Οι έτσι κι αλλιώς πολιτικά αποδυναμωμένοι στις χώρες τους Μέρκελ και Μακρόν βλέπουν την Ευρώπη που ήξεραν, να χάνεται κάτω από τα πόδια τους, αλλά οι ιδεολογικές τους αγκυλώσεις και τα γραμμάτια που έχουν να εξοφλήσουν προς τις «αγορές» και συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα δεν τους επιτρέπουν να σκεφτούν μια πραγματική αλλαγή πολιτικής. Περιορίζονται έτσι μονίμως σε μεγαλοστομίες για «μεταρρυθμίσεις», που δεν αγγίζουν όμως σε καμιά περίπτωση την πραγματική αιτία του διογκούμενου αντιευρωπαϊσμού που δεν είναι άλλη από τη μόνιμη αποξένωση της εμμονικά νεοφιλελεύθερης πολιτικής τους από την κοινωνία.



Οι ανάγκες της εσωτερικής πολιτικής υποχρεώνουν και τους δύο να ασχοληθούν με άλλες προτεραιότητες και η αυτοπεποίθησή τους κάθε άλλο παρά στα ύψη πρέπει να βρίσκεται για να τους επιτρέπει να λάβουν γενναίες πρωτοβουλίες.

 

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Αυτός βλέπει τη δημοφιλία του να ακολουθεί σταθερά καθοδική πορεία και τις φιλόδοξες υποσχέσεις του να διαλύονται σαν σαπουνόφουσκες. Εκείνη ετοιμάζεται για τη μεγάλη αποχώρηση και προσπαθεί να επηρεάσει τη σκηνοθεσία της διαδοχής της και να διασφαλίσει όσο μπορεί την απειλούμενη υστεροφημία της. Ανγκέλα Μέρκελ και Εμανουέλ Μακρόν συναντήθηκαν την περασμένη Κυριακή στο Βερολίνο και ήταν φανερή η προσπάθειά τους να επιδείξουν ομοφωνία για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων στην Ευρώπη, έστω με το σταγονόμετρο.
Μόνο που αν δει κανείς την ουσία των λεγομένων τους και τη συγκρίνει όχι μόνο με τις πραγματικές ανάγκες της ΕΕ, αλλά και με τις ίδιες τις δικές τους κατά καιρούς εξαγγελίες αισθάνεται ότι ο κατάλογος πρέπει να έπεσε θύμα της εκπτωτικής μανίας της Μαύρης Παρασκευής. Black Friday και στις μεταρρυθμίσεις, αφού η εκατέρωθεν καχυποψία παραμένει, οι ανάγκες της εσωτερικής πολιτικής υποχρεώνουν και τους δύο να ασχοληθούν με άλλες προτεραιότητες και η αυτοπεποίθησή τους κάθε άλλο παρά στα ύψη πρέπει να βρίσκεται για να τους επιτρέπει να λάβουν γενναίες πρωτοβουλίες.
Αλλά το πρόβλημα και των δύο είναι κυρίως άλλο. Τόσο η κα Μέρκελ όσο και ο κ.Μακρόν παραμένουν δέσμιοι νεοφιλελεύθερων λογικών στην οικονομία, οι οποίες και δεν τους επιτρέπουν να δουν την ΕΕ ως ένα χώρο που χρήζει μιας πολύ πιο αλληλέγγυας, κοινωνικής πολιτικής. Και οι δύο προσπαθούν πρωτίστως να ικανοποιήσουν ανάγκες και επιταγές του επιχειρηματικού και τραπεζικού κατεστημένου των χωρών τους, οι οποίες πολλές φορές κάθε άλλο παρά ευρωπαϊκές είναι. Στους τομείς που τα συμφέροντα μπορεί να συμπέσουν εκεί υπάρχουν και τα περιθώρια για προχωρημένη «ευρωπαϊκή» συνεργασία, όπως δείχνει η προσπάθεια ενίσχυσης της πολεμικής βιομηχανίας μέσω της περαιτέρω στρατιωτικοποίησης της Ευρώπης την οποία προωθεί με όλες του τις δυνάμεις ο Γάλλος πρόεδρος επικαλούμενος την ανάγκη για μια ισχυρή Ευρώπη.
Η γαλλογερμανική συνάντηση κορυφής, όπως και η συνάντηση των υπουργών Οικονομικών των δύο κρατών την επόμενη ημέρα έφεραν λοιπόν προτάσεις για ένα κοινό προϋπολογισμό και τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, αλλά και οι δύο αυτές εξαγγελίες παρέμειναν νεφελώδεις ως προς το ύψος της χρηματοδότησης, όπως και τις αρμοδιότητες ενός τέτοιου ταμείου. Φάνηκε επίσης ότι δεν υπάρχει συμφωνία για ένα κοινό Ευρωπαίο Υπουργό Οικονομικών, αλλά και για ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανεργίας.

Οι αμετακίνητοι του Βορρά

Γενικώς το Βερολίνο επιμένει σταθερά να μπλοκάρει οποιαδήποτε ιδέα μπορεί να θεωρηθεί ως «κοινοτικοποίηση των χρεών» ή ως «μηχανισμός μεταφοράς κονδυλίων» από το Βορρά προς το Νότο. Εχει μάλιστα και την αγαστή συμπαράσταση χωρών όπως η Ολλανδία και η Αυστρία και έτσι μπορεί συχνά να κρύβεται από πίσω τους όταν δεν θέλει η ίδια η γερμανική κυβέρνηση να παίξει το ρόλο του κακού. Κανείς δεν περιμένει λοιπόν εκκωφαντικές εκπλήξεις όταν μέσα στο Δεκέμβριο θα παρουσιαστούν πιο συγκεκριμένες και αναλυτικές προτάσεις του γαλλογερμανικού «άξονα» όπως υποσχέθηκε η Ανγκέλα Μέρκελ. Οι κοινός προϋπολογισμός θα είναι ύψους μερικών δεκάδων δισεκατομμυρίων και θα επικεντρώνεται κυρίως στις επενδύσεις και τη σύγκλιση, καθώς και στη σταθερότητα, η οποία όμως θα συνδέεται με «εθνικές μεταρρυθμίσεις». Ουσιαστικά η Γερμανία θα επιδιώξει να συνδέσει την όποια υποχώρησή της σε αυτό τον τομέα με δεσμεύσεις για συνέχιση μιας περιοριστικής πολιτικής, αλλά και δικλείδες ότι ο καθένας θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για τα δικά του προβλήματα. Στην ουσία δηλαδή, μια από τα ίδια, τη στιγμή που κορυφαίοι οικονομολόγοι αποκαλούν αποτυχημένο το εικοσαετές πείραμα της ευρωζώνης: την ώρα που οι οικονομικές επιδόσεις της Γερμανίας αυξήθηκαν από το 1999 κατά 27% και της Αυστρίας κατά 33%, το ιταλικό ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 6% ενώ το πορτογαλικό κατά 5%.

Ο Μακρόν και το χάος

Το Βερολίνο εξακολουθεί να στέκεται αρνητικά και απέναντι στο φιλόδοξο γαλλικό σχέδιο περί φορολόγησης των γιγάντων του Ιντερνετ, των λεγόμενων GAFA (Google, Apple, Facebook και Amazon), το οποίο πάντως θεωρείται δύσκολο να υλοποιηθεί στην πράξη. Με δεδομένα τα παραπάνω έμειναν μόνο τα μεγάλα δραματικά λόγια ειδικά από τη μεριά του γάλλου Προέδρου ο οποίος μίλησε για «ανάγκη επανίδρυσης της Ευρώπης» προσθέτοντας ότι «το γαλλο-γερμανικό δίδυμο, φέρει την υποχρέωση να μην αφήσει τον κόσμο να ολισθήσει προς το χάος».
Μέρκελ και Μακρόν δεν μπορεί παρά να έχουν καταλάβει ότι η Ευρώπη εμφανίζει ολοένα και πιο έντονα συμπτώματα αποσύνθεσης, χάνει σε αξιοπιστία και προκαλεί αντιπάθειες στους ίδιους της τους πολίτες. Αισθάνονται πιθανώς την ανάγκη να κάνουν κάτι, αλλά οι δεσμεύσεις τους απέναντι στα κέντρα πραγματικής εξουσίας που τους στήριξαν τα προηγούμενα χρόνια δεν τους επιτρέπουν να ξεπεράσουν τα όρια τους. Περιορίζονται έτσι σε βερμπαλισμούς για έναν ασαφή «ευρωπαϊσμό», ο οποίος παρουσιάζεται παντελώς απογυμνωμένος από το πολιτικό του περιεχόμενο και ο οποίος δε μπορεί να πείσει το εκλογικό σώμα στις περισσότερες χώρες-μέλη. Ειδικά στη Γαλλία πάντως, οι ανησυχητικές δημοσκοπήσεις, που δείχνουν ότι κάθε άλλο παρά έχει αναχαιτιστεί η επέλαση της ακροδεξιάς, φαίνεται να έχουν ταρακουνήσει αρκετούς. Οι δηλώσεις του γάλλου υπουργού Οικονομικών είναι χαρακτηριστικές: «Η έλλειψη σύγκλισης μεταξύ των εθνικών οικονομιών δεν είναι βιώσιμη για μια ενιαία νομισματική ένωση μακροπρόθεσμα», προειδοποίησε ο Μπρούνο Λε Μερ.
«Η σημερινή Ευρωζώνη δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει οικονομικές κρίσεις», όπως υποστήριξε εν μέσω ανησυχιών και για τις εξελίξεις στην Ιταλία. Ακόμα πιο ανήσυχος εμφανίστηκε σε πρόσφατες δηλώσεις του και ο Επίτροπος της ΕΕ Πιέρ Μοσκοβισί, ο οποίος και μίλησε για την ανάγκη μιας «νέας προοδευτικής αριστεράς», η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντίβαρο στην άνοδο του συντηρητισμού και των ακροδεξιών ιδεών. Αλλά ειδικά στη Γαλλία οι προοπτικές για ένα τέτοιο πολιτικό εγχείρημα μοιάζουν σχεδόν ανύπαρκτες και στη Γερμανία το SPD μοιάζει με εκκρεμές που δεν έχει αποφασίσει αν και πού θα σταματήσει...

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet