Τη συνέντευξη πήρε
ο Δημήτρης Γκιβίσης

Η νίκη του Μπολσονάρο φαίνεται ότι σηματοδοτεί το τέλος των προοδευτικών κυβερνήσεων στη Λατινική Αμερική. Ποια είναι τα πολιτικά συμπεράσματά σας;
Σίγουρα με το θρίαμβο του Μπολσονάρο κλείνει αυτός ο κύκλος των προοδευτικών κυβερνήσεων που είχαμε από την εμφάνιση του Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα και που σηματοδότησε την πορεία, κατά την πρώτη δεκαετία αυτού του αιώνα, σε μεγάλο μέρος της Λατινικής Αμερικής. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί την εξάντληση ενός μοντέλου «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», γιατί αυτό ήταν γενικά όλες αυτές οι εμπειρίες. Σήμερα η μόνη χώρα που επιβιώνει, εφαρμόζοντας σε κάποιο βαθμό, και ενδεχομένως εμβαθύνοντας, το σοσιαλισμό είναι η Βολιβία. Η Βενεζουέλα, παρόλο που η κυβέρνηση του Νίκολας Μαδούρο δεν πέφτει, δεν είναι πλέον ένα σημείο σοσιαλιστικής αναφοράς. Η εξορυκτική εξάρτηση, ουσιαστικά καπιταλιστική, είναι ένα φορτίο που δεν έχει αποκολληθεί. Όλες αυτές οι κυβερνήσεις, οι οποίες δεν ήταν ακριβώς σοσιαλιστικές επαναστάσεις με την αυστηρή έννοια της λέξης, δεν είχαν ως στόχο να αλλάξουν ριζικά τίποτα. Ήταν απλοί διαχειριστές αναδιανομής με αρκετά μεταρρυθμιστικά κοινωνικά σχέδια, με κηδεμονία και με πολιτικές φιλανθρωπίας. Όταν μειώθηκαν οι τιμές των πρώτων υλών, εξαιτίας των αλλαγών στο διεθνές σκηνικό, δεν ήταν πλέον δυνατή η συνέχιση των προγραμμάτων βοήθειας. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν «λάθη» από αυτές τις κυβερνήσεις. Αυτό που δεν υπήρχε, ήταν το επαναστατικό DNA στο έργο τους. Και δίπλα σε αυτό, η γεωστρατηγική της Ουάσιγκτον έκανε καλά τη δουλειά της, βομβαρδίζοντάς τις συνεχώς μέχρι να τις οδηγήσει στο τέλος.

Τι σημαίνει για τη Λατινική Αμερική το γεγονός ότι στις περισσότερες χώρες βλέπουμε πλέον κυβερνήσεις φιλικά προσκείμενες προς τις ΗΠΑ;
Οι ΗΠΑ, που παραμένουν πάντα πιστές στο δόγμα του Τζέιμς Μόνροου («Αμερική για τους Αμερικανούς ...του Βορρά»), δεν έβγαλαν ποτέ τα μάτια τους από τη Λατινική Αμερική. Οι περισσότερες από 70 στρατιωτικές βάσεις με υψηλή τεχνολογία που διαθέτουν στην περιοχή, δείχνουν ότι η Λατινική Αμερική εξακολουθεί να είναι πολύ σημαντική για αυτές: φυσικοί πόροι, όπως πετρέλαιο, νερό, ορυκτά, βιοποικιλότητα τροπικών δασών, φθηνή εργασία, αγορά για τα προϊόντα τους, χώρες από τις οποίες παίρνουν πολύ υψηλά ενοίκια με τα εξωτερικά χρέη που έχουν επιβληθεί. Εξαιτίας όλων αυτών, η Ουάσιγκτον δεν έπαψε ποτέ να ανησυχεί για το τι συνέβαινε νότια του Ρίο Γκράντε. Και προσπαθούσε πάντοτε να απαλλαγεί από αυτές τις σθεναρές κυβερνήσεις, οι οποίες δεν ευθυγραμμίζονταν πλήρως με την πολιτική της, όπως η Κούβα ή η Νικαράγουα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Σαντινίστας των περασμένων δεκαετιών. Το ζήτημα της καταπολέμησης της διαφθοράς που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ σχεδόν ως «σταυροφορία», χρησίμευσε τέλεια για να υπονομεύσει αυτές τις προοδευτικές κυβερνήσεις. Ξεκινώντας από τη Γουατεμάλα, όπου λειτούργησε ως εργαστήριο (διευκρινίζοντας ότι η καθαιρεθείσα κυβέρνηση του Πέρες Μολίνα δεν ήταν ακριβώς αντίπαλός τους), το δόγμα της «καταπολέμησης της διαφθοράς» κατάφεραν να το εφαρμόσουν με επιτυχία στη συνέχεια ως μια «επανάσταση χρώματος» και σε άλλες χώρες, όπως στην Αργεντινή και στη Βραζιλία. Τώρα οι ΗΠΑ έχουν ουσιαστικά όλες τις κυβερνήσεις της περιοχής ευθυγραμμισμένες με τις στρατηγικές τους. Αυτή δεν είναι καλή είδηση για τους λαούς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Είναι μια εξέλιξη που υπόσχεται μεγαλύτερη δυστυχία και περισσότερη εξάρτηση, μεγαλύτερη καταστολή και περισσότερο αυταρχισμό.

Ο πόλεμος της τέταρτης γενιάς

Πρόσφατα γράψατε πως η Αριστερά πρέπει να αναγνωρίσει ότι η Δεξιά έχει κερδίσει τον ιδεολογικό αγώνα. Προσθέσατε, επίσης, ότι η Αριστερά δεν είναι πολύ σαφής στην πορεία της. Πώς συνδέονται αυτά τα δύο και πώς αλληλεπιδρούν;
Η ταξική πάλη δεν εξαφανίστηκε ποτέ, αν και με την πτώση του σοβιετικού σοσιαλιστικού στρατοπέδου η Δεξιά ήθελε να το πιστεύει, και γινόταν συζήτηση για το «τέλος της ιστορίας». Ο ταξικός αγώνας συνεχίζει να είναι ο καθολικός κινητήρας που ενεργοποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις -και είναι σήμερα, όπως ήταν πάντα, καυτός. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι από την άφιξη του νεοφιλελευθερισμού το αριστερό στρατόπεδο βρίσκεται σε υποχώρηση: ιστορικές κατακτήσεις της εργασίας χάθηκαν, η πρεκαριοποίηση αυξήθηκε σε εκπληκτικό βαθμό, ολόκληροι πληθυσμοί εξαθλιώθηκαν. Αλλά η ταξική πάλη δεν σταματά και ο ιδεολογικός αγώνας συνεχίζει να παραμένει αμετάβλητος. Ο μαρξισμός έχει κηρυχθεί νεκρός αμέτρητες φορές (περίεργο πτώμα, έτσι δεν είναι; παρόλο που τον θάβουν συνεχώς, είναι ζωντανός), και ο λόγος της Δεξιάς, αξιοποιώντας τις απεριόριστες νέες τεχνολογίες της επικοινωνίας, έχει εξαπλωθεί με συντριπτική δύναμη. Σήμερα βλέπουμε τον πόλεμο της τέταρτης γενιάς, μιντιακός και ψυχολογικός, χαμηλής έντασης, χωρίς αίμα, αλλά περισσότερο καταστροφικός. Ένας πόλεμος στις «καρδιές και στα μυαλά». Σε αυτόν τον αγώνα, οι δυνάμεις της Δεξιάς με τις δεξαμενές σκέψεις και με μια ατελείωτη διάθεση πόρων, κέρδισαν την Αριστερά. Η Αριστερά, ως έκφραση του αγώνα του λαϊκών τάξεων, είναι αποπροσανατολισμένη. Σήμερα, τα περισσότερα αντισυστημικά στοιχεία στη Λατινική Αμερική τα βλέπουμε στις ομάδες των αυτόχθονων αγροτών, που αγωνίζονται για την υπεράσπιση των προγονικών περιοχών τους ενάντια στην εισβολή των εξορυκτικών βιομηχανιών (εξόρυξη, υδροηλεκτρικά, μονοκαλλιέργειες για εξαγωγή, πολλές περιπτώσεις που συνδέονται με τα αγροκαύσιμα). Δεν υπάρχει ένα σαφές αριστερό σχέδιο. Η ιδεολογία της Αριστεράς δεν βρίσκει μια σαφή πορεία. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ιστορία τελείωσε. Είναι μια στιγμή αντίστασης, πολύ μεγαλύτερη από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, όπου η Αριστερά κέρδισε πολλές μάχες. Αυτό όμως που είναι ξεκάθαρο είναι ότι ο αγώνας συνεχίζεται.

Εναλλακτικές λύσεις

Απέναντι στην εξάντληση του κρατικού προοδευτισμού και των περιορισμών που έχουν οι μεταρρυθμιστικές πολιτικές, πώς μπορεί να οικοδομηθεί μια εναλλακτική αντικαπιταλιστική λύση στην Λατινική Αμερική; Τι προοπτικές υπάρχουν;
Καταρχήν, οι εναλλακτικές διαδρομές δεν φαίνονται πολύ σαφείς. Η σοσιαλιστική επανάσταση που επινοήθηκε πριν από χρόνια, ίσως λαμβάνοντας ως μοντέλο τη μπολσεβίκικη ή την κουβανική επανάσταση,
σήμερα δεν φαίνεται πολύ πιθανή. Με έναν απολύτως παγκοσμιοποιημένο κόσμο, με μεγάλες οικονομικές δυνάμεις που ελέγχουν τα πάντα, και με μια εκπληκτική ανάπτυξη τεχνολογιών ελέγχου από το κεφάλαιο (στρατιωτικός έλεγχος, ΜΜΕ, έλεγχος πληροφοριών και κατασκοπείας), είναι δύσκολο να βρεθούν οι τρόποι. Αλλά έχουμε και ένα τεράστιο τόξο δυνάμεων που, με κάποιο τρόπο, αποτελούν ένα μέτωπο αγώνα κατά του συστήματος: τα φεμινιστικά κινήματα, τα κινήματα της εθνοτικής αυτοδιάθεσης, της χειραφέτησης, της σεξουαλικής πολυμορφίας, της καταπολέμησης της υποβάθμισης του περιβάλλοντος. Όλο αυτό το ευρύ πλαίσιο, χωρίς να λέει ακριβώς κάτι το σοσιαλιστικό, λειτουργεί ως εναλλακτική λύση. Το να περιμένουμε βαθιές και πραγματικές αλλαγές από τις καπιταλιστικές δημοκρατίες, και όλες οι εμπειρίες του προοδευτισμού της Λατινικής Αμερικής το έδειξαν αυτό, είναι αδύνατο. Οι αντιπροσωπευτικές αστικές δημοκρατίες δεν δημιουργούνται για να κάνουν πραγματικές αλλαγές. Αντίθετα, στην καλύτερη περίπτωση κάνουν μόνο καλλωπιστικές αλλαγές, ώστε να μην αλλάξουν τίποτα ουσιαστικά. Πρέπει να συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε τους επαναστατικούς μετασχηματισμούς της βάσης. Αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο. Σήμερα, μια σοσιαλιστική επανάσταση «στην κλασική κατάσταση» σε μία χώρα είναι αδύνατη. Αλλά η ουτοπία είναι ακόμα δυνατή. Τα ένοπλα κινήματα εξαντλήθηκαν και ίσως δεν θα επιστρέψουν πια. Πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι δρόμοι για την κοινωνική επανάσταση δεν είναι σαφείς σήμερα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο καπιταλισμός, ως σύστημα, έχει θριαμβεύσει. Τα ιστορικά προβλήματα της ανθρωπότητας εξακολουθούν να υπάρχουν: πείνα, έλλειψη βασικών υπηρεσιών, άγνοια, προκατάληψη, βία. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ξανασκεφτούμε τους όρους του κλασσικού μαρξισμού πολύ καλά, όχι για να τον απορρίψουμε, αλλά για να τον επανανοηματοδοτήσουμε/επανερμηνεύσουμε στις τρέχουσες συνθήκες.

Το «φαινόμενο Μπολσονάρο» είναι προφανές ότι δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά δείχνει μια γενικότερη στροφή σε αυταρχικά πολιτικά μοντέλα, την οποία βλέπουμε και σε άλλες χώρες, όπως στις ΗΠΑ, την Τουρκία, τις Φιλιππίνες, την Ουγγαρία, την Ιταλία, κλπ. Θεωρείτε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα στρατηγική επιλογή του καπιταλισμού; Και τι σημαίνει αυτό για την παγκόσμια ισορροπία;
«Η ακροδεξιά είναι στη μόδα», λένε κάποιοι. Φαίνεται αλήθεια. Οι πολιτικές εξελίξεις δεν δημιουργούν αμφιβολίες ότι στη ζωή υπάρχουν κύκλοι. Το 2000 ξεκίνησε με τις προοδευτικές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής. Τώρα με το θρίαμβο του Τραμπ στις ΗΠΑ και του Brexit στη Μεγάλη Βρετανία, φαίνεται ότι κερδίζει έδαφος ο λόγος της σκληρής δεξιάς, ένας λόγος ρατσιστικός, πατριαρχικός, ακόμη και ομοφοβικός, Αυτό, πιθανότατα, ήρθε να μείνει για λίγο. Και δεν βλέπω μεγάλη πιθανότητα αντίδρασης από την Αριστερά. Ο ιδεολογικός λόγος, ο οποίος χειρίζεται πολύ καλά τις τεχνικές της «ανθρώπινης μηχανικής», όπως αποκαλείται, έχει φανερά στραφεί προς τα δεξιά. Πώς να καταλάβουμε ότι σε μια βραζιλιάνικη φαβέλα επέλεξαν έναν φασίστα όπως ο Μπολσονάρο; Οι μάζες είναι πολύ χειραγωγήσιμες και όλοι είμαστε μέρος των μαζών! Σήμερα αυτές οι τεχνικές ελέγχου μας έχουν πολύ δεμένους. Δεν ξέρουμε που μας οδηγεί αυτός ο ρατσιστικός και αυταρχικός λόγος. Υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο ενός μεγάλου παγκόσμιου πολέμου. Παρόλο που πιστεύουμε ότι θα επικρατήσει ο ορθολογισμός και ότι κανείς δεν θα θελήσει να πυροβολήσει πυρηνικά οπλοστάσια, το ανθρώπινο ον είναι αρκετά απρόβλεπτο, και η απελπισία του καπιταλισμού για να μην χάσει τα μνημειώδη προνόμιά του μπορεί να οδηγήσει σε οτιδήποτε.

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet