, οπότε αποφασίσαμε για τις 14 Νοεμβρίου αρχικά, για να πιέσουμε και για το ζήτημα των συντάξεων και του αφορολόγητου. Η ΓΣΕΕ δεν είχε αποφασίσει ακόμα και αφού συνεδρίασε την 1η του μήνα, πήγε την ημερομηνία όσο πιο νωρίς γινόταν με το δικό της σκεπτικό, στις 28 Νοεμβρίου. Επειδή, λοιπόν, καλυπτόμασταν από αυτή την απόφαση, η απεργία να είναι μέσα στο Νοέμβρη, αλλά και επειδή τελικά το κρίσιμο Eurogroup είναι στις 2 Δεκέμβρη, μεταφέραμε την ημερομηνία, ώστε να συντονιστούμε και να πάμε όλοι μαζί, όσο γίνεται πιο δυνατά, στις 28 Νοεμβρίου. Νομίζω ότι το καταφέραμε, αλλά αυτό θα φανεί και στην πράξη.

Το ΠΑΜΕ άλλαξε κι αυτό την ημερομηνία απεργίας για τις 28. Γίνονται συζητήσεις και με την ΑΔΕΔΥ και τα πρωτοβάθμια σωματεία να την μεταφέρουν επίσης;
Γίνεται μια συζήτηση με την ΑΔΕΔΥ, αλλά δεν ξέρω ακόμα αν μπορούν να μεταφέρουν την ημερομηνία. Τα περισσότερα πρωτοβάθμια τελικά θα κατέβουν στην απεργία στις 28 Νοεμβρίου. Υπάρχουν όμως και κάποιες ομοσπονδίες, όπως των οικοδόμων ή των νοσοκομειακών υπαλλήλων, που έχουν να διεκδικήσουν κυρίως δικά τους θέματα, όπως κλαδικές συμβάσεις, οπότε είναι λογικό να κατέβουν και μόνοι τους σε ημερομηνία που τους βολεύει.

Στόχος οι συλλογικές συμβάσεις

Ποια είναι τα βασικά αιτήματα που προτάσσετε στην απεργία;
Οι βασικοί άξονες που μας απασχολούν, τουλάχιστον τη δική μας παράταξη, είναι, πρώτον, οι κλαδικές και οι επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας. Θεωρούμε ότι αυτή την περίοδο υπάρχει ένα κλίμα στους εργαζόμενους που αντιλαμβάνονται τη σημασία και την αξία των συλλογικών συμβάσεων. Θέλουμε να πατήσουμε σε αυτό και να στηρίξουμε σωματεία και ομοσπονδίες, μέσω μιας μεγάλης απεργίας, να διεκδικήσουν από τους εργοδότες καλύτερες συλλογικές συμβάσεις. Το δεύτερο αφορά το νόμο που ψήφισε η κυβέρνηση, που προέρχεται από τον Βρούτση, με τον οποίο διαφωνούμε κάθετα, όπου προβλέπει ο εκάστοτε υπουργός να καθορίζει τον κατώτατο μισθό. Πάγια θέση του συνδικαλιστικού κινήματος είναι ότι ο κατώτατος μισθός πρέπει να διαμορφώνεται μέσα από συλλογικές διαπραγματεύσεις. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στο πολύ χαμηλό επίπεδο των 586 ευρώ. Συζητούν ότι θα πρέπει να επανέλθει με νόμο στα 751 και από εκεί και πέρα να αφεθούν ελεύθερες οι διαπραγματεύσεις. Είτε γίνει έτσι, είτε απ’ ευθείας με ελεύθερες διαπραγματεύσεις, αυτό που σίγουρα πρέπει να συμβεί, είναι να φύγει από τη δυνατότητα του εκάστοτε υπουργού να διαμορφώνει τον κατώτατο μισθό ανάλογα με τις δικές του στοχεύσεις, γιατί είναι θέμα των συνδικάτων και των εργοδοτών να διαπραγματεύονται, να βρίσκουν λύσεις και να υπογράφονται συμβάσεις. Το τρίτο ζήτημα αφορά τη μεγάλη αύξηση του ποσοστού των ανθρώπων που δουλεύουν με μειωμένο ωράριο, που αυτομάτως σημαίνει ότι έχουμε χαμηλούς μισθούς, υποδηλωμένη και αδήλωτη εργασία. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη να προστατεύσουμε όλους αυτούς τους εργαζόμενους, να τους ωθήσουμε να γραφτούν στα συνδικάτα, να συμμετάσχουν, για να διεκδικήσουν το 8ωρο τους, το κανονικό τους μισθολόγιο και τις συμβάσεις τους, ώστε να καταφέρουν να διαμορφώσουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Γιατί με τα 400 και 500 ευρώ δεν μπορείς ούτε να σχεδιάσεις το μέλλον σου, ούτε να έχεις ελπίδα για το αύριο. Απλά βιώνεις με δυσκολία το παρόν σου. Τέλος, υπάρχει και το αίτημα προς την κυβέρνηση να αφήνει μεγαλύτερο περιθώριο διαλόγου με τα συνδικάτα και να μην περνάνε τροπολογίες χωρίς να τα καλεί, ειδικά όταν πολλές φορές έχει καλέσει πριν τον ΣΕΒ για αυτά τα θέματα.

Πώς κινείται η επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων; Έτσι όπως είναι τώρα η συγκυρία, αν υπήρχαν ελεύθερες διαπραγματεύσεις για τον κατώτατο μισθό, θα μπορούσε να διαμορφωθεί σε καλύτερα επίπεδα;
Όσον αφορά την υποχρεωτικότητα των συμβάσεων, πέρασε ο νόμος που είναι θετικό, αν και δεν ήταν αυτός που θέλαμε όπως ο νόμος Σκουρλέτη το πρώτο διάστημα διακυβέρνησης, που ήταν πολύ καλύτερος. Είναι ένα βήμα που έχει καταστήσει αρκετές συμβάσεις υποχρεωτικές, αλλά εμείς θεωρούμε ότι από τη στιγμή που υπάρχει εργοδοτικός φορέας που υπογράφει, θα έπρεπε άμεσα να γίνεται υποχρεωτική η σύμβαση για όλον τον κλάδο. Για να αλλάξουμε όμως το οτιδήποτε, ζητούμενο είναι η συμμετοχή, κάτι που λείπει εν γένει από την κοινωνία. Αν συμμετείχαν περισσότεροι άνθρωποι στα συνδικάτα, ίσως άλλαζαν οι συσχετισμοί και τα αποτελέσματα ήταν πιο σημαντικά. Αυτό το λέω με αφορμή το ζήτημα του κατώτατου μισθού. Τα 751 ευρώ κατώτατο νομίζω το θέλουν σχεδόν όλοι, και οι εργοδότες, οπότε δεν είναι ανέφικτο. Μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί και η ΓΣΕΕ έχει δυνατότητα να το υπογράψει, γιατί έτσι θα αυξηθεί η οικονομική δυνατότητα των εργαζομένων, θα κινηθεί η οικονομία και θα βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης. Το θέμα είναι, όμως, τι κάνεις από εκεί και πέρα, πώς θα πείσεις τους εργαζόμενους να διεκδικήσουν το κάτι παραπάνω και να αυξήσουν τους μισθούς τους γιατί μπορούν. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αρκετές επιχειρήσεις τα συνδικάτα που πάλεψαν και υπέγραψαν καλές συμβάσεις στα μνημονιακά χρόνια, κράτησαν μισθούς αρκετά πάνω από τα 751, χωρίς αυτό να δημιουργήσει πρόβλημα στην επιβίωση αυτών των επιχειρήσεων.

Ανανέωση και μαζικοποίηση



Αναφερθήκατε στο ζήτημα της συμμετοχής. Το συνδικαλιστικό κίνημα αν και κινητοποιήθηκε έντονα στις αρχές της κρίσης, μετά από τρία μνημόνια φαίνεται εξασθενημένο. Πώς μπορεί να αναζωογονηθεί;
Το συνδικαλιστικό κίνημα μετά από μια έντονη δραστηριότητα τα πρώτα χρόνια των μνημονίων, πράγματι παρουσιάζει μια κούραση και μια ηττοπάθεια. Χρειάζεται σίγουρα ανανέωση, περισσότερη μαζικοποίηση και κυρίως προτάσεις. Από τη στιγμή που ο κόσμος έχει απελπιστεί και δεν μπορεί να πιστέψει ούτε σε κόμματα ούτε σε συνδικάτα, πρέπει εμείς να τον φέρουμε κοντά μας και να τον πείσουμε με πραγματικές προτάσεις, ώστε να δει φως και ότι υπάρχουν αποτελέσματα και επιτυχίες. Στο ΕΚΑ έχουμε επεξεργαστεί διάφορες προτάσεις και τις έχουμε καταθέσει, όπως για το ζήτημα της απλήρωτης εργασίας, για τις συγκοινωνίες της Αττικής και πιο πρόσφατα για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων. Σε πολλές περιπτώσεις το υπουργείο Εργασίας βοήθησε σε αυτή την κατεύθυνση με νομοθετικά μέτρα. Δεν σημαίνει ότι αλλάξαμε τα δεδομένα, δείχνουμε όμως το δρόμο ώστε να ξαναπιστέψουν οι εργαζόμενοι στα συνδικάτα. Να πιστέψουν ότι τα συνδικάτα παρακολουθούν τι συμβαίνει, διαβάζουν και μπορούν να προσφέρουν λύσεις. Ένα μεγάλο λάθος που έχει γίνει, είναι ότι ένας μεγάλος αριθμός συνδικάτων παρέδωσε τη δραστηριότητά του σε νομικά γραφεία. Αυτό πρέπει να το αντιστρέψουμε. Οι νομικοί είναι αξιολογότατοι, αλλά είναι για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, τη συνδικαλιστική δουλειά πρέπει να την κάνουμε εμείς.

Παρατηρείται σταθερή μείωση της ανεργίας. Γίνεται, όμως, με βιώσιμο τρόπο για το μέλλον; Αναφερθήκατε πριν στο ζήτημα των ελαστικών μορφών εργασίας.
Η ανεργία μειώνεται και υπάρχει ελπίδα για το μέλλον, γιατί ανοίγουν νέες θέσεις εργασίας. Το θέμα, όμως, είναι ότι αυξάνονται πάρα πολύ τα μειωμένα ωράρια και οι ελαστικές μορφές εργασίας. Πάνω από το 60% των νεοπροσλαμβανόμενων είναι με μερική απασχόληση. Αυτό απλώς βοηθάει την κατάσταση, δεν το υποτιμώ, αλλά δεν είναι αυτό που θέλουμε για μια σταθερή δομή της κοινωνίας και για τους νέους ανθρώπους. Θεωρώ ότι πρέπει να επιβάλλουμε με κάθε τρόπο την πλήρη εργασία και να ξαναγυρίσουμε στο 8ωρο, πενθήμερο. Να παλέψουμε πολύ έντονα για αυτά τα δεδομένα. Επίσης, επειδή η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών μειώνει θέσεις εργασίας, πρέπει να ξανασχεδιάσουμε το ωράριο, ως κράτος και ως συνδικάτα, και να το μειώσουμε σε 7ωρο, πενθήμερο, με σταθερή εργασία. Είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε ότι κάθε απλήρωτη υπερωρία, κάθε μαύρη εργασία είναι χαμένες θέσεις εργασίας επί της ουσίας, γιατί έτσι δημιουργείται η αίσθηση στον εργοδότη ότι βγαίνει η δουλειά με τους εργαζόμενους που έχει, ενώ στην πραγματικότητα χρειάζεται κι άλλους. Μας συμφέρει όλους να υπάρχει σταθερή, δηλωμένη εργασία. Συμφέρει συνολικά την οικονομία της χώρας.

Η εντατικοποίηση της εργασίας βλάπτει την υγεία

Με αφορμή την τελευταία μελέτη που κάνατε για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, συναντηθήκατε με κοινοβουλευτικά κόμματα. Ποια τα συμπεράσματά σας για τη στάση τους;
Ακόμα είμαστε στην αρχή των συναντήσεων, υπάρχει πάντως έντονο ενδιαφέρον από την πλευρά τους. Οι θέσεις μας για το ζήτημα έχουν ακουστεί πολλές φορές, θέλω όμως να αναφερθώ σε ένα βασικό στόχο αυτής της μελέτης, που είναι να μπουν στη συζήτηση τα ψυχοσωματικά προβλήματα από την πίεση στην εργασία. Ίσως ακούγεται υπερφίαλο, γιατί ακόμη δεν έχουμε λύσει το ζήτημα της δήλωσης των εργατικών ατυχημάτων, παρόλα αυτά ο διάλογος πρέπει να ανοίξει και να φανεί ότι η εντατικοποίηση και η πίεση είναι αντιστρόφως ανάλογη από τις δυνατότητες που παρέχει η τεχνολογία στην εργασία. Αντί να μειώνεται, δηλαδή, το στρες με τις νέες δυνατότητες παραγωγής, ίσα-ίσα αυξάνεται. Νομίζω είναι σημαντικό ότι βάζουμε ένα λιθαράκι για να ανοίξει το θέμα. Τέλος, θεωρώ ότι είναι ώριμες οι συνθήκες για τη δημιουργία Φορέα Επαγγελματικού Κινδύνου που προτείνουμε. Το 4% του ΑΕΠ της χώρας πηγαίνει σε προβλήματα που απορρέουν από την υγεία και ασφάλεια. Πρέπει να υπάρξει πρόληψη και να μειωθεί αυτό το τραγικό ποσοστό.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet