Του Γιάννη Κτιστάκι*

Η κατάσταση με τα οικονομικά της εκκλησίας της Ελλάδος μέχρι την αρχή της κρίσης (2010) ήταν γνωστή σε όλους μας: αδιαφάνεια, ανεξέλεγκτες εκροές από το κρατικό ταμείο και ανεκμετάλλευτη εκκλησιαστική περιουσία. Χαρακτηριστική, ως προς αυτό, είναι πολυκύμαντη ιστορία της μισθοδοσίας.
Το 1945 προβλέφθηκε για πρώτη φορά η μισθοδοσία των εφημέριων από το Δημόσιο (Α.Ν. 536/1945). Σε αντιστάθμισμα της δαπάνης αυτής επιβλήθηκε με τον ίδιο νόμο (α) η υποχρεωτική είσπραξη του 25% των τακτικών εσόδων των ενοριακών ναών από το Δημόσιο και (β) η υποχρεωτική ετήσια εισφορά όλων των ορθόδοξων οικογενειών στην ενορία τους. Με άλλα λόγια, το κράτος πλήρωνε τον κάθε εφημέριο με τα έσοδα των ναών που σχηματίζονταν από τις υποχρεωτικές εισφορές των πιστών. Το 1956 η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή επέκτεινε την είσπραξη του 25% επί των πάσης φύσεως εσόδων των ναών (Ν.Δ. 3559/1956). Η εισφορά των πιστών καταργήθηκε το 1962 (Ν.Δ. 4242/1962). Στη συνέχεια, το 1968, το ποσοστό της είσπραξης από το Δημόσιο αυξήθηκε στο 35% (Α.Ν. 469/1968). Το 2004, η κυβέρνηση Σημίτη κατάργησε οριστικώς και αυτό το 35% (άρθρο 15 του Ν. 3220/2004). Πώς φθάσαμε, όμως, ως εδώ;

Οι απλήρωτες εκκλησιαστικές υποχρεώσεις

Οι εκκλησιαστικοί παράγοντες είχαν βρει τρεις τρόπους για να μην εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.
Πρώτον, βάπτιζαν δωρεές το μεγαλύτερο μέρος των πραγματικών εσόδων τους. Έτσι απέδιδαν το 35% επί των πλασματικών μόνον εσόδων τους. Για παράδειγμα, ο μητροπολίτης Καλαβρύτων ζητούσε από τα ενοριακά συμβούλια να χαρακτηρίζουν ως τακτικά έσοδα μόνον το 10% των εσόδων από το παγκάρι και το υπόλοιπο 90% ως δωρεά (Εγκύκλιος 428/3.1.1992 & Απόφαση 190/2004, ΦΕΚ Β΄ 588).
Δεύτερον, αύξησαν του λεγόμενους προσκυνηματικούς ναούς οι οποίοι, αν και είχαν μεγαλύτερα έσοδα, δεν υπόκειντο ως μη ενοριακοί, στην εισφορά του 35%. Ο Άγιος Δημήτριος, η Ροτόντα και η Αγία Σοφία στη Θεσσαλονίκη, η Αγία Παρασκευή Τεμπών, η Αγία Τριάδα στον Πειραιά, η Αγία Παρασκευή στους Άγιους Ανάργυρους, η Εκαντονταπυλιανή στην Πάρο ήταν μερικοί από τους προσκυνηματικούς ναούς, των οποίων τα κάθε είδους έσοδα εκφεύγαν της εισφοράς. Αντίθετα, οι ναοί αυτοί δεν ξέφευγαν της εισφοράς 5% προς την Αρχιεπισκοπή για την κατασκευή Συνοδικού Μεγάρου (Κανονισμός 102/1998, ΦΕΚ Α΄ 260).
Τρίτον, αύξησαν υπερβολικά τους μισθοδοτούμενους από το Δημόσιο κληρικούς. Έτσι, αν και προβλέπεται μισθοδοτούμενοι να είναι μόνον οι τακτικοί εφημέριοι, και μάλιστα όχι άνω του αριθμού των 8.000 (Κανονισμός 2/1970, ΦΕΚ Α΄ 193), σε αυτούς προστέθηκαν, υπό το καθεστώς του έκτακτου εφημέριου, και οι μοναχοί και οι διάκονοι και, τελικώς, ξεπερνούν κατά πολύ το συγκεκριμένο αριθμό (περίπου 11.000 σήμερα).
Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής ήταν το 2003 (τελευταία χρονιά εφαρμογής της ρύθμισης του Α.Ν. 536/1945) η κρατική δαπάνη για τους μισθούς και τις συντάξεις των ιερωμένων να ανέρχονταν σε περίπου 255 εκατομμύρια ευρώ, έναντι μόνον 17,6 εκατομμυρίων ευρώ από την είσπραξη από το κράτος του 35% των εσόδων των ενοριών.

Χωρίς αντάλλαγμα

Υποστηρίζεται ότι η κρατική μισθοδοσία των εφημερίων αποτελεί αντιστάθμισμα για την παραχώρηση προς το ελληνικό κράτος της ακίνητης περιουσίας της εκκλησίας της Ελλάδος. Τούτο δεν είναι ακριβές. Όπως μόλις σημειώθηκε, η μισθοδοσία από το Δημόσιο δεν συνέπεσε με την παραχώρηση εκκλησιαστικής περιουσίας: το 1945 που πρωτο-νομοθετήθηκε η μισθοδοσία, οι ναοί επέστρεφαν το κονδύλι της μισθοδοσίας στο κράτος! Επιπρόσθετα, η σημαντικότερη μεταβίβαση εκκλησιαστικής περιουσίας προς το κράτος υλοποιήθηκε το 1952 με σύμβαση η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 2185/1952 (ΦΕΚ Α΄ 217). Η σύμβαση αυτή ήταν αμφοτεροβαρής: το κράτος απέκτησε την κυριότητα αγροτεμαχίων και βοσκοτόπων εκτός Αττικής (αξίας 97 δισεκατομμυρίων δραχμών, όπως η ίδια η σύμβαση προσδιορίζει) έναντι ίσης αξίας αστικών ακινήτων και μετρητών που απέκτησε η εκκλησία. Τούτα όλα με αναλυτικούς πίνακες των εκτάσεων ή των ακινήτων που άλλαξαν κυριότητα, αλλά και εκείνων που διατηρούνται στην κυριότητα των μονών δημοσιεύονται σε άνω των εκατό σελίδες στο ΦΕΚ.
Περαιτέρω υποστηρίζεται ότι τα μέτρα που ελήφθησαν το 1833-1834 από το ελληνικό κράτος, συνιστούσαν «αρπαγή» της εκκλησιαστικής περιουσίας. Και τούτο δεν είναι ακριβές. Επρόκειτο για αναγκαστική διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας από το κράτος, η οποία είναι απότοκος των αποφάσεων της Δ΄ εν Άργει Εθνικής Συνέλευσης (1829). Η διαχείριση αυτή απέβλεπε πολιτικά στη διάρρηξη των τοπικών συμμαχιών αρχιερέων και προυχόντων. Οι τελευταίοι μίσθωναν σε εξευτελιστικές τιμές τη μοναστηριακή, κυρίως, περιουσία από τους αρχιερείς, εξασθενώντας έτσι σημαντικά τους εκκλησιαστικούς πόρους. Όπως μάλιστα αποκαλύπτουν σε ειδική μελέτη τους ο κ. Σπ. Τρωιάνος και η κα. Χ. Δημακοπούλου «τα σχετικά κονδύλια [από την κρατική διαχείριση] διατέθηκαν αποκλειστικά για τις ανάγκες του κλήρου και της εκπαίδευσης και διατηρήθηκαν ως διακεκριμένο κεφάλαιο του κρατικού Προϋπολογισμού [μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα], ενώ κατά καιρούς έτυχαν και πρόσθετων κρατικών επιδοτήσεων» [Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις κατά τον 19ο αιώνα (1833-1852), εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1999, σελ. 122].
Τέλος, υποστηρίζεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της Αθήνας «παραχωρήθηκε από την εκκλησία στο κράτος ή αυτό άρπαξε με διάφορους τρόπους» (αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, Tο Βήμα, 11.10.2005). Ούτε τούτο είναι απολύτως ακριβές. Από ένα δειγματοληπτικό στο υποθηκοφυλακείο Αθηνών προκύπτουν ότι η μεν έκταση που οικοδομήθηκε η αμερικάνικη πρεσβεία (αναφέρεται ρητώς στη δήλωση του αρχιεπισκόπου το 2005) απαλλοτριώθηκε νομίμως από το Δημόσιο με το Νόμο 2040/1952 (ΦΕΚ Α΄ 87), σύμφωνα με τα τότε ισχύοντα για τις απαλλοτριώσεις (Α.Ν. 1731/1932), το δε Νοσοκομείο Συγγρού (επίσης αναφέρεται ρητώς στη δήλωση) οικοδομήθηκε από το δωρητή Ανδρέα Συγγρό σε έκταση του Δημοσίου (Β.Δ. 109/8-5-1906).

Το ελάττωμα της συμφωνίας

Για να έλθουμε στα τωρινά, το μεγαλύτερο ελάττωμα της συμφωνίας Τσίπρα-Ιερώνυμου είναι η απουσία σοβαρού θεμελίου: τι δίδεται και τι λαμβάνεται. Κανείς δεν ξέρει την ακριβή διαφιλονικούμενη εκκλησιαστική περιουσία που περιέρχεται οριστικώς στην εκκλησία. Κανείς δεν ξέρει αν ο κατάλογος μισθοδοτούμενων κληρικών είναι εκκαθαρισμένος. Απόδειξη τούτου είναι το άρθρο 47 του νόμου 4559 (ψηφίστηκε μόλις την 8η Αυγούστου 2018), το οποίο για πρώτη φορά προβλέπει την κατάρτιση μητρώου κληρικών! Η προχειρότητα και η βιασύνη σύναψης αυτής της συμφωνίας καταδεικνύει τον πολιτικό (καιροσκοπικό) της χαρακτήρα.

*Επίκουρος καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet