Στην Ευρώπη, οι πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις του αποτελέσματος των ενδιάμεσων εκλογών για το Κογκρέσο των ΗΠΑ την περασμένη Τετάρτη κάνουν λόγο για ήττα του Ντόναλντ Τραμπ. Όντως οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν ξεκάθαρα τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, που σημαίνει ότι ο πρόεδρος θα έχει εκεί απέναντί του, μέχρι το τέλος της θητείας του, μια πλειοψηφία ικανή να δυσχεραίνει την έγκριση νομοσχεδίων εσωτερικής κυβερνητικής πολιτικής που εύλογα τον ενδιαφέρουν όλως ιδιαιτέρως, όμως ο έλεγχος της Γερουσίας παραμένει, και δη ενισχυμένος, στα χέρια των Ρεπουμπλικανών, επιπλέον δε ο αμερικανός πρόεδρος κατέχει, ούτως ή άλλως, σημαντικές εξουσίες χάρη στο δικαίωμά του να εκδίδει διατάγματα, αλλά και στην υπερίσχυση που του αναγνωρίζει, έναντι του Κογκρέσου, το Σύνταγμα στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής.
Η Ευρώπη που ήλπισε ότι οι ενδιάμεσες εκλογές θα επέφεραν στον Τραμπ ένα πλήγμα ικανό να αμφισβητήσει βάσιμα την επανεκλογή του το 2020 πρέπει τώρα να χαμηλώσει τον πήχυ των προσδοκιών της. Δικαίωμα να πανηγυρίζει φαίνεται να έχει προς το παρόν η Ευρώπη που επενδύει στην κατίσχυση της πολιτικής Τραμπ. Η Ευρώπη του εθνικού απομονωτισμού.
Οι εκλογές του 2020 παραμένουν τελείως ανοικτές, και μαζί τους το ενδεχόμενο οι πολιτικές του αμερικανού προέδρου να παραμείνουν ο υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος για τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι παλιές βεβαιότητες υποχωρούν μπροστά στον επιθετικό απομονωτισμό της εξωτερικής πολιτικής, που φέρει μεν την υπογραφή Τραμπ, αλλά υπαγορεύεται από κίνητρα και παραδοχές που, αν και κατά τα φαινόμενα δεν είναι επαρκώς κατανοητές από τον αμερικανό πρόεδρο, ωστόσο ωθούν σε ριζική αναθεώρηση των σχέσεων της χώρας του με τον κόσμο, της Ευρώπης συμπεριλαμβανομένης.
Η εξωτερική πολιτική της διοίκησης Τραμπ είναι αποτέλεσμα της προϊούσας διάβρωσης της αμερικανικής ισχύος παγκοσμίως. Διάβρωσης που άλλοι από τους προκατόχους του επιχείρησαν να αναχαιτίσουν δια πυρός και σιδήρου –η περίπτωση του προέδρου Μπους του νεώτερου και ο πόλεμος εναντίον της «διεθνούς τρομοκρατίας» στον οποίο θα συμπαρασύρονταν εκόντες άκοντες όλοι οι εταίροι των ΗΠΑ— και άλλοι με την προσπάθεια να καταστεί, μέσω της παγκοσμιοποίησης, η αμερικανική οικονομία ρυθμιστικός παράγοντας σε έναν οικονομικά ενοποιημένο κόσμο από τον οποίο θα εξαιρούνταν άλλες δυναμικά αναδυόμενες οικονομίες και κρατικές οντότητες, όπως η Κίνα – η περίπτωση του προέδρου Ομπάμα.
Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις απέβησαν ατελέσφορες, διότι οι ΗΠΑ –καταθέτοντας ως εγγύηση τη στρατιωτική ισχύ τους— προεξόφλησαν για τον εαυτό τους τον πρώτο ρόλο, έμμεση αναγνώρισή τους από εταίρους και μη ως η μοναδική υπερδύναμη, σε έναν κόσμο που, όμως, έχει πλέον μετεξελιχθεί αναντίστρεπτα σε πολυπολικό, και σε συνθήκες όπου η απειλή ενός γενικευμένου πολέμου δεν προσφέρεται, όπως στο παρελθόν, ως μέσο συμμόρφωσης, διότι, απλούστατα, ένα τέτοιος πόλεμος δεν θα έχει νικητή.
Η Αμερική του προέδρου Τραμπ, ως μακράν ο πρώτος εισαγωγέας του παγκοσμίως παραγόμενου προϊόντος, επέλεξε το δρόμο του οικονομικού εκβιασμού. Με κύριο όπλο την επιβολή υψηλών δασμών στα εξαγόμενα στις ΗΠΑ προϊόντα των ανταγωνιστικών, κυρίως, οικονομιών, ο πρόεδρος Τραμπ επιχειρεί, με τρόπο ωμό και αυταρχικό, να ξαναγράψει τους κανόνες της παγκόσμιας τάξης προς όφελος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Με την επιλογή του αυτή ο αμερικανός πρόεδρος διέπραξε το μέχρι πρότινος αδιανόητο: υπέγραψε το τέλος της παγκοσμιοποίησης, αυτής που υπήρξε το συνώνυμο της αμερικανικής υπεροχής και του νεοφιλελεύθερου οικονομικού υποδείγματος.
Η Αμερική του προέδρου Τραμπ έχει κάθε λόγο να παίρνει αποστάσεις από την παγκοσμιοποίηση, αυτό, πιστεύουμε, έχει αρχίσει ήδη να γίνεται κοινά παραδεκτό. Παρά τα όσα —και δικαίως— της καταλογίζουν, η οικονομική παγκοσμιοποίηση, ως σύλληψη, εμπεριέχει εν δυνάμει τη σταδιακή διαμόρφωση ενός παγκόσμιου περιβάλλοντος το οποίο, ούτως ή άλλως, τείνουν να πραγματώνουν αμετάκλητα η τεχνολογική επανάσταση της εποχής μας, το παγκόσμιο δημογραφικό πρόβλημα και η ανάγκη προστασίας της φύσης, ενός παγκόσμιου περιβάλλοντος στο οποίο το δίκαιο του ισχυρού θα έχει φθίνοντα περιθώρια επικράτησης. Πρόκειται, πιθανότατα, για την επόμενη έκπληξη που επιφυλάσσουν οι καιροί στις βεβαιότητες, ιδεολογικές και άλλες, όλων ημών.
Ούτω ή άλλως ο επιθετικός απομονωτισμός της Αμερικής του προέδρου Τραμπ δεν προσφέρεται ως απάντηση στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος κόσμος, ένας κόσμος που δεν έχει άλλη επιλογή από το να τείνει προς τη σύγκλιση.
Η Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν πρέπει να εναποθέτει τις ελπίδες της στο ενδεχόμενο της μη επανεκλογής του κ. Τραμπ. Κανείς και τίποτε δεν εγγυάται ότι ο διάδοχός του, το 2021 ή το 2025, θα κινηθεί διαφορετικά. Οι δυνάμεις εκείνες εντός της Ευρώπης που δεν πιστεύουν ότι οι λαοί της μπορούν να ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον σε μια ήπειρο κατακερματισμένη, οφείλουν να επιδοθούν το ταχύτερο σε μια κοινή προσπάθεια που θα φέρει τη Γηραιά Ήπειρο σε θέση να καταστεί υπολογίσιμη δύναμη στην παγκόσμια ισορροπία ισχύος επ’ ωφελεία των λαών της. Η ευρωπαϊκή Αριστερά, όλες οι προοδευτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, οφείλουν να ανταποκριθούν αμελλητί στην πρόκληση των καιρών η Ευρώπη να αποκολληθεί από τον εφησυχασμό και την αδράνεια του νεοφιλελευθερισμού.
Ακούγεται ουτοπικό. Ίσως και να είναι ουτοπικό. Σίγουρα —μιλώντας με όρους ενός παρελθόντος όπου η Ευρώπη αναδείχθηκε πρωτοπόρος— είναι επαναστατικό, και σαν τέτοιο πρέπει να ιδωθεί. Χωρίς μεγαλοστομίες, χωρίς αδρανή αναμονή με την προσδοκία να ωριμάσουν οι συνθήκες. Οι συνθήκες είναι κάθε στιγμή ώριμες για να γίνει το πρώτο βήμα. Χωρίς το οποίο τα επόμενα βήματα απλώς δεν πρόκειται να υπάρξουν ποτέ.

Κωστής Γιούργος
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet