Της Κωνσταντίνας Κούνεβα

Μπορεί τελικά μια «παρανομία» να εξελιχθεί στο αντίθετό της, να γίνει σύμβολο ανθρώπινης αξιοπρέπειας και κοινωνικής δικαιοσύνης; Να που μπορεί. Η υπόθεση της κ. Δήμητρας Τσιαντάκη, της καθαρίστριας από τον Βόλο που είναι πια εκτός φυλακής, ανάμεσα στην οικογένεια και τα αγαπημένα της πρόσωπα, αυτό αποδεικνύει. Μια είδηση που πριν από 25 μέρες πέρασε στα ψιλά, στα μονόστηλα του δικαστικού ρεπορτάζ, και αρχικά είχε κινήσει το ενδιαφέρον ελάχιστων, έγινε το επίκεντρο ενός μεγάλου κύματος διαμαρτυρίας και αλληλεγγύης που μας ξεπέρασε και πέτυχε την πρώτη σημαντική νίκη, με την αποφυλάκισή της.
Η σημασία αυτής της νίκης έχει πολλές διαστάσεις. Η πρώτη και πιο φανερή είναι η ανθρώπινη. Η Δήμητρα Τσιαντάκη είναι ελεύθερη. Φυσικά, έχει μπροστά της έναν δικαστικό αγώνα μέχρι να δικαιωθεί στον Άρειο Πάγο, και σ’ αυτό πρέπει πάλι να μας βρει στο πλευρό της.
Η δεύτερη διάσταση αυτής της νίκης αφορά τη Δικαιοσύνη. Η Δικαιοσύνη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Συγκροτείται από συγκεκριμένους ανθρώπους. Με τις απόψεις τους, τις αντιλήψεις τους, τις δικαστικές «συνήθειές» τους, τις επιρροές τους. Οι δικαστές δεν ζουν σε γυάλα. Ζουν στην κοινωνική πραγματικότητα. Και οφείλουν να μην την ξεχνούν, όταν σκύβουν πάνω από τις ψυχρές δικογραφίες και εξετάζουν φοβισμένους κατηγορούμενους ή μάρτυρες. Αυτό νομίζω ότι δηλώνουν οι φράσεις που ακούμε συχνά για το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» ή για τα «διδάγματα της κοινής πείρας». Οι δικαστές πρέπει να βρίσκονται σε διαρκή «διάλογο» με την κοινωνία, όταν χειρίζονται ένα κοινωνικό ζήτημα που χρειάζεται την κρίση τους ή που καταλαβαίνουν ότι απαιτεί νέα νομοθετική ρύθμιση. Αυτό δεν θίγει καθόλου την ανεξαρτησία τους. Ίσα ίσα, η ανεξαρτησία των δικαστών αποδεικνύεται όταν δεν είναι προσκολλημένοι στο «γράμμα του νόμου», που μπορεί να είναι ξεπερασμένος και κραυγαλέα άδικος για τους πιο αδύναμους.
Ζούμε σε μια ταξική κοινωνία, με βαθιές ανισότητες. Αυτό που ορίζει το Σύνταγμά μας, όπως κάθε δημοκρατικό σύνταγμα, πως «όλοι οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», ξέρουμε ότι στην πράξη είναι αδύνατο να ισχύσει. Κάποιοι είναι «πιο ίσοι» από τους άλλους. Γιατί έχουν τα χρήματα να πληρώσουν ακριβά παράβολα και ακριβοπληρωμένους δικηγόρους. Γιατί έχουν την ισχύ να επηρεάσουν τα ΜΜΕ, έχουν τις διασυνδέσεις τους στο βαθύ κράτος και στο πολιτικό σύστημα. Όλα όσα δεν έχουν οι φτωχότεροι και οι αόρατοι της κοινωνίας, που καμιά φορά αναγκάζονται να προσφύγουν σε μικροαδικήματα επιβίωσης. Η τυπική ισότητα απέναντι στον νόμο γίνεται μια πραγματική ανισότητα. Γι’ αυτό και συμπληρώνεται από την «αρχή της αναλογικότητας», όπως μας θύμισαν οι νομικοί με αφορμή την υπόθεση της καθαρίστριας. Αλλιώς, η δικαιοσύνη, που θα έπρεπε να είναι καταφύγιο των αδυνάτων, γίνεται διώκτης τους. Γίνεται μια δικαιοσύνη βαθιά ταξική.
Δεν έχουμε αυταπάτες ότι αυτό μπορεί να αλλάξει άμεσα. Προϋποθέτει βαθιές κοινωνικές αλλαγές. Αυτό που μπορεί να αλλάξει μια αριστερή κυβέρνηση είναι να αθροίζει μέτρα υπέρ των αδυνάμων. Να χτίζει ένα νομοθετικό πλαίσιο που θα επιτρέπει -και θα επιβάλει- στη Δικαιοσύνη και στους λειτουργούς της να εφαρμόζουν πραγματικά την «αρχή της αναλογικότητας», όταν δικάζουν ένα αδίκημα ή μια εργατική διαφορά. Κατά κάποιο τρόπο μόνο ένα «άνισο δίκαιο» -άνισο υπέρ των αδυνάτων- μπορεί να αντισταθμίσει τη βαθιά κοινωνική ανισότητα.
Η τρίτη, και σημαντικότερη κατά τη γνώμη μου, διάσταση αυτής της νίκης είναι ότι μας θύμισε τη δύναμη της διαμαρτυρίας και της αλληλεγγύης. Τη δοκιμάσαμε τη δύναμη αυτή και σ’ άλλες περιπτώσεις, όπως στη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου ή λίγους μήνες πριν στην αθώωση της Ηριάννας και του Περικλή. Μόνο που σ’ αυτές τις υποθέσεις το βάρος της αντίδρασης το σήκωσαν συλλογικότητες και προσωπικότητες που ήταν αναμενόμενο να αντιδράσουν. Στην υπόθεση της Δ. Τσιαντάκη έχω την αίσθηση ότι η σχεδόν ενστικτώδης αντίδραση χιλιάδων απλών ανθρώπων επέβαλε μια στάση και στα ΜΜΕ και σε όλους τους φορείς που πήραν ανοικτά θέση. Ο νεοφιλελευθερισμός, η λιτότητα, η ανεργία, η ανέχεια κάνουν τους ανθρώπους ατομιστές, επιθετικούς, ανταγωνιστικούς. Αλλά φαίνεται ότι η καταστροφή δεν έχει χαλάσει τον ηθικό τους πυρήνα. Το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης παραμένει ζωντανό στην πλειοψηφία των ανθρώπων. Κι αυτό μας γεμίζει ελπίδα, αλλά και ευθύνες.

* Η Κ. Κούνεβα είναι ευρωβουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-GUE/NGL
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet