Οπως ήταν αναμενόμενο, το ταξίδι του πρωθυπουργού στη Μόσχα και η συνάντησή του με τον ρώσο πρόεδρο στο Κρεμλίνο επικύρωσε την εκατέρωθεν επιθυμία εξομάλυνσης των σχέσεων των δύο χωρών μετά την «περιπέτεια» του περασμένου καλοκαιριού. Ήταν, εξάλλου, σαφές από την αρχή ήδη της διπλωματικής κρίσης του Ιουλίου ότι η Αθήνα για κανένα λόγο δεν θα επέλεγε τη ρήξη, φροντίζοντας το σχετικό μήνυμα να φτάσει εγκαίρως στην άλλη πλευρά. Όπως επίσης σαφές ήταν ότι και η Μόσχα δεν θα επέλεγε να αντιδράσει με τρόπο που θα έστελνε την Ελλάδα στις αγκάλες των Αμερικανών. Κι αυτό, παρά το ότι η Ρωσία δεν έχει πάψει να βλέπει πίσω από την απόφαση να απελαθούν οι διπλωμάτες της πιέσεις που ασκήθηκαν από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, σε μια προσπάθεια να καλλιεργηθεί νεο-ψυχροπολεμικό κλίμα και στην Ελλάδα. Η ανακοίνωση, άλλωστε, που εξέδωσε το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών αμέσως μετά την απέλαση, ήταν σαφέστατη: «Πίσω από την αντιρωσική απόφαση της κυβέρνησης της Ελλάδας βρίσκεται η Ουάσιγκτον, η οποία ανοιχτά υποστήριξε τις ενέργειες αυτές με δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ».
Αποκαλυπτική της έντασης που επικράτησε προς στιγμήν στις σχέσεις των δύο χωρών ήταν η άμεση (και ανάλογη της ρωσικής αντίδρασης σε… διπλωματική αστοχία) απάντηση «κύκλων» του ελληνικού ΥΠΕΞ: «Οι Ρώσοι φαίνεται ότι έχουν μια δυσκολία να αντιληφθούν ότι ένα μικρό κράτος μπορεί και είναι σε θέση να υπερασπιστεί τα εθνικά του συμφέροντα. Δυσκολεύτηκαν να αντιληφθούν τον ιδιαίτερο ρόλο που έχει ο εμπορικός μας στόλος στη διεθνή οικονομία και τα συμφέροντα που έχει η χώρα για να υπερασπιστεί αυτόν τον ρόλο».
Η αναφορά στον «ιδιαίτερο ρόλο που έχει ο εμπορικός μας στόλος στη διεθνή οικονομία» δεν είναι τυχαία. Παραπέμπει στο σχέδιο δημιουργίας  στην Αλεξανδρούπολη τερματικού σταθμού αεριοποίησης υγροποιημένου αερίου (LNG), σχέδιο με σημαντικές γεωπολιτικές προεκτάσεις, που εμπλέκουν, εκτός από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, και την Ελλάδα, δεδομένου ότι για τη λειτουργία του σταθμού είναι απαραίτητη η συνδρομή τάνκερ μεταφοράς υγροποιημένου αερίου. Στον τομέα αυτό η ελληνική πλοιοκτησία κατέχει τη δεύτερη θέση παγκοσμίως, κάτι που αποκτά εύλογο ενδιαφέρον αν συνδεθεί με την εκτίμηση ότι το ρωσικό αέριο θα αποτελέσει για πολλά χρόνια ακόμα τη βασική πηγή της ευρωπαϊκής αγοράς, όντας το πλέον ανταγωνιστικό τόσο ως προς την τιμή ως και προς την προσφερόμενη ποιότητα — πάντα υπό την προϋπόθεση ότι θα βρει πρόσβαση στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας.
Αν η Αλεξανδρούπολη αναδειχθεί σε κόμβο των ενεργειακών δικτύων μετατρέπεται η ίδια και το λιμάνι της σε άτυπο πεδίο σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Ο τερματικός σταθμός θεωρείται ύψιστης σημασίας από τις ΗΠΑ, που συνδέουν το σχέδιο με τη δημιουργία στην Αλεξανδρούπολη αμερικάνικης βάσης στρατιωτικών ελικοπτέρων. Ενδιαφέρον υπάρχει, κατ’ αναλογία, και εκ μέρους της Ρωσίας – ενδιαφέρον συνδεδεμένο μάλιστα με «διπλωματικές» δραστηριότητες που έδωσαν λαβή για τις απελάσεις.
Η Ελλάδα δεν ασκεί «διπλωματία των απελάσεων». Δεν είχε απελάσει Ρώσους διπλωμάτες λόγω της υπόθεσης Σκριπάλ, όπως έπραξαν τα άλλα δυτικά κράτη, και η στάση της αυτή είχε χαιρετιστεί από τη Ρωσία. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι ότι η απέλαση έφερε στην επιφάνεια την ένταση στις σχέσεις Αθηνών-Μόσχας που υποβόσκει τα τελευταία δύο χρόνια και σχετίζεται με την ρωσική προσπάθεια παρέμβασης σε ευαίσθητα ζητήματα και συμφέροντα της Ελλάδας στα Βαλκάνια, πιο συγκεκριμένα στο θέμα του ονόματος της ΠΓΔΜ.
Η επιτυχής έκβαση του ταξιδιού του πρωθυπουργού στη Μόσχα φαίνεται να παραμερίζει αυτό το αγκάθι. Αναδεικνύοντας τα σημεία σύγκλισης.
Η αναθέρμανση των διπλωματικών σχέσεων Αθήνας-Μόσχας υπαγορεύθηκε από τη συγκυρία στην ανατολική Μεσόγειο — συγκυρία έντονων γεωπολιτικών διεργασιών και κρίσιμων κινήσεων στην ενεργειακή διελκυστίνδα της περιοχής. Ήταν προαπαιτούμενο για την προώθηση των ενεργειακών σχεδιασμών για τον αγωγό ρωσικού φυσικού αερίου Turkish Stream και την επέκτασή του μέσω ελληνικού εδάφους — επέκταση στην οποία συναρθρώνονται τα συμφέροντα των δύο χωρών στην περιοχή, παραμερίζοντας τα δευτερεύοντα. Ο Αλέξης Τσίπρας υπήρξε σαφής μιλώντας στη Σύνοδο της Θεσσαλονίκης προ μηνός, σε απάντηση των ισχυρών ενστάσεων της Κομισιόν, οι οποίες δεν είναι άσχετες με το ενδιαφέρον του Βερολίνου ο North Stream —ο από βορρά «δικός του» αγωγός ρωσικού αερίου— να μην έχει, στο ορατό μέλλον, σοβαρό ανταγωνιστή στην τροφοδοσία ��ης Ευρώπης με ρωσικό φυσικό αέριο από τον νότο. Η Αθήνα έχει καταστήσει σαφές στην Κομισιόν ότι οι όροι που θα ισχύσουν για τον North Stream θα πρέπει να ισχύσουν και για τον Turkish Stream. Μπορεί να το κάνει επειδή είναι μέλος της ΕΕ, κι αυτό η Ρωσία το γνωρίζει και το υπολογίζει.
Η Ελλάδα διεκδικεί να καταστεί «ενεργειακός κόμβος». Αν της προσφέρεται η ευκαιρία να το επιτύχει –αναβαθμίζοντας έτσι το οικονομικό και γεωπολιτικό διαμέτρημά της— δεν μπορεί να αφήσει ανεκμετάλλευτες τις προοπτικές που ανοίγουν συνδυαστικά δύο αγωγοί φυσικού αερίου που «αναζητούν έδαφος ύπαρξης» στην Ελλάδα:
Ο αγωγός TAP (Trans Adriatic Pipeline), το ευρωπαϊκό σκέλος του Νοτίου Διαδρόμου φυσικού αερίου, μια επένδυση 45 δισ. δολαρίων για τη διάνοιξη μιας ενεργειακής διαδρομής μήκους 4.000 χλμ. που διασχίζει δύο ηπείρους και έξι χώρες, μεταφέροντας το φυσικό αέριο της Κασπίας στην Ευρώπη. Δεν πρόκειται απλώς για το μεγαλύτερο κατασκευαστικό έργο στην Ελλάδα σήμερα. Τοποθετεί τη χώρα στον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης, διανύοντας μια κρίσιμη διαδρομή 550 χλμ. από τα ελληνοτουρκικά σύνορα στους Κήπους μέχρι την Καστοριά, πριν περάσει στην Αλβανία και από εκεί στην Ιταλία, με στόχο από το 2020 να αρχίσει να τροφοδοτεί την Ευρώπη με αέριο από την Κασπία. Και ο αγωγός Turkish Stream, που μεταφέρει αέριο από τη Ρωσία στην Τουρκία, εκκινώντας από το Κράσνονταρ για να καταλήξει, αφού διασχίσει υποθαλάσσια τον Εύξεινο Πόντο, στην παρευξείνια ακτή της Ανατολικής Θράκης – περιμένοντας να συνδεθεί με τον αγωγό TAP, όπως από κοινού επιδιώκουν η Ελλάδα και η Ρωσία.
Κυριολεκτικά, αγωγοί επιστροφής των σχέσεων των δύο χωρών στην ομαλότητα.

Κωστής Γιούργος
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet