Ισως η εβδομάδα που τελείωσε χθες, υπήρξε από τις πιο πυκνές πολιτικά, των τελευταίων χρόνων. Δεν είχε, όμως, απλώς πολλά γεγονότα, αλλά έφερε τις πολιτικές δυνάμεις αναγκαστικά μπροστά σε σκληρά διλήμματα. Iδίως τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Όσα συνέβησαν δοκίμασαν τις πάγιες επιλογές τους, υποχρεώνοντας τα να τις ξαναδούν, καθώς θα βαδίζουμε προς τις εκλογές.
Η κυβέρνηση μπορεί να κατηγορήθηκε από την αντιπολίτευση για αλλαγή της ατζέντας, ώστε να αποφύγει εσωτερικά της προβλήματα —πχ, με τον Ν. Κοτζιά ή με τον Π. Καμμένο—, όμως, τελικά, όχι μόνο άλλαξε την ατζέντα, αλλά υποχρέωσε και την αντιπολίτευση να την αποδεχθεί και να συμμετάσχει στη συζήτηση. Το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης είναι το πιο χαρακτηριστικό. Ξεπερνώντας εσωτερικές διαφωνίες, που δεν στερούνται και ιδεολογικών-θεσμικών σημείων, με διάλογο, η κυβέρνηση μπόρεσε τελικά να καταλήξει σε μια συμπεφωνημένη πρόταση για την Αριστερά, ενώ δεν αγνοεί και την επιδίωξη συγκλίσεων και με άλλες δυνάμεις. Αντίθετα ήταν η αξιωματική αντιπολίτευση που ταλαντεύτηκε για την στάση που θα κρατούσε, αποφασίζοντας τελικά να πάρει μέρος με δικές της προτάσεις.

Σύγχυση και στρατηγικό κενό

Αυτό, όμως, το οποίο δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στην αντιπολίτευση ήταν η είδηση από τις Βρυξέλλες ότι δεν επιμένουν οι δανειστές να περικοπούν οι συντάξεις, την ίδια ώρα που στη Βουλή τέθηκε προς συζήτηση και ψήφιση η τροπολογία για την επιστροφή αναδρομικών σε κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο. Διότι και τα δυο αυτά ήταν οι αψευδείς μάρτυρες ότι ολόκληρη η θεωρία της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ περί τέταρτου μνημονίου που δέχθηκε η κυβέρνηση, με πιο ορατό σημείο την περικοπή των συντάξεων, κατέρρεε. Κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο να μπαλωθεί με την υπερψήφιση και από την αντιπολίτευση της τροπολογίας. Η ΝΔ, ιδίως, βρέθηκε με στρατηγικό κενό.
Απ΄ όσα είναι ορατά ως αυτή τη στιγμή, η ΝΔ βρίσκεται σε σύγχυση και δεν έχει βρει ακόμη με τι θα καλύψει το στρατηγικό αυτό κενό. Καθώς ηττήθηκε η γραμμή διαδοχικά της αριστερής παρένθεσης, της καταστροφολογίας ως προς την οικονομία, και του τέταρτου μνημονίου, σύρεται σε μια πιο λογική στάση συμμετοχής στη συζήτηση για το Σύνταγμα, ψήφισης τροπολογιών, συμφωνίας ως προς το σύμφωνο εκκλησίας-κυβέρνησης, αλλά αυτό δεν συνιστά ακόμη κυρίαρχη γραμμή.
Προς το παρόν το κενό καλύπτεται με μια εντελώς παραληρηματική αρνητική παρουσίαση όλων των πεπραγμένων της κυβέρνησης, με γλώσσα ελάχιστα πολιτική, υβριστική, ιδίως σε κοινό εκτός Ελλάδος. Η ομιλία του Κ. Μητσοτάκη στο ελληνοαραβικό συνέδριο και στο συνέδριο του ΕΛΚ ήταν πολύ χαρακτηριστική και επιπλέον τον εξέθεταν ως πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η ομιλία του στην Κοινοβουλευτική Ομάδα για την συνταγματική πρόταση του κόμματός του υπήρξε ακόμη ένα κείμενο παράλογα οξύ και καταστροφικό που δεν μπορεί να έρθει σε επαφή με την κοινωνία, ακόμη και μ΄ αυτό το κομμάτι που δεν υποστηρίζει ή και εχθρεύεται τον ΣΥΡΙΖΑ. Όμως η δοκιμασία της γραμμής της ΝΔ θα συνεχιστεί το επόμενο διάστημα ακόμα πιο σκληρά, διότι θα ψηφίζει τα διαδοχικά μέτρα που θα έρχονται στη Βουλή, ενώ θα κατηγορεί την κυβέρνηση για πολιτική προσέλκυσης εκλογικής πελατείας και ότι προχωρά σε παροχές. Ήδη γράφονται επικριτικά άρθρα γι΄ αυτή την αντίφαση. «Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταφέρει να επιβάλει μια ατζέντα που η αντιπολίτευση δεν μπορεί να αντιπολιτευτεί», σημειώνει αρθρογράφος της «Καθημερινής». Άλλος αρθρογράφος, στα «ΝΕΑ» κατηγορεί «όσους στο βωμό της θεσμικής ιδεοληψίας ή μιας συνταγματικής μικρολογίας προκρίνουν διάλογο με συνομιλητές που δεν έχουν καμία θεσμική λογική».

Δεν μπορεί να πείσει

Παρ΄ όλα αυτά η επίσημη γραμμή που εκπέμπει η ΝΔ ή σωστότερα το προφίλ που θέλει να προκύπτει για τον εαυτό του ο Κ. Μητσοτάκης, όπως το βλέπουμε στα χαρακτηριστικά ρεπορτάζ των έμπιστων δημοσιογράφων, είναι ένα προφίλ κεντρώο. Ότι ο πρόεδρος της ΝΔ επιλέγει να προβάλει «θετική ατζέντα απέναντι στην πόλωση». Και ο ίδιος στη Ντόιτσε Βέλε προχθές ισχυρίστηκε ότι «Η ΝΔ αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις των καιρών, μέσα από μια τολμηρή διαδικασία ανανέωσης, κατάφερε και καταφέρνει να διευρύνει την εκλογική και πολιτική της απήχηση, κάνοντας μια τολμηρή μετακίνηση προς το χώρο του πολιτικού Κέντρου, χωρίς να προδώσει τις αξίες και τα βασικά της πιστεύω». Αν είναι δυνατόν να πείσει όταν π.χ. στην πρόταση για το σύνταγμα «ξέχασε» να μιλήσει για τη σχέση κράτους και εκκλησίας ή ότι έδωσε έμφαση στο ότι το Σύνταγμα πρέπει να προβλέπει ισοσκελισμένους ισολογισμούς!
Ούτε φαίνεται να επαληθεύεται η προσδοκία ότι ο Π. Καμμένος, οι ΑΝΕΛ, θα ρίξουν την κυβέρνηση μετά την ψήφιση της συμφωνίας των Πρεσπών, και έτσι θα οδηγηθούμε σε εκλογές εν μέσω κυβερνητικής κρίσης και με σοβαρές εκκρεμότητες. Η συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των ΑΝΕΛ την Παρασκευή δεν τον ενθαρρύνει. Το πιο πιθανό είναι η κυβέρνηση να μπορεί να πάει για εκλογές τον Μάιο, όχι διότι θα της επιβληθεί, αλλά διότι θα το επιλέξει, αν χρειαστεί. Άρα θα μπορεί, αν την συμφέρει, να πάει και τον Οκτώβρη.

Όλα πρίμα για την κυβέρνηση;

Είναι λοιπόν όλα πρίμα για την κυβέρνηση για το επόμενο διάστημα; Όχι βέβαια και χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή σε όλα τα επίπεδα. Πρώτον, δεν είναι θετικό το ότι ανοίγει όλα τα μέτωπα. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει ακόμα επιλέξει τον κύριο κορμό της πολιτικής, με βάση τον οποίο θα συγκρουστεί με την ΝΔ. Την περιγράφει και μετά την αποδυναμώνει. Δεν τα χωράει όλα η σύγκρουση Δεξιά-Αριστερά. Δεύτερον, δεν υπολογίζει όσο σοβαρά χρειάζεται τη δύναμη πυρός, στα ΜΜΕ, του αντιπάλου. Συχνά, η επικοινωνιακή πολιτική του Μαξίμου κατεβαίνει στο χαμηλό επίπεδο που μας παρασέρνει η Πειραιώς και τα συστημικά ΜΜΕ. Ένα κόμμα που γνωρίζει τη σημασία της ηγεμονίας και της δυσκολίας να επιτευχθεί, μετά από σοβαρή ταλάντευση της ΝΔ, πχ, να αποφασίσει να πάρει μέρος στη συζήτηση για το Σύνταγμα, είναι αδιανόητο να μιλήσεις για «κυβίστιση», ενώ είναι μια θετική εξέλιξη και ταυτόχρονα δική σου επιτυχία. Ούτε βεβαίως θα αποδεχθείς, ως τρόπο προσέγγισης δυνάμεων του Κέντρου τη λογική και το λεκτικό της τοποθέτησης Πολάκη για την αντιμετώπιση της διαφθοράς. Τρίτον, η κυβέρνηση ενώ δεν πρέπει να παραμελεί την αξία των κοινωνικών και αναπτυξιακών μέτρων που τώρα μπορεί, επειδή εργάστηκε σωστά, να πάρει, το κύριο βάρος πρέπει να το δίνει στο πρόγραμμα της επόμενης τετραετίας. Αυτό θα είναι το πεδίο σύγκρουσης, αυτό θα σε ξεχωρίσει στη συνείδηση της κοινωνίας από την ΝΔ. Όπως τον Σεπτέμβρη του 2015, παρά την ήττα και τις αντίξοες συνθήκες που είχες για να ασκήσεις πολιτική, ο κόσμος σε επέλεξε για να κυβερνήσεις. Και εδώ, δηλαδή στη συγκρότηση ενός διακριτού και ευέλικτου αριστερού προγράμματος, καθυστερεί η δουλειά που χρειάζεται να γίνει είναι ακόμα πολύ μεγάλη.

Παύλος Κλαυδιανός

 

 

 

ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΚΟΜΙΣΙΟΝ ΓΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Βήμα απομάκρυνσης από τη λογική της λιτότητας



Η εμφανής πολιτική επιτυχία της κυβέρνησης είναι η συμφωνημένη, όπως όλα δείχνουν, με τους θεσμούς μη περικοπή των συντάξεων και η υλοποίηση των —μετριοπαθών— εξαγγελιών του Πρωθυπουργού στην ΔΕΘ. Αυτό είναι το συμπέρασμα από τις φθινοπωρινές προβλέψεις για την ελληνική οικονομία της Κομισιόν, που ανακοινώθηκαν την Πέμπτη στις Βρυξέλλες. Το έκτακτο Eurogroup στις 19 Νοεμβρίου αναμένεται να εγκρίνει τη συμφωνία έτσι που η ελληνική κυβέρνηση να μπορέσει να καταθέσει τον προϋπολογισμό για το 2019 στις 21 Νοεμβρίου. Πρόκειται για ραντεβού που δεν εμπεριέχει, με τα ως τώρα δεδομένα, αβεβαιότητα.
Αυτό, όμως, το οποίο έχει πολύ μεγαλύτερη πολιτική σημασία, και θα είναι ένα θετικό δεδομένο και για το μέλλον, είναι η παραδοχή από την Κομισιόν ότι η μη περικοπή των συντάξεων θα έχει θετική επίπτωση στην ανάπτυξη. Με περικοπές στις συντάξεις προβλέπεται άνοδος του ΑΕΠ κατά 2% το 2019, ενώ με μη περικοπή και τις εξαγγελίες προβλέπεται άνοδος κατά 2,3%. Αυτό μπορεί να το διακρίνει κανείς στο κείμενο της Κομισιόν: «Οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό του 2019 συνεχίζονται και αναμένεται το τελικό πακέτο των μέτρων να οδηγήσει σε ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ για το 2019. Σε αυτή την περίπτωση οι ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι υψηλότεροι και θα μπορούσαν να φθάσουν το 2,3% το 2019-2020».
Πρόκειται για μια ποιοτική αλλαγή στις σχέσεις δανειστών–ελληνικής κυβέρνησης, διότι γίνεται ένα ουσιαστικό βήμα απομάκρυνσης από τη λογική της λιτότητας ως φαρμάκου για πάσα νόσο. Οι δανειστές, ύστερα και από το προηγούμενο της Πορτογαλίας, δεν μπορούσαν να μην δεχθούν την απλή λογική ότι σε μια οικονομία που πάσχει από μειωμένη ζήτηση ο περαιτέρω περιορισμός της δαπάνης δεν είναι απλώς αντιαναπτυξιακό μέτρο, αλλά οικονομικά ανορθολογικό. Και η περικοπή της δαπάνης για συντάξεις είναι κατ΄ εξοχήν υφεσιακό μέτρο.
Παρά το γεγονός ότι, με βάση και το επιδεινούμενο περιβάλλον στην ευρωζώνη, οι νέες προβλέψεις για την ανάπτυξη είναι χαμηλότερες από τις προηγούμενες, έχει μεγάλη αξία η παραδοχή από την Κομισιόν ότι η ελληνική οικονομία έχει σταθεροποιήσει την ανοδική της πορεία. Προβληματικό σημείο είναι πάντα οι επενδύσεις, καθώς δεν θα αυξηθούν ούτε το 2018. Αντίθετα, η πρόβλεψη για την ανεργία είναι πολύ καλή, καθώς προβλέπει ότι θα συνεχίσει να υποχωρεί για να φθάσει κάτω από 17% το 2020. Πράγματι, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Αυγούστου του 2018 κατέγραψαν ποσοστό κάτω από το 19% (18,9%) για πρώτη φορά από τον Αύγουστο του 2011.
Εκείνο ωστόσο που επιχείρησαν να εισάγουν και καθιερώσουν οι δανειστές είναι ότι η οικονομική πολιτική που θα ασκείται θα έχει και τη δική τους σύμφωνη γνώμη. Είναι το περιεχόμενο της αυστηρής επιτήρησης που δίνουν αυτοί και η προσπάθεια τους να περιορίσουν όσο μπορούν τους μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας που κερδήθηκαν μετά την 21η Αυγούστου. Στο πνεύμα αυτό υπενθύμισαν τις υποχρεώσεις της ελληνικής πλευράς και εξέφρασαν την ανησυχία τους για το ενδεχόμενο η κυβέρνηση να υποχωρήσει σε πιέσεις, όπως και για τις πιθανές δικαστικές αποφάσεις σχετικά με αναδρομικά συνταξιούχων.
Το ΔΝΤ, ως ήταν αναμενόμενο, επανέλαβε ότι τόσο η περικοπή των συντάξεων όσο και η περικοπή του αφορολόγητου είναι απαραίτητα. Αλλά, ταυτόχρονα, ο κ. Τόμσεν έσπευσε να σημειώσει ότι δεν εμπλέκεται πλέον σε τέτοιες συζητήσεις και ότι το ζήτημα είναι στα χέρια των ευρωπαίων.
Ασφαλώς και η κυβέρνηση αναζητά τις ισορροπίες της απέναντι στους δανειστές και οικοδομεί σιγά σιγά την τακτική της για τη νέα περίοδο. Και είναι ιδιαίτερα προσεκτική, όταν προχωρά σε μέτρα, για να μην αμφισβητηθεί ο στόχος του 3,5% για πρωτογενές πλεόνασμα. Τουλάχιστον προς το παρόν.

Π. Κ.
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet