Του Θόδωρου Παρασκευόπουλου

Η πολιτική της αντιπολίτευσης, πρωτίστως της Νέας Δημοκρατίας, είναι πλέον σαφής. Τόσο η συνέντευξη του Αντώνη Σαμαρά στο πρακτορείο Μπλούμπεργκ, όσο και η συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ναυαρχίδα του γερμανικού συντηρητικού Τύπου Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε συμπίπτουν: να πιέσουν οι «ευρωπαίοι», ώστε να πέσει η κυβέρνηση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν σαφέστερος: «Περιμένω», λέει, «να κληθεί η κυβέρνηση», προφανώς από τους δανειστές, «να φέρει τουλάχιστον έναν μεταρρυθμιστικό νόμο στη Βουλή». Πιθανότατα, γράφει η εφημερίδα ότι είναι η προσδοκία του φερέλπιδος πολιτικού της Δεξιάς, ένα μεγάλο τμήμα της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα στηρίξει τέτοιες μεταρρυθμίσεις: «Σε αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση δεν θα έχει πλειοψηφία, επομένως δεν θα υπάρχει κυβέρνηση».

Η τυχοδιωκτική στρατηγική της ΝΔ

Τι εννοεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης το εξηγεί η εφημερίδα κάτω από τον τίτλο: «Ένας επιφανής πολιτικός της αντιπολίτευσης προειδοποιεί τους δανειστές της Αθήνας να μην αποδεχτούν μόνο τη λίστα των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων». Ζητάει, δηλαδή, από τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο να πιέσουν την ελληνική κυβέρνηση να φέρει στη Βουλή έναν μεταρρυθμιστικό νόμο – και εννοεί βέβαια σαν τους δικούς του, γιατί άλλοι μεταρρυθμιστικοί νόμοι έχουν ήδη κατατεθεί –, ώστε να υπάρξει πολιτική κρίση και πτώση της κυβέρνησης. Το ίδιο είχε πει λίγο πρωτύτερα και ο Μάκης Βορίδης, ισχυριζόμενος ότι μπορεί να προκύψει νέα κυβέρνησης από την παρούσα Βουλή, το ίδιο είπε και ο Αντώνης Σαμαράς στο Μπλούμπεργκ. Μπορούμε, λοιπόν, να θεωρήσουμε σίγουρο ότι διάφορες πτέρυγες της Νέας Δημοκρατίας, πέρα από τις διαφορές τους, συμπίπτουν σε αυτό το σχέδιο και επιδιώκουν – αυτό επισημαίνει η Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε – να συμμετάσχουν στην εφαρμογή του και κύκλοι της διεύθυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για την ηγετική ομάδα της ΝΔ αυτή η τυχοδιωκτική στρατηγική της ανυποχώρητης ρήξης είναι και η μόνη που, αν επικρατήσει, μπορεί να τη σώσει. Γι’ αυτό θα την ακολουθήσει με συνέπεια, ακόμα και αν αυτό της κολλάει τη ρετσινιά ότι συνωμοτεί με εξωελληνικά κέντρα και με τα διαπλεγμένα ΜΜΕ – που δεν είναι και ψέματα. Είναι μια στρατηγική υψηλού ρίσκου, γιατί μπορεί να την οδηγήσει στην καταστροφή. Οποιαδήποτε άλλη στρατηγική, όμως, που θα συμπεριλαμβάνει την εποικοδομητική κριτική, συνεπάγεται έκτακτο συνέδριο και αλλαγή ηγεσίας. Θα υπάρξει τότε μια σύντομη, έστω, περίοδος εσωστρέφειας και η συντηρητική παράταξη θα έπρεπε να αναγνωρίσει όχι την εκλογική της ήττα, αλλά τον νέο πολιτικό (και κοινωνικό) συσχετισμό – δηλαδή την απόρριψη της υφεσιακής πολιτικής των περικοπών και την αποδοχή της αναδιανομής του πλούτου υπέρ των αδυνάμων, να προσαρμοστεί σε αυτόν και σε αυτή τη βάση να αναπτύξει το πολιτικό της σχέδιο. Η λεγόμενη «καραμανλική πτέρυγα», που αποτελεί σήμερα το κύριο αντιπολιτευτικό ρεύμα στη συντηρητική παράταξη, έχει τέτοιες ρίζες από τον καιρό του «σοσιαλμανούς», όπως τον κατηγορούσαν, ιδρυτή του κόμματος. Μπορεί, λοιπόν, να ηγηθεί ευκολότερα μιας τέτοιας στροφής – δεν έχει όμως να παρουσιάσει ούτε ηγετικές φυσιογνωμίες ούτε διαμορφωμένη πολιτική. Βλέπεις, οι δάφνες του παρελθόντος δεν αρκούν (έχουνε άλλωστε κλείσει πια τεσσαρακονταετία και δεν τις θυμάται κανείς), πρώτον, και, δεύτερον, η πενταετία του νεότερου Καραμανλή δεν έχει να παρουσιάσει κανένα σοβαρό επίτευγμα – κάθε άλλο.

Στη στρατηγική της ηγεσίας της Νέας Δημοκρατίας είναι αναγκασμένες να προσαρμοστούν τόσο η ηγεσία του Ποταμιού όσο και του ΠΑΣΟΚ, για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετική στόχευση η κάθε μια.

Από κοντά το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ

Για το ΠΑΣΟΚ, μια κυβερνητική κρίση με συνακόλουθο σχηματισμό νέας κυβέρνησης είναι η μοναδική πιθανότητα να επιβιώσει και, πιθανότατα, η μοναδική δυνατότητα να συγκολληθούν τα διάσπαρτα τμήματά του. Διαφορετικά θα σβήσει ελλείψει ύλης. Το Ποτάμι, από τη μεριά του, βλέπει ότι η αρχική φρεσκάδα, που παρουσιάστηκε με εργώδεις προσπάθειες και ευφάνταστα διαφημιστικά ευρήματα, έχει χάσει τη λάμψη της – κι αυτή ήταν άλλωστε πολύ μικρότερη από τις προσδοκίες που είχε καλλιεργήσει (και ίσως είχε πιστέψει) ο Σταύρος Θεοδωράκης. Η πίεση που προσπαθεί να ασκήσει στην κυβέρνηση μοιάζει, δυστυχώς, πολύ με εκείνην της Νέας Δημοκρατίας: καλλιέργεια του φόβου, επιμονή στον γρήγορο τερματισμό της διαπραγμάτευσης με όποιο αποτέλεσμα. Κι αυτά, πολύ εύκολα, αποκαλύπτονται ως μεταφορά των πιέσεων του Βερολίνου και των Βρυξελλών. Από την άλλη, το Ποτάμι, εν μέρει και το ΠΑΣΟΚ, δεν θέλουν να ταυτιστούν με την αξιωματική αντιπολίτευση. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Σταύρος Θεοδωράκης, με τη στήριξη και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, η οποία έχει εγκαταλείψει το ΠΑΣΟΚ, προσφέρεται για κυβερνητικός εταίρος ενός «ρεαλιστικού ΣΥΡΙΖΑ», όπου ο ρεαλιστής είναι ο πρωθυπουργός που τάχα δεν τον καταλαβαίνουν οι υπουργοί του και το κόμμα του.

Η Εξεταστική Επιτροπή για τα Μνημόνια

Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε τη στάση του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ στη συζήτηση για την Εξεταστική Επιτροπή για τα Μνημόνια που ζητούν οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ. Η δυσκολία για το ΠΑΣΟΚ είναι ότι στην πρόταση δεν περιλαμβάνεται η πενταετία Καραμανλή, κι αυτό δεν αφορά μόνο το ενδιαφέρον του Γιώργου Παπανδρέου να αποδοθούν οι ευθύνες για τη χρεοκοπία στη Νέα Δημοκρατία και όχι στον ίδιο – κάτι που θα ενδιέφερε και τη σημερινή ηγεσία της ΝΔ, αλλά πώς να το πει; – αφορά και τη διαμάχη των πτερύγων του ΠΑΣΟΚ, σε όποιον φορέα και αν βρίσκονται σήμερα. Γιατί η ανατροπή του Γιώργου Παπανδρέου από τον Ευάγγελο Βενιζέλο το 2011 σήμαινε και την απόρριψη της πολιτικής του και σχετίζεται με την κατοπινή πορεία διάλυσης.
Πολλοί προσπάθησαν να συνδέσουν τον περιορισμό της περιόδου που προτείνουν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ να εξετάσει η επιτροπή της Βουλής με μια υποτιθέμενη συμμαχία των «καραμανλικών» με την κυβέρνηση. Ωστόσο, το ερώτημα που καλείται να διερευνήσει η επιτροπή δεν είναι «πώς φτάσαμε στην κρίση;». Εκεί δεν έχει δίκιο ούτε ο Δημήτρης Παπαδημούλης που πρότεινε να επεκταθεί η υπό εξέταση περίοδος μέχρι πίσω στο 2000. Βεβαίως η κρίση σχετίζεται με την πολιτική Σημίτη – γιατί τότε, σε περίοδο γρήγορης οικονομικής μεγέθυνσης, δεν μειώθηκε το απόλυτο μέγεθος του δημόσιου χρέους –, σχετίζεται όμως και με ολόκληρη την πολιτική της συμμετοχής της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Αυτό, όμως, είναι ζήτημα πολιτικής εκτίμησης και ιστορικής αποτίμησης, όχι θέμα για εξεταστική επιτροπή της Βουλής, η οποία θα κληθεί να ερευνήσει την ίδια τη χρεοκοπία και την έκκληση για βοήθεια και την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής, μεταξύ άλλων και σε σχέση με την παραβίαση της ελληνικής και της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, καθώς και να αποτιμήσει αυτή την πολιτική – να κάνει δηλαδή πραγματική αξιολόγηση.

Η αίσθηση ότι έχει ανακτηθεί η αξιοπρέπεια

Μετά τις βουλευτικές εκλογές στα τέλη Ιανουαρίου, τις πρώτες διαπραγματεύσεις με την Ευρωομάδα (το γιουρογκρουπ, που λέμε) και τη συμφωνία στις 24 Φεβρουαρίου αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ένα κλίμα αισιοδοξίας, το οποίο ευνόησε τη νέα κυβέρνηση. Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό το κλίμα αισιοδοξίας δεν περιείχε μεγάλες προσδοκίες ούτε καν για γρήγορη εκπλήρωση όσων περιέχουν το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης που ανέγνωσε ο Αλέξης Τσίπρας ζητώντας την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής στις 8 Φεβρουαρίου. Φάνηκε σαν οι πολίτες να έχουν επίγνωση των δυσκολιών με τις οποίες έχει να παλέψει η Αριστερά, να υπερισχύει η αίσθηση ότι έχει ανακτηθεί η αξιοπρέπεια, ότι η κυβέρνηση το παλεύει και παραπέρα βλέπουμε.
Αυτή η αίσθηση έχει δύο πλευρές: από τη μια, ακυρώνει τις προσπάθειες της αντιπολίτευσης να αποδυναμώσει την κυβέρνηση ποντάροντας στη δυσαρέσκεια για ανεκπλήρωτες προσδοκίες∙ από την άλλη, περιέχει μια στάση αναμονής – αυτό που λέγεται «περίοδος χάριτος» – και μια παθητικότητα, την οποία ακριβώς ήθελε ο ΣΥΡΙΖΑ να αποτρέψει. Δηλαδή, ο κόσμος δεν ακούει την αντιπολίτευση – σε αυτό βέβαια συμβάλλει και η ηθική απαξίωση όλων των κομμάτων της, ακόμα και του ΚΚΕ που όχι μόνο δεν βάζει πλάτη, αλλά επαναλαμβάνει τα στερεότυπα των πιο δεξιών κύκλων της διεύθυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης –, αλλά περιμένει από την κυβέρνηση, δεν στηρίζει, δεν διεκδικεί, δεν συμμετέχει.

Η αδυναμία της κυβέρνησης

Αυτή είναι η πραγματική αδυναμία της κυβέρνησης, και αυτή ανοίγει χαραμάδες για την αντιπολίτευση. Μπορεί αυτό να αλλάξει; Κατά τη γνώμη μου, από τη μεριά της κυβέρνησης, μπορεί μόνο με τον τρόπο που προτείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης: να ξεδιπλώσει δηλαδή τη μεταρρυθμιστική της πολιτική και να βάλει τη Βουλή να δουλέψει. Για να δώσω ένα παράδειγμα από την επικαιρότητα: η συζήτηση για την Αστυνομία, τις καταλήψεις κ.λπ. θα γινόταν διαφορετικά, εάν η, πολύ ορθά, ήπια πολιτική Πανούση συνοδευόταν από την εφαρμογή προγράμματος για τη δημοκρατική αναμόρφωση της Αστυνομίας: της οργάνωσής της, της εκπαίδευσης, του τρόπου προσλήψεων, του πολιτικού της ελέγχου, των δικαιωμάτων των εργαζομένων της. Ενός προγράμματος που εν πολλοίς είναι έτοιμο δημοσιευμένο και αποδεκτό και από τους αστυνομικούς. Ή αν τα φορολογικά μέτρα συμβάδιζαν με την αναδιοργάνωση των φορολογικών υπηρεσιών. Ή αν η συζήτηση για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας περιείχε στοιχεία κοινωνικού ελέγχου. Από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ, πάλι, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από την επαναδραστηριοποίηση του κομματικού οργανισμού, ώστε να επανέλθει στους ρυθμούς δουλειάς που είχε πριν την τριετία πριν από τις εκλογές και να αντιστοιχηθεί η δύναμη του κόμματος με την επιρροή της κυβέρνησης στον λαό.
Με άλλα λόγια: χρειάζεται ο νέος πολιτικός και κοινωνικός συσχετισμός να γίνει έκδηλος. Διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος που είχε επισημάνει ο Μπρεχτ στα πρώτα χρόνια του  καθεστώτος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας: «Ξέφυγα από τα σκυλόψαρα/ σκότωσα τις τίγρεις/ με φάγανε οι κοριοί».

Θόδωρος Παρασκευόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet