Του Κώστα Ελευθερίου*

Πολύς λόγος γίνεται για τις τάσεις που διαμορφώνονται στην αντιπολιτευτική τακτική της Νέας Δημοκρατίας, που σηματοδοτούν εξελίξεις στην ελληνική κομματική πολιτική. Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ υπερτονίζεται η ροπή του κόμματος υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη προς μια επιλεκτική σύμπλευση με παράγοντες του ακροδεξιού χώρου και η προτεραιοποίηση θεμάτων νόμου και τάξης, που εγγράφονται σε υπερσυντηρητικές ατζέντες. Η Νέα Δημοκρατία αντικρούει την κριτική του ΣΥΡΙΖΑ, προτάσσοντας την ιδεολογική εικόνα ενός φιλελεύθερου κόμματος, που υπερασπίζεται τα άτομο και την οικονομική, θεσμική, κοινωνική πολιτισμική ευταξία, απέναντι σε μια κυβέρνηση που διολισθαίνει σε πρακτικές ενός αριστερού-λαϊκιστικού αυταρχισμού, κάτι που συμβολικά συμπυκνώνεται με την οδηγία προς τα στελέχη τού κόμματος να μη συμμετέχουν σε εκπομπές της δημόσιας τηλεόρασης. Θα επιχειρήσουμε να τοποθετήσουμε τη σημερινή τακτική της ΝΔ, αλλά και την εν γένει στρατηγική της ηγετικής της ομάδας και την στάση της απέναντι στην ακροδεξιά, στο ιστορικο-πολιτικό συνεχές τής ελληνικής δεξιάς παράταξης, για να επερωτήσουμε την άποψη εάν η συγκεκριμένη τακτική είναι πρωτοφανής και σε ποιο σημείο συνιστά μια τομή στη πρακτική της ελληνικής δεξιάς. Θέση μας είναι ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια τομή στην ιστορία της ελληνικής δεξιάς, παρότι πολλά από τα στοιχεία της αναφέρονται σε συγκεκριμένες παραδόσεις τής εν λόγω παράταξης. Επιπρόσθετα, θα επιχειρήσουμε και μια σύνδεση με τις εξελίξεις στο επίπεδο της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς, ώστε να διαπιστώσουμε το βαθμό επενέργειας της ευρωπαϊκής παραμέτρου στο εγχώριο γίγνεσθαι.

Οι τρεις παραδόσεις της μεταπολιτευτικής Δεξιάς

Η δεξιά παράταξη στη Μεταπολίτευση συγκροτήθηκε και εξελίχθηκε πολιτικά στη βάση τριών αλληλοσυσχετιζόμενων πολιτικών παραδόσεων: η πρώτη, η λεγόμενη «καραμανλική», επανεφεύρε τις πολιτικές ορίζουσες ενός συντηρητισμού με εκσυγχρονιστικά χαρακτηριστικά υπό το σχήμα του «ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού», ο οποίος συνδύαζε τον κρατικό πατερναλισμό με τη δημοσιονομική εγκράτεια και εξέφραζε μια πολιτική μετριοπάθεια που αντέφασκε προς τις πιο ακραίες, αντιδημοκρατικές και αντικομμουνιστικές δεξιές παραδόσεις. Πρακτικά πρόκειται για τη δεξιά που ορίζεται πολιτικο-ιδεολογικά από το Σύνταγμα του 1975 και μάλλον αποτελεί μια μετεξέλιξη της συντηρητικής παράταξης, με όρους ενός αστικού καθεστωτικού φιλελευθερισμού, προσαρμοσμένου στα μεταπολιτευτικά δεδομένα. Η δεύτερη παράδοση, η λεγόμενη «λαϊκο-δεξιά» , είχε περισσότερες συνδέσεις με την αντικομμουνιστική παράδοση, είχε μικροαστικά-πληβειακά χαρακτηριστικά και ως εκ τούτου μεγαλύτερη πρόσδεση με τη μαζική πολιτική. Η συγκεκριμένη παράδοση εκφράζεται και εν πολλοίς αναπαράγεται τη δεκαετία του 1980 διαμέσου των «Rangers» και των «Κενταύρων», που αναφέρονται στις ατελείς δεξιές οργανωτικές σχηματοποιήσεις τής προδικτατορικής περιόδου (βλ. ΕΚΟΦ), οι οποίοι ωστόσο συνιστούν απάντηση στην αναγκαιότητα για την ανάπτυξη μαζικής οργάνωσης κατά την εν λόγω δεκαετία. Η τρίτη παράδοση ήταν κεντρογενής και συγκροτήθηκε από πρώην κεντρώους πολιτικούς, οι οποίοι αναζητούσαν ένα νέο πολιτικό χώρο δραστηριοποίησης μετά την ουσιαστική απορρόφηση του δικού τους χώρου από το ριζοσπαστικό εκείνη την εποχή ΠΑΣΟΚ. Όχημά τους ήταν ο αντι-κολλεκτιβιστικός φιλελευθερισμός, που διαμορφωνόταν στη Δύση με την έμφαση στην οικονομική ελευθερία και τον ατομικισμό, που ονομάστηκε από την αριστερή διανόηση νεοφιλελευθερισμός. Κατεξοχήν εκφραστής του ρεύματος αυτού ήταν, από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα ο Κων. Μητσοτάκης. Ανάμεσα στις τρεις παραδόσεις και τους εσωκομματικούς τους εκφραστές διαμορφωνόταν ένα μεταβαλλόμενο modus vivendi, το οποίο στις εκλογικές ήττες διαλυόταν και αναδιαμορφωνόταν. Είναι σαφές ότι δεν υπάρχει κάποια γραμμικότητα στην εξέλιξη αυτών των ρευμάτων, όπως επίσης τα όρια τους σε συγκεκριμένες περιόδους ήταν δυσδιάκριτα και ασαφή. Παραταύτα, σαν πολιτικές λογικές, αναπαράγονται σε όλες τις περιόδους της μεταπολιτευτικής ιστορίας και μπορούν να λειτουργήσουν και ως επεξηγηματικοί παράγοντες για τις αντιφάσεις της πολιτικής τής Νέας Δημοκρατίας στην περίοδο της κρίσης.

Ο ακροδεξιός χώρος



Δεδομένου ότι ο χώρος της ακροδεξιάς, τόσο στις πολιτικές όσο και στις κοινωνικές του εκφράσεις, τοποθετούνταν εκ δεξιών της Νέας Δημοκρατίας ως μία σχεδόν όμορη πολιτική δύναμη, καθεμία από αυτές τις παραδόσεις διαμόρφωσε μια διαφορετική στάση απέναντι σε αυτόν. Το καραμανλικό ρεύμα προσπάθησε να μεθοδεύσει τον εκδημοκρατισμό της δεξιάς παράταξης, επιχειρώντας, μεταξύ άλλων, να απορροφήσει και να κανονικοποιήσει την ακροδεξιά (βλ. στήριξη υποψηφιότητας Σκυλίτση και ενσωμάτωση βουλευτών Εθνικής Παράταξης). Ακόμα περισσότερο, στην περίοδο του νεότερου Καραμανλή, η Νέα Δημοκρατία επιχείρησε να οριοθετηθεί έτι περαιτέρω από την Άκρα Δεξιά διαγράφοντας ακροδεξιούς βουλευτές (π.χ. Μανωλάκος, Παπαδόγγονας, Καρατζαφέρης). Ο καραμανλισμός εξέφραζε έναν συντηρητισμό τής σταθερότητας και συνεπώς της μετριοπάθειας, που αντέφασκε σε οτιδήποτε θεωρούνταν ανατρεπτικό ή ότι διασαλεύει την κοινωνική ειρήνη (κάπως έτσι εξηγείται και ο βαθύς αντιπασοκισμός του καραμανλισμού, αλλά και η επιλεκτική αποχουντοποίηση που προώθησε). Το λαϊκο-δεξιό ρεύμα, σε κάποιες του εκφράσεις, είχε σαφείς αλληλοεπικαλύψεις με αυτόν το χώρο, κυρίως γιατί μέσα στο λαϊκο-δεξιό ρεύμα αναβίωναν ορισμένες από τις αντικομμουνιστικές πρακτικές τής κοινωνικής βάσης τής δεξιάς εθνικοφροσύνης, οι οποίες ήταν προσδιοριστικές και της ακροδεξιάς λογικής. Το κεντρογενές ρεύμα, ανέκαθεν, οριζόταν ως έκκεντρο προς τη δεξιά παράταξη και κατανοούσε τη Νέα Δημοκρατία ως το αναγκαίο μέσο για να ανέλθει στην εξουσία – δεδομένου ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει ξανά ένα αυτοτελές αστικό κεντρώο κόμμα στα πρότυπα του προδικτατορικού κέντρου. Αυτός ο κεντρογενής ρεαλισμός αντιλαμβανόταν όλες τις εκφράσεις του δεξιού χώρου ως δεξαμενές εκλογέων, οι οποίοι δεν έπρεπε να κατευθυνθούν προς άλλα κόμματα. Και άρα ανεχόταν την ακροδεξιά με έναν εργαλειακό τρόπο, για να αποφύγει εκροές προς τα δεξιά, ανεχόμενος ταυτόχρονα και τη σχετικά αυτόνομη έκφρασή της εντός της ευρύτερη δεξιάς παράταξης. Αυτό ήταν εμφανές στη Νέα Δημοκρατία του Κων. Μητσοτάκη με την περίπτωση Καρατζαφέρη και όχι μόνο. Το γεγονός της αμφίπλευρης διεύρυνσης του 1989-90 (με τον Μ. Θεοδωράκη εξ αριστερών) και η ευκολία τής κυβερνητικής σύμπραξης με τον ενιαίο Συνασπισμό, επιβεβαιώνουν αυτή την εγγενή εργαλειακότητα: τακτικές συγκλίσεις και πρόσκαιρες συμμαχίες, για να διασφαλιστεί η άνοδος στην εξουσία, για να εφαρμοστεί το στενό (νεο)φιλελεύθερο πρόγραμμα. Η κινητοποιητική συγκολλητική ύλη, ωστόσο, ήταν το αντιπασοκικό συναίσθημα, η ανάγκη να φύγει το ΠΑΣΟΚ από την εξουσία, ένα αίτημα της εποχής, που είχε διείσδυση και σε δυνάμεις από το χώρο της αριστεράς.

Η στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη

Στο σημερινό πλαίσιο, ο Κυρ. Μητσοτάκης δείχνει να είναι ο κατεξοχήν κληρονόμος της στρατηγικής του πατέρα του – η οποία βραχύβια εκφράστηκε και από το μόρφωμα της «Δημοκρατικής Συμμαχίας» της Ντ. Μπακογιάννη. Από τη μία πλευρά συγκροτεί ένα σώμα μεταμνημονιακών πολιτικών, που συνιστά θεμελιακή άρνηση του πολιτικού και κοινωνικού κεκτημένου τής περιόδου της Μεταπολίτευσης (τα «απόνερα» της οποίας παίρνουν μαζί τους τον παράγοντα οργανωμένο κόμμα, κυρίαρχη πολιτική μορφή της Μεταπολίτευσης, αλλά και τον προνοιακό πατερναλισμό του καραμανλισμού). Και από την άλλη πλευρά, εγκαλεί μια ευρεία αντι-ΣΥΡΙΖΑ συμμαχία με κορμό τη Νέα Δημοκρατία, την οποία φαίνεται πως ο ίδιος ως πολιτικό υποκείμενο θέλει να την υπερβεί. Αξίζει να επισημανθεί ότι το κοινωνικό ρεύμα που έφερε στην ηγεσία της ΝΔ τον Κυρ. Μητσοτάκη στα τέλη τού 2015, είχε ερείσματα και εκτός της κομματικής βάσης της ΝΔ και ενεργοποιήθηκε στη βάση ενός αντι-ΣΥΡΙΖΑ συναισθήματος, το οποίο αντίκειτο στην υποτιθέμενη πρόθεση του Β. Μεϊμαράκη να «συνεννοηθεί» με το ΣΥΡΙΖΑ. Η βλέψη του Κυρ. Μητσοτάκη είναι να εκφράσει πολιτικά και να συσπειρώσει το «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, κάτι που φαίνεται να οικοδομεί μια κοινωνική συμμαχία με πλευρές του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ. Σε αυτήν την αντι-ΣΥΡΙΖΑ βάση, προέβη και στη συμμαχία με τον Αδ. Γεωργιάδη στο δεύτερο γύρο των εσωκομματικών εκλογών, επιλέγοντάς τον ως έναν εκ των αντιπροέδρων της Νέας Δημοκρατίας.
Τόσο σε ό,τι αφορά την οργανωτική ανασυγκρότηση του κόμματος και την προγραμματική του ανανέωση όσο και σε ό,τι σχετίζεται με την ανάδειξη του πολιτικού του προσωπικού, επιλέγει μια κατεύθυνση υπέρβασης του πρότερου μοντέλου της ΝΔ θέλοντας: α) να συγκεντροποιήσει τις διαδικασίες ανάδειξης πολιτικού προσωπικού αποκόπτοντάς τες από αναφορές στην κομματική οργάνωση της ΝΔ· β) να οξύνει τον προγραμματικό λόγο της ΝΔ, αποφεύγοντας εσωτερικούς συμβιβασμούς – ιδίως με τα καραμανλικά στοιχεία – αλλά κυρίως εξωτερικούς με την αντίπαλη πλευρά· γ) να απευθυνθεί στη δεξιά πτέρυγα του παλαιού ΠΑΣΟΚ – αλλά και στην τσοχατζοπουλική πτέρυγα – για να αντλήσει συνεργάτες ή και υποψηφίους βουλευτές. Η συγκολλητική ύλη που εργαλειοποιεί είναι το ήδη διαμορφωμένο αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, το οποίο χαρακτηρίζεται αφενός από μια δια-κομματική συγκρότηση – αντλεί δηλαδή δυνάμεις από πολλαπλούς ιδεολογικούς χώρους – και αφετέρου από μια δια-ταξικότητα, η οποία ενοποιεί κοινωνικά στρώματα που αναπαράχθηκαν διαμέσου των μνημονιακών πολιτικών ή θεωρούν πως επλήγησαν από το μίγμα πολιτικής που επέλεξε να εφαρμόσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Η πραγματικότητα του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου λειτουργεί και σαν βάση για την υπέρβαση του πολιτικού υποκειμένου Νέα Δημοκρατία, η οποία περνά μέσα από την περιθωριοποίηση του καραμανλισμού και την εμπέδωση του δεσμού λαϊκο-δεξιών και (νεο)φιλελεύθερων πλέον.
Στη συνάφεια αυτή, οι αγχιστείες με τον ακροδεξιό λόγο και οι αντι-αριστερές κορώνες υπηρετούν μια εργαλειακότητα αντίστοιχη με αυτή τής εποχής τού πρεσβύτερου Μητσοτάκη και οι ακροδεξιές τάσεις λογίζονται ως μία από τις πολλές ομαδοποιήσεις του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου και ως τέτοιες καθίστανται ανεκτές. Υπ’ αυτήν έννοια, θα ήταν ίσως περισσότερο δόκιμο να μιλάμε για μια αντιδραστική - νεοσυντηρητική στροφή στη Νέα Δημοκρατία παρά για μια ακροδεξιά στροφή, ακριβώς γιατί το κοινό έδαφος είναι η αξιωματική άρνηση οποιασδήποτε πρωτοβουλίας του ΣΥΡΙΖΑ, που σε πολλές περιπτώσεις αντιμετωπίζεται με έναν υπερσυντηρητικό αρνητισμό που επενδύει στον ηθικό πανικό. Αποκαλύπτει έναν καθεστωτισμό της παλινόρθωσης, που επενδύει στην ηθική απαξίωση του αντίπαλου και υπό αυτό το πλαίσιο συναντιέται με νοσταλγούς του καθεστωτικού ΠΑΣΟΚ. Βέβαια, αυτό είναι απότοκο της μεγάλης απο-ευθυγράμμισης του 2012-2015 προς όφελος του ΣΥΡΙΖΑ, που συνιστά από μόνο του ρηξιακό γεγονός, της ανόδου της Αριστεράς στην κυβέρνηση, η οποία αποτελεί από μόνη της ριζική αμφισβήτηση της δικομματικής πολιτικής τάξης, αλλά και αντανάκλαση της τακτικής τμημάτων τού ΣΥΡΙΖΑ που υπερ-ηθικοποιούσαν πλευρές της αντιπαράθεσης του κόμματος με τη Νέα Δημοκρατία ακόμα και πριν το 2015. Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο είναι η ανασυγκρότηση του μπλοκ του δικομματισμού απέναντι στο αντι-μνημονιακό μέτωπο, που εξέφρασε πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ και δείχνει τώρα να υπερβαίνει.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο

Βέβαια, θα είναι λάθος όλες αυτές οι μετατοπίσεις στην ελληνική δεξιά παράταξη να αποδοθούν αποκλειστικά στην ελληνική εξαίρεση. Όπως επίσης θα ήταν λάθος να αναχθούν τα πάντα σε τάσεις που αναπτύσσονται σε διεθνές επίπεδο. Εκ των πραγμάτων, οι εξελίξεις στην ευρωπαϊκή κεντροδεξιά που συσχετίζονται με την κεντρικοποίηση του προσφυγικού ζητήματος στην ευρωπαϊκή πολιτική, δείχνουν ένα πιθανό μονοπάτι και για την ελληνική δεξιά. Η επανάκαμψη ενός αποκλείοντος εθνοκεντρισμού και η ηχηρή άνοδος διαφορετικών ακροδεξιών κομμάτων, ενίσχυσαν τη δυνατότητα εκβιασμού των τελευταίων στα κοινοβούλια και στις δημόσιες σφαίρες πολλών ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η ανασφάλεια της mainstream δεξιάς, που τροφοδοτείται και από τη βαθιά εκλογική κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, την υποχρεώνει να αναπτύξει στρατηγικές ανακοπής πιθανών εκλογικών απωλειών, που πολλές φορές μπορεί να σημαίνει και επιλεκτική ενσωμάτωση ακροδεξιών θέσεων. Στην Ελλάδα η ιδιαιτερότητα της Χρυσής Αυγής ως μιας καθαρά ναζιστικής οργάνωσης, επιτρέπει στη Νέα Δημοκρατία να πλαισιώνει τη δυνητική κοινωνική βάση τής ελληνικής ακροδεξιάς με intra muros στελέχη, τα οποία εγκαλούν και ορισμένες από τις πολιτικές παραδόσεις τού κόμματος. Ο νεοφιλελευθερισμός, στο βαθμό που διασφαλίζεται η πρωταρχικότητα της αγοράς και η γενικευμένη απορρύθμιση της οικονομίας προς όφελος των δυνάμεων του κεφαλαίου, είναι δυνατόν να αποδεχθεί αλλά και να προάγει τον αυταρχισμό και τον κοινωνικό συντηρητισμό, στο βαθμό που μπορεί να καταπνίξει την οιαδήποτε πρωτοβουλία αμφισβήτησης. Συν τοις άλλοις, δεδομένου ότι τα ιδεολογικά σχήματα που διαμορφώνονται στην Ελλάδα είναι σχήματα μιας χώρας-οφειλέτη, η ιδεολογική οριοθέτηση μιας mainstream δεξιάς συνδέεται με την αναβίωση της λογικής της «Ισχυρής Ελλάδας» του σημιτικού ΠΑΣΟΚ: ας αγκιστρωθούμε στους ισχυρούς, εκμεταλλευόμενοι και βδελυσσόμενοι τους αδύναμους. Η επανάληψη αυτής της ιστορίας ως φάρσας, φαίνεται πως οργανώνει και ένα από τα τελευταία επεισόδια της αναδιοργάνωσης του ελληνικού κομματικού συστήματος.

•­
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet