Μιχάλης Κατσαρός, «Μείζονα ποιητικά» (εκδόσεις Τόπος, 2018)

Με εβδομήντα και πλέον ανέκδοτα ποιήματα της χρυσής εποχής του, αλλά και με τις τρεις μείζονες συλλογές του επανεκδιδόμενες στον ίδιο τόμο, ο Μιχάλης Κατσαρός επανέρχεται και τώρα, στα είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, «ίδιος όπως τον ξέραμε»: εξεγερσιακός, ευθύβολος, προφητικός, όπως ακριβώς είχε επανέλθει το 1972 με τη δεύτερη έκδοση του Κατά Σαδδουκαίων, μετά από πολλά χρόνια πλήρους απουσίας και σιωπής.

Ο Μιχάλης Κατσαρός είναι από τους σπάνιους εκείνους ποιητές που έχουν την τύχη να βλέπουν τους στίχους τους να γίνονται συνθήματα, να ανταλλάσσονται κρυφά σε σκοτεινές περιόδους, να εμπνέουν γενιές και γενιές νέων ανθρώπων. Ταγμένος σε υψηλά ιδανικά, με αγωνιστικό φρόνημα, δεν δίστασε να μπει νωρίς στις τάξεις των κομμουνιστών, όταν αισθάνθηκε ότι εκεί έβρισκαν την έκφρασή τους τα ιδανικά αυτά, δεν δίστασε επίσης να ασκήσει -πολύ νωρίς και ανοιχτά- κριτική στο κόμμα με τη συλλογή του Κατά Σαδδουκαίων, όταν αισθάνθηκε ότι εν μέρει προδίδονταν.
Είχε δικαίωμα να το κάνει, όπως έχει δικαίωμα κάθε άνθρωπος που δεν μιλάει μόνο για αρχές και ιδανικά, αλλά και ζει σύμφωνα με αυτά στην καθημερινότητά του. Το τίμημα, ως συνήθως, υπάρχει και είναι βαρύ. Η ανεξαρτησία πληρώνεται με εχθρότητα από όλες τις πλευρές – και σίγουρα και ο ίδιος δεν ήταν και ο πιο ευέλικτος ή υπομονετικός σε αυτά τα πράγματα άνθρωπος.

Πάνω από 70 ανέκδοτα ποιήματα

Το θεωρούμενο ως μείζον έργο του το έγραψε πολύ νωρίς. Στα 37 του χρόνια είχε ήδη δημοσιεύσει τις συλλογές Μεσολόγγι, Κατά Σαδδουκαίων (όπου και το περίφημο «Αντισταθείτε») και Οροπέδιο. Από εκείνη την περίοδο (τη δεκαετία του ’50, δηλαδή, πάνω κάτω), θεωρείται ότι χρονολογούνται και τα πάνω από εβδομήντα (!) ανέκδοτα ποιήματα που γίνονται βιβλίο για πρώτη φορά! Κάποια από αυτά είχαν δημοσιευτεί σε περιοδικά, τα περισσότερα όμως είναι εντελώς ανέκδοτα, σε κάποιο μάλιστα βαθμό έχουν παραδοθεί ως ολοκληρωμένες συλλογές. Ανακαλύφθηκαν από τον γιο του Μιχάλη Κατσαρού, Στάθη και τον ανιψιό του, τον γνωστό συγγραφέα και εκδότη Άρη Μαραγκόπουλο.
Λέει χαρακτηριστικά ο Στάθης Κατσαρός στο ευαίσθητο, με χιούμορ, εκτενές και πολύ κατατοπιστικό βιογραφικό του πατέρα του που έχει συνθέσει ειδικά για την έκδοση: «Μια ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι ο ποιητής που προειδοποίησε την ανθρωπότητα για την επερχόμενη ξηρασία, χτυπήθηκε δυο φορές από την πλημμύρα, όταν ζούσε σε μια μικρή μονοκατοικία στο Μοσχάτο, η οποία κατέστρεψε ένα σημαντικό μέρος του αρχείου του. Λίγο πριν είχε προλάβει και είχε δώσει ένα μεγάλο ντοσιέ με ποιήματα για φύλαξη στην Κούλα Μαραγκοπούλου, όπου μαζί με τον ανιψιό της συγγραφέα Άρη Μαραγκόπουλο, που έχει την επιμέλεια αυτής της έκδοσης, βρήκαμε τα ανέκδοτα ποιήματα του ποιητή».
Ο Στάθης είναι το μοναδικό παιδί του Μιχάλη Κατσαρού και της ζωγράφου Κούλας Μαραγκοπούλου. Το ζευγάρι χώρισε αρκετά γρήγορα ωστόσο η Κούλα Μαραγκοπούλου ήταν, μαζί με τον Γιάννη Θεοδωράκη, που επανέφεραν τον Μιχάλη Κατσαρό στο προσκήνιο, μετά από πολλά χρόνια αφάνειας. Γιατί για μεγάλο διάστημα, όπως γράφει ο γιος του Στάθης, είχε χαθεί αλλά και αλλάξει, απογοητευμένος από το διπλό μέτωπο που αντιμετώπισε, από τη μια του κράτους που τον απέλυσε από τη δουλειά του (στο ραδιόφωνο των Ενόπλων Δυνάμεων όπου είχε τοποθετηθεί ως αντιστασιακός αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού) και από την άλλη των συντρόφων του που του λογόκριναν τα ποιήματα και του γύριζαν την πλάτη στα καφενεία.

«Ξαναβρίσκεται ανάμεσά μας»

Το 1972, λοιπόν, κι αφού επιχειρεί χωρίς επιτυχία να εκδώσει αθλητικό περιοδικό ή δουλεύει ως κομπάρσος σε ταινίες -μπορεί κανείς να δει περάσματά του σε ταινίες της Βλαχοπούλου-, Κούλα Μαραγκοπούλου και Γιάννης Θεοδωράκης οργανώνουν δεύτερη έκδοση του Κατά Σαδδουκαίων από τα «Κείμενα» του Φίλιππου Βλάχου. Το ηθικό του Μιχάλη Κατσαρού τονώνεται και ξαναβρίσκει τον ποιητικό εαυτό του. Εκείνη την περίοδο, ο Γιάννης Θεοδωράκης γράφει σε άρθρο του με τίτλο «Η επιστροφή του ποιητή» στο πρώτο και μοναδικό τεύχος του περιοδικού ΑΝΤΙ, που το έκλεισε αμέσως μετά η δικτατορία:
«Οι πόρτες να κλείσουν. Οι φρουροί να διπλασιαστούν. Κάποιος παλιός απόστολος της επανάστασης, οπλισμένος με τους σίγουρους στίχους του, ξαναμπήκε στην πόλη μας. Ο Μιχάλης Κατσαρός. Πενήντα τριών χρονών σήμερα ξαναβρίσκεται ανάμεσά μας. Δεν ενδιαφέρει πού είχε χαθεί τόσα χρόνια ο ποιητής, σε ποιους μαγευτικούς κόσμους περιπλανήθηκε. Σημασία έχει ότι είναι ίδιος όπως τον ξέραμε: ένας πρίγκηπας συνωμότης».
Στον τόμο που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος, υπάρχει ένα πρώτο μέρος με τις τρεις προαναφερθείσες συλλογές του (Μεσολόγγι, Κατά Σαδδουκαίων και Οροπέδιο) και ακολουθεί το εκτενέστερο δεύτερο μέρος με τα άγνωστα ποιήματά του, έτσι ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να συγκρίνει το ύφος και το περιεχόμενο.

Ας δούμε κάποια από τα ποιήματα αυτά:
Τυφλές εποχές
Πρόπερσι -ή τάχα πέρσι,- / όλες αυτές οι αστραπές / δεν εννοούσαν κάποτε / να με εγκαταλείψουνε.
Πράσινες μπλε και αργυρές / διαγράφανε λεπτές το στήθος μου / -δεν είχα δει τις ξύλινες πλευρές- / υπήρχαν μέσα μου προϋποθέσεις αναμφισβήτητες / ανέβαιναν τυφλές οι εποχές / - αν έχετε κλειστές τις πόρτες / ούτε οράματα / ούτε μαρμαρυγές / εξακοντίζονται.
Με πράσινες και μπλε και αργυρές / τόσες πολύχρωμες ξύλινες αστραπές / πώς εμφανίζονται…
Ίσως αυτές οι άσημες τυφλές στιγμές / να είναι ψεύτικες
-κι ακόμα- / εσύ να μην μπορείς να ξεχωρίσεις / τι είναι αληθινό / ή τι γελοίο.

Επιτύμβιο
Εδώ κοιμάται ήσυχος ο Μιχαλιός / σκοτώθηκε σε τρεις πολέμους / κι ακόμα στέλνουνε χαρτιά / και τον καλούνε.

Κυκλοφορώ ακόμα στους δρόμους
Κυκλοφορώ ακόμα στους δρόμους / ρωτούν για το σπίτι μου / αν έχω ακόμα τις ίδιες διαθέσεις / να δεχτώ / ή ν’ απορρίψω.
Πρέπει να πω, να μιλήσω.
Η σιωπή μου / όπως ακέφαλη επανάσταση / περνάει αδιόρατα ανάμεσά σας.
Ποτέ δεν είδατε τη βέβαιη σημαία μου.

Μιχάλης Κατσαρός
Έτος 1957
Ο μαραγκός ύψωσε τον σταυρό του / και περιμένει / αυτόν / που θα σηκώσει το βάρος των ημερών μας / το βάρος των ανομημάτων μας / ν’ αναστηθούμε.

Ας δέναν μ’ ασήμι οι ποιητές τους στίχους τους
Ας δέναν μ’ ασήμι οι ποιητές τους στίχους τους. / Καλοφτιαγμένοι και ωραίοι τραγουδούν / τους λεβέντες με τα χρυσά σπαθιά / τους ήρωες. / Τους ρίχνουν πάνω τους το μαγικό πλουμιστό ρούχο / τους σκεπάζουν με φτερά / Τους σκεπάζουν με λουλούδια.
Στον δρόμο τον δικό μας ένα μαχαίρι χοντραίνει / με το αίμα μας / -Πού θα μείνουμε απόψε; Κάνει τόσο κρύο. / Τη γωνιά τη φυλάνε οι λύκοι. Τη γωνιά μας. / -Δε μου ‘ρχεται ούτε μια λέξη γλυκιά στο στόμα. / -Θέλω να γράψω για το γιασεμί που πέθανε / κι ακούω από πίσω μου το γέλιο / των σκοτωμένων. / -Αδελφούλη μου πιάσε ένα δωμάτιο. / Τρεις νύχτες δεν έκλεισα μάτι.

Μανώλης Πιμπλής

 

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet