Της Μαρίνας Ελευθεριάδου*

«[Για] Τι να διαπραγματευτεί ένα πρόβατο με έναν λύκο;», αυτή ήταν η παροιμιώδης απάντηση του Αγιατολάχ Χομεϊνί σε ερώτηση για το ενδεχόμενο μιας ιρανο-αμερικανικής διευθέτησης. Τριάντα χρόνια αργότερα, η καχυποψία του Χομεϊνί επαληθεύεται, τουλάχιστον στα μάτια του ιρανικού καθεστώτος, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται αφερέγγυες απέναντι στις διεθνείς δεσμεύσεις τους, γεγονός που για την ιρανική ηγεσία επιβεβαιώνει την άποψη του Χομεϊνί ότι ο μοναδικός στόχος των ΗΠΑ είναι η ταπείνωση του Ιράν και η αλλαγή του (ισλαμικού) καθεστώτος.
Αναμφισβήτητα, η λογική της επαναδιαπραγμάτευσης σε μηδενική βάση που χαρακτηρίζει την αμερικανική πολιτική μετά τη μονομερή αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, τον περασμένο Μάιο, έχει τέτοια χροιά. Η «ταπείνωση του Ιράν» αποτυπώνεται στα «12 σημεία», που αποτελούν σύμφωνα με τον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, τη νέα βάση διαπραγμάτευσης. Το Ιράν ουσιαστικά καλείται σε καθολική αναδίπλωση σε όλα τα περιφερειακά μέτωπα, από την Υεμένη και το Αφγανιστάν (όπου μάλιστα κατηγορείται για στήριξη των Ταλιμπάν), μέχρι τη Συρία και το Ιράκ, ακόμα και στη σχέση της με τη Χεζμπολά. Την ίδια στιγμή το Ιράν καλείται να αποφεύγει «την επιθετική συμπεριφορά εναντίον γειτόνων της», όπως το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι κάθε άλλο παρά δελεαστικοί αυτοί όροι για μια επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας συνοδεύονται από την επανεπιβολή των οικονομικών κυρώσεων, η άρση των οποίων αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο της συμφωνίας του 2015. Ωστόσο, η σταδιακή επαναφορά των κυρώσεων δεν αποσκοπεί μόνο στον οικονομικό εξαναγκασμό του ιρανικού καθεστώτος σε περιφερειακή συρρίκνωση, αλλά ευελπιστεί και σε μια αλλαγή καθεστώτος, που θα έρθει λόγω των αυξανόμενων αντιδράσεων και εντάσεων στο Ιράν λόγω των επιπτώσεων των κυρώσεων στην ευρύτερη ιρανική κοινωνία. Βασικός θιασώτης μιας τέτοιας σκληρής πολιτικής κυρώσεων είναι ο έτερος εκφραστής της αντι-ιρανικής γραμμής στην αμερικανική κυβέρνηση, ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Τζον Μπόλτον, ο οποίος χαρακτηριστικά δήλωσε ότι ο στόχος είναι να ασκηθεί αρκετή οικονομική πίεση για να «τρίξουν τα κουκούτσια» του ιρανικού καθεστώτος.

Οι συνέπειες των κυρώσεων

Οι οικονομικές κυρώσεις αναμφισβήτητα πλήττουν την ιρανική οικονομία. Πολλές ξένες επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν επενδύσει στο Ιράν μετά το 2015, μεταξύ αυτών και η Airbus, η Peugeot, η Siemens και η Total, έχουν ήδη αποσυρθεί από το Ιράν, σε μια προσπάθεια να προστατευτούν από τις κυρώσεις και να μη διακινδυνεύσουν την πρόσβαση τους στην αμερικανική αγορά. Αντίστοιχα, οι εξαγωγές πετρελαίου έχουν μειωθεί κατά 34% σε διάστημα έξι μηνών (Μάιος-Οκτώβριος 2018), συμπαρασύροντας την αξία του ιρανικού νομίσματος (ριάλ) και εκτοξεύοντας τον πληθωρισμό (επισήμως στο 13.5%, αλλά στην πραγματικότητα πολύ παραπάνω).
Ωστόσο, μια αναδίπλωση —πόσο μάλλον κατάρρευση— του ιρανικού καθεστώτος αποτελεί προς το παρόν ένα απίθανο ενδεχόμενο. Η ιρανική θρησκευτική, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία έχουν αποδείξει την τάση τους να παραμερίζουν τις εσωτερικές τους διαφορές και να συνασπίζονται σε περιόδους κρίσης. Ο ιρανός πρόεδρος Χασάν Ρουχανί έχει βρεθεί στο στόχαστρο εσωτερικής κριτικής για το χειρισμό της οικονομικής ύφεσης, αναγκάζοντάς τον να απομακρύνει τους υπουργούς Οικονομικών και Εργασίας. Ωστόσο, μια ευθεία αμφισβήτηση του Ρουχανί από το θρησκευτικό κατεστημένο είναι απίθανη, καθώς θα προέβαλε μια εικόνα ενδο-καθεστωτικής αστάθειας και αδυναμίας. Αντίστοιχα, οι κοινωνικές αντιδράσεις εντός Ιράν, προτού κλιμακωθούν, πρώτα θα περάσουν από μια περίοδο «πατριωτικής αντίδρασης», κατά την οποία οι Ιρανοί θα κατευθύνουν την οργή τους για τη φαινομενικά άδικη προσωπική στοχοποίησή τους με τις κυρώσεις, στους υπεύθυνους για την επιβολή των κυρώσεων παρά στις ευθύνες της ιρανικής κυβέρνησης. Η ιρανική καμπάνια στο Twitter #SanctionsTargetMe αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου ανακλαστικού και ενδεχομένως να είναι ικανή να δώσει στο ιρανικό καθεστώς τον απαραίτητο χρόνο για μια ενδεχόμενη αλλαγή στην αμερικανική πολιτική, πιθανότητα που επιβεβαίωσαν οι ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές.

Με το βλέμμα στο 2020

Τα υπόλοιπα μέρη της συμφωνίας με το Ιράν (Ρωσία, Κίνα, Γαλλία, Βρετανία και Γερμανία), που διαφωνούν με τη διάλυσή της, κρατούν μια αντίστοιχη στάση αναμονής, λαμβάνοντας παράλληλα μέτρα για την προστασία των βασικών παραμέτρων της συμφωνίας και τη θωράκιση των οικονομιών τους από τις επιπτώσεις των κυρώσεων. Σε αυτό το παιχνίδι της αναμονής, τα ευρωπαϊκά κράτη, λόγω της μεγαλύτερης έκθεσής τους στην αμερικανική αγορά, αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πρόκληση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με άξονα τη Γαλλία και τη Γερμανία, έχει ρίξει το βάρος στη δημιουργία ενός «μηχανισμού ειδικού σκοπού», που θα επιτρέπει τη συνέχιση του εμπορίου με το Ιράν, μέσω πιστώσεων και χωρίς χρηματικές ροές, οι οποίες θα επέσυραν τις αμερικανικές κυρώσεις. Ωστόσο, την 5η Νοεμβρίου, ημέρα επιβολής του τελευταίου γύρου των κυρώσεων, ο μηχανισμός δεν είχε τεθεί ακόμα σε λειτουργία. Δεν ήταν καν σαφές ποια θα είναι η έδρα του μηχανισμού, πόσο μάλλον τα επιμέρους στοιχεία της λειτουργίας του.
Ωστόσο, η μονομερής αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία και οι ακόλουθες κυρώσεις δεν πλήττουν μόνο τη συμφωνία για τα πυρηνικά και την εν γένει σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. Σημαντικός αριθμός άλλων κρατών που εξαρτώνται από το ιρανικό εμπόριο, και κυρίως το ιρανικό πετρέλαιο, όπως η Ινδία, η Τουρκία, η Ιταλία, αλλά και η Ελλάδα, βλέπουν με παρόμοια ανησυχία την επανεπιβολή των κυρώσεων. Προς το παρόν, οι τέσσερις αυτές χώρες (μαζί με την Κίνα, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και Ταιβάν) απολαμβάνουν μερική εξαίρεση από τις κυρώσεις στο εμπόριο πετρελαίου με το Ιράν. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα έχουν επιλέξει να στραφούν σε άλλες χώρες παραγωγούς, ενώ η Κίνα και η Ινδία συνεχίζουν τις εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου, αν και σε σαφώς μειωμένες ποσότητες σε σχέση με την περίοδο πριν τον Μάιο του 2018. Η αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια αυτού του «καθεστώτος εξαίρεσης» και το τι ξημερώνει το 2020 στις ΗΠΑ, επηρεάζει περισσότερο τις χώρες με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από το ιρανικό πετρέλαιο και τις λιγότερες ή ακριβότερες δυνατότητες διαφοροποίησης, όπως η Τουρκία και η Ελλάδα, οι οποίες αντιμετωπίζουν ένα αβέβαιο μέλλον για την τροφοδότηση της ασθμαίνουσας οικονομίας τους με φθηνό ή επί πιστώσει πετρέλαιο.
Οι ατελείς πρωτοβουλίες της ΕΕ και η επίπλαστη κανονικότητα που παρουσιάζει η προσωρινή παράταση του «καθεστώτος εξαίρεσης» για το εμπόριο (πετρελαίου) με το Ιράν, σηματοδοτούν μια πολιτική στήριξη στο Ιράν, ανεξάρτητα αν από οικονομικής άποψης προσφέρουν ελάχιστα στην επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος. Το ερώτημα είναι αν αυτή η «πολιτική στήριξη» μπορεί να σταθεί αρκετή για τη σωτηρία της συμφωνίας του 2015, τουλάχιστον μέχρι το 2020, όταν όλα αυτά μπορούν να γίνουν απλώς μια «παρένθεση μονομέρειας».

*Διδάσκει «Ασύμμετρες Συγκρούσεις» στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και είναι αρχισυντάκτρια στο Κέντρο Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών (ΚΕΜΜΙΣ) www.cemmis.edu.gr
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet