Καθώς πλησιάζουν oι μέρες που η κυβέρνηση θα πρέπει να ορίσει το ύψος της αύξησης του κατώτατου μισθού, το ενδιαφέρον γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Πρώτοι απ’ όλους ενδιαφέρονται οι μισθωτοί που τους αφορά, αν και δυστυχώς η ΓΣΕΕ δεν παραβρέθηκε στην πρώτη συζήτηση για να τους εκπροσωπήσει. Ο ΣΕΒ, για παράδειγμα, έσπευσε να πει ότι η αύξηση θα υπονομεύσει την παραγωγικότητα. Την ίδια στιγμή, οι δανειστές δεν παραλείπουν να προειδοποιήσουν ότι η αύξηση πρέπει να είναι πολύ περιορισμένη. Απ’ αυτή την άποψη, είχε πολύ ενδιαφέρον η συζήτηση που οργάνωσε το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς σε συνεργασία με το Τμήμα Εργατικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά μ’ αυτό το θέμα. Τα βασικά ερωτήματα της εκδήλωσης, όπως τα συνόψισε η συντονίστρια της συζήτησης, καθηγήτρια Οικονομικών Μαρία Καραμεσίνη ήταν τα εξής:
• Η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι  εμπόδιο ή εργαλείο για μία δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη στην Ελλάδα;
• Ποια είναι τα πραγματικά δεδομένα και διλήμματα;
• Τι μας διδάσκει η πρόσφατη διεθνής και ευρωπαϊκή εμπειρία για τις επιπτώσεις του κατώτατου μισθού στην ανάπτυξη, τις ανισότητες και την απασχόληση;
Στη συζήτηση, εκτός από τη συντονίστρια, πήραν μέρος: η Έφη Αχτσιόγλου, υπουργός Εργασίας, ο Νίκος Θεοχαράκης, πρόεδρος του ΚΕΠΕ, καθηγητής Οικονομικών και ο Γκέρχαρντ Μπος, καθηγητής για θέματα εργασίας. Η «Εποχή» σήμερα δημοσιεύει αποσπάσματα από τις παρεμβάσεις των τριών πρώτων. Στο επόμενο φύλλο θα δημοσιεύσουμε την παρέμβαση του Γκέρχαρντ Μπος.

 

 

 

Μισθός και διαπραγματευτική θέση εργαζομένων κλειδί της «δίκαιης» ανάπτυξης

 

Της Έφης Αχτσιόγλου

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εργαζόμενοι ήταν τα μεγαλύτερα θύματα της οικονομικής κρίσης, και την περίοδο 2010-2014 βρέθηκαν στο στόχαστρο μέτρων και πολιτικών που συρρίκνωσαν δραστικά το εισόδημα και την αγοραστική τους δύναμη.
Η επιλογή του μοντέλου της φτηνής εργασίας, χωρίς συλλογικά δικαιώματα και προστατευτικό πλαίσιο δεν ήταν τυχαία. Ήταν απόλυτα συνειδητή επιλογή των κυβερνήσεων εκείνης της περιόδου, σε μία νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση, που ταυτίζονταν με τη λογική του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά και με πολιτικές λιτότητας και απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων που κυριάρχησαν στην Ε.Ε. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αξιωματική αντιπολίτευση εξακολουθεί να υπερασπίζεται την απορρύθμιση αυτή, χαρακτηρίζοντας τα μέτρα της ως κρίσιμες και χρήσιμες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ακόμα και σήμερα.
Όλα τα μέτρα εκείνης της περιόδου που συμπίεσαν ασφυκτικά την εργασία εντάσσονταν σε μια αντίληψη που έλεγε ότι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας θα επέλθει με τη μείωση των μισθών, την ελαστική εργασία και την περικοπή ευρύτερων δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Ο συνδυασμός της υψηλής ανεργίας, της μείωσης των κατώτατων αμοιβών, της απουσίας συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων δημιούργησαν ένα καθοδικό σπιράλ για τους μισθούς σε όλες τις κλίμακες.

Πού βρισκόμαστε σήμερα

Η κυβέρνησή μας ουδέποτε συμφώνησε ή αποδέχτηκε αυτή την αντίληψη που έθετε τους εργαζόμενους στο περιθώριο. Στην αντίληψή μας η αύξηση των μισθών και η ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης των εργαζομένων αποτελεί προϋπόθεση για μια «δίκαιη» ανάπτυξη. Άρα, η τόνωση του εισοδήματος των εργαζομένων είναι: α) Αναπτυξιακός παράγοντας- τονώνουν την εσωτερική ζήτηση που σε μια οικονομία όπως η ελληνική είναι εξαιρετικά κρίσιμη μεταβλητή). β) Είναι παράγοντας κοινωνικής δικαιοσύνης, καθώς ουσιαστικά θέτει την κομβική προϋπόθεση ο πλούτος που παράγεται να διανέμεται κατά το δυνατό σε περισσότερους.

Θετικά μέτρα ακόμη και εντός του προγράμματος

Πώς υπηρετούμε αυτή τη στόχευση: Ακολουθώντας το μοντέλο της δίκαιης ανάπτυξης ακόμη και εντός των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής λάβαμε μέτρα διεύρυνσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη χώρα. Η επαναφορά των βασικών αρχών των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της επεκτασιμότητας και της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης, θυμίζω, είχε ήδη νομοθετηθεί όσο ακόμα ήμασταν εντός του προγράμματος.
Σήμερα ήδη έχουν επεκταθεί 10 κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας που καλύπτουν συνολικά περίπου 200.000 εργαζόμενους και συνεπάγονται αυξήσεις για δεκάδες χιλιάδες μισθωτούς. Επίσης, θεσπίσαμε κανόνες για την τήρηση των ωραρίων εργασίας και των υπερωριών, για την καταβολή των μισθών, για την προστασία των εργαζομένων στις εργολαβίες, λάβαμε συγκεκριμένα μέτρα για την καταπολέμηση της απλήρωτης, αδήλωτης και υποδηλωμένης εργασίας. Σχεδιάσαμε και υλοποιούμε καινοτόμα προγράμματα καταπολέμησης της ανεργίας που εγγυώνται αξιοπρεπείς μισθούς και πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα.
Ήδη καταγράφονται θετικά αποτελέσματα. Η ανεργία έχει μειωθεί από το 26% στο 18,6% μέσα σε τριάμισι χρόνια, η αδήλωτη εργασία από το 20% στο 12 %. Μπροστά μας έχουμε την κορυφαία στιγμή της αύξησης του κατώτατου μισθού και της κατάργησης του υποκατώτατου μισθού για τους νέους, τον Ιανουάριο του 2019.
Η διαδικασία για την αύξηση του κατώτατου μισθού επιταχύνθηκε με διάταξη που ψηφίσαμε. Έχει ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο, με τη σύνταξη εκθέσεων από συγκεκριμένους επιστημονικούς φορείς, ώστε να εκτιμηθεί η επίδραση της αύξησης στους βασικούς οικονομικούς δείκτες.
Στη συνέχεια ακολούθησε διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους, στην οποία η ΓΣΕΕ επέλεξε να μην συμμετάσχει αφήνοντας χωρίς εκπροσώπηση την πλευρά των εργαζομένων σε ένα τόσο σοβαρό και κρίσιμο ζήτημα. Το επόμενο διάστημα θα είναι έτοιμο και θα μου κατατεθεί το πόρισμα της επιτροπής των εμπειρογνωμόνων. Μετά τη μελέτη του πορίσματος, το οποίο δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, τον Ιανουάριο θα λάβω την απόφαση για το ύψος της αύξησης του κατώτατου μισθού. Η απόφαση για την αύξηση θα εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο και θα τεθεί σε ισχύ. Ο νέος αυξημένος κατώτατος μισθός θα ισχύει χωρίς ηλικιακές διακρίσεις.

Η θετική πορτογαλική εμπειρία

Όπως προανέφερα, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα προκύψει μέσα από μία διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει την εκτίμηση της επίδρασης που θα έχει αυτή στην οικονομία. Ορισμένοι, συνδέουν την αύξηση του κατώτατου μισθού με κίνδυνο απολύσεων και ανακοπής της μείωσης της ανεργίας. Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν απειλεί τις θέσεις εργασίας και την απασχόληση, και αυτό πια μας το δείχνει καθαρά η πορτογαλική εμπειρία.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού και η βελτίωση συνολικά του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων δεν είναι απλώς παράγοντας τόνωσης της παραγωγικότητας και της οικονομίας αλλά είναι πρωτίστως πυρηνικό στοιχείο της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αν θέλουμε η επόμενη μέρα να είναι όχι απλά καλύτερη από την περίοδο των μνημονίων, αλλά και εντελώς διαφορετική από τις μέρες και την περίοδο που μας οδήγησαν στο μνημόνια, οφείλουμε να φέρουμε τους εργαζόμενους στο επίκεντρο. Να νιώθουν καθημερινά ότι η εργασία τους δεν απαξιώνεται αλλά αποκτά την αξία και την αμοιβή που της αρμόζει. Να έχουν τη δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης και κατάκτησης καλύτερων μισθών και όρων εργασίας. Να έχουν ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων τους και ενεργούς μηχανισμούς καταπολέμησης της εργοδοτικής παραβατικότητας.
Αυτές οι προσδοκίες της κοινωνίας και του κόσμου της εργασίας είναι για εμάς ο γνώμονας στη χάραξη και την υλοποίηση των πολιτικών μας. Σ αυτές τις προσδοκίες είμαστε δεσμευμένοι να ανταποκριθούμε.

 

 

 

Επεκτείνεται η άσκηση πολιτικής με τον κατώτατο



Της Μαρίας Καραμεσίνη

Η σημερινή κυβέρνηση προωθεί ένα μοντέλο δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης που έχει στο επίκεντρό του την ανάκτηση της εργασίας με τη διπλή έννοια: την ανάκτηση του δικαιώματος των πολιτών στην εργασία, μέσω των πολιτικών καταπολέμησης της ανεργίας, και την ανάκτηση του δικαιώματος των εργαζομένων στην αξιοπρεπή εργασία, μέσω της επαναρρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, συλλογικών και ατομικών, της κατάργησης του υποκατώτατου μισθού για τους νέους και της αύξησης του ενιαίου – πλέον – κατώτατου μισθού. Και έχουν γίνει σημαντικά βήματα σε αυτήν την κατεύθυνση τον τελευταίο ενάμιση χρόνο.

Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο

Το μοντέλο δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης που προωθεί η σημερινή κυβέρνηση βρίσκεται στον αντίποδα των ακραία νεοφιλελεύθερων πολιτικών που κυριάρχησαν την περίοδο 2010-2014, με κυρίαρχο συστατικό τους την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την απονέκρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τη δραστική μείωση του κατώτατου μισθού και την θέσπιση του υποκατώτατου μισθού για τους νέους, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των ονομαστικών μισθών κατά 24% και τη φτωχοποίηση των εργαζομένων και οδήγησαν τους νέους της χώρας μας είτε να μεταναστεύσουν για καλύτερη τύχη είτε να αποφασίσουν ότι θα δουλεύουν μόνο για χαρτζιλίκι. Ακραία νεοφιλελεύθερες πολιτικές που, στο όνομα της μείωσης του εργατικού κόστους και της ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, συνειδητά αψήφησαν το ρόλο των μισθών ως συστατικό στοιχείο της ζήτησης στην οικονομία και τροφοδότησαν τον φαύλο κύκλο της λιτότητας και της ύφεσης, εκτινάσσοντας την ανεργία στα ύψη.
Παρόμοια επιχειρήματα, επικαλούμενοι την απώλεια ανταγωνιστικότητας από την αύξηση του εργατικού κόστους, διατυπώνουν και σήμερα ο ΣΕΒ και η αξιωματική αντιπολίτευση, που υποστηρίζουν τη διατήρηση των μνημονιακών κεκτημένων και τα αποτελέσματα της «εσωτερικής υποτίμησης». Όσον αφορά τον κατώτατο μισθό, ο ΣΕΒ λέει ότι ακόμα και μια μικρή αύξησή του 1-2%, χωρίς την αντιστάθμισή της με μείωση ασφαλιστικών εισφορών θα δημιουργήσει προβλήματα στην οικονομία και την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, θα μειώσει την απασχόληση και θα αυξήσει τη μαύρη εργασία. Από την άλλη, και οι υπόλοιπες εργοδοτικές οργανώσεις, παρόλο που αναγνωρίζουν το ρόλο των μισθών στη ζήτηση και την ανάπτυξη της οικονομίας γι’ αυτό και δέχονται μεγαλύτερες αυξήσεις του κατώτατου μισθού, είναι επιφυλακτικές απέναντι σε μία μεγάλη και απότομη αύξησή του, ενώ ζητούν αντιστάθμιση της όποιας αύξησης από μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών και φόρων.

Η πρόσφατη ευρωπαϊκή εμπειρία

Εάν πάρουμε απόσταση από την Ελλάδα και κοιτάξουμε την ευρωπαϊκή εμπειρία των τελευταίων ετών, παρατηρούμε ότι η πολιτική για τον κατώτατο μισθό έχει αποκτήσει μεγάλη σημασία σε πάρα πολλές χώρες της Ε.Ε., με σκοπό την ενίσχυση του εισοδήματος των πιο χαμηλόμισθων. Όσες βγήκαν από Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής είτε υπό την αιγίδα του ΔΝΤ (χώρες της Ανατολικής Ευρώπης) είτε υπό την αιγίδα της τρόικας (χώρες της ευρωζώνης), όλες αύξησαν τον κατώτατο μισθό, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο.
Στην Πορτογαλία, ο κατώτατος μισθός πάγωσε μεταξύ 2011 και 2015. Οι εκλογές του 2015 στην Πορτογαλία ανέδειξαν σοσιαλιστική κυβέρνηση, με τη στήριξη του αριστερού Μπλόκο και του Κομμουνιστικού Κόμματος, που είχε στόχο της τον τερματισμό της λιτότητας. Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε σταδιακά κατά 20% συνολικά μεταξύ 2015 και 2018. Στην Ισπανία, ο κατώτατος μισθός πάγωσε μεταξύ 2011 και 2014 και αυξήθηκε κατά 14% μεταξύ 2014 και 2018. Μετά την πρόσφατη συμφωνία Σοσιαλιστών και Ποδέμος, στο σχέδιο του προϋπολογισμού της Ισπανίας προβλέπεται ότι ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί τη διετία 2019-2020 από τα 850 ευρώ που είναι σήμερα στα 1.000 ευρώ, που συνιστά την μεγαλύτερη αύξησή του εδώ και 40 χρόνια, σύμφωνα με την El Pais. Αντίθετα, στην πολιτικά συντηρητική Ιρλανδία, ο κατώτατος μισθός πάγωσε το 2008 και παρέμεινε παγωμένος μέχρι το 2015, παρά την έξοδο της Ιρλανδίας από το δικό της μνημόνιο το 2013. Από το 2015 μέχρι το 2018 αυξήθηκε σταδιακά κατά 10% συνολικά.
Κινητικότητα παρατηρήθηκε και σε μεγάλες χώρες που δεν είχαν την εμπειρία μνημονίων. Στο προχθεσινό του διάγγελμα προς τον γαλλικό λαό, μετά τις μαζικές και αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις των «κίτρινων γιλέκων», ο Μακρόν υποσχέθηκε την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 100 ευρώ, αύξηση που υπολείπεται της διεκδίκησης του κινήματος. Η Γερμανία δεν είχε εθνικό κατώτατο μισθό μέχρι τον Ιανουάριο του 2015, που τον θέσπισε για πρώτη φορά στην ιστορία της, για να θέσει κατώτατα όρια αμοιβών στον απροστάτευτο από συλλογικές συμβάσεις τομέα της οικονομίας της. Ήταν ο όρος που έθεσε το 2013 το SPD για την συμμετοχή του στην κυβέρνηση συνασπισμού με τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Χριστιανό-κοινωνιστές.

 

 

 

Ο κατώτατος μισθός ως πεδίο αντιπαράθεσης κλασικών και νεοκλασικών οικονομολόγων

 

Του Νίκου Θεοχαράκη

Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό γίνεται σήμερα μέσα στο πλαίσιο που έχει τεθεί από την ορθόδοξη νεοκλασική θεωρία. Πρόκειται για μια θεωρία που από τη φύση της είναι εχθρική σε κρατικές παρεμβάσεις και η οποία αντιμετωπίζει την αγορά εργασίας όπως τις αγορές κάθε άλλου αγαθού. Στην κλασική πολιτική οικονομία, η εργασιακή θεωρία της αξίας αντιμετώπιζε την εργασία ως ένα θεμελιώδες μέγεθος που καθόριζε την αξία των εμπορευμάτων, ενώ οι τάξεις είχαν απαιτήσεις επάνω στη διανομή του συνολικού προϊόντος. Αντίθετα, στη νεοκλασική οικονομική θεωρία η εργασία εκθρονίζεται από το αναλυτικό της βάθρο και οι οικονομικές και κοινωνικές τάξεις αντιμετωπίζονται ως συντελεστές παραγωγής που ισότιμα συνεισφέρουν στην παραγωγή των αγαθών και αμείβονται ανάλογα με την συνεισφορά της. Κάθε τάξη – συνεπώς και η εργατική τάξη – παίρνει αυτό που της αναλογεί και της αξίζει. Η αγορά λειτουργεί με τρόπο αρμονικό που προάγει τη γενική ευημερία και οποιαδήποτε παρέμβαση – όπως ο κατώτατος μισθός και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις – διαστρεβλώνει επί τα χείρω το μηχανισμό της αγοράς. Φυσικά αυτό θα μπορούσε να ισχύει και για το οκτάωρο, τις συνθήκες υγιεινής και ασφαλείας ή και για την παιδική εργασία, αλλά ακόμα και οι πιο ακραίοι αντιλαμβάνονται ότι εκεί το παιχνίδι έχει πολιτικά χαθεί. Οι κλασικοί οικονομολόγοι δεν μίλησαν για κατώτατο μισθό διότι στην εποχή τους οι νόμοι αναφερόντουσαν στον ανώτατο μισθό και στον περιορισμό του συμβατικού δικαιώματος της εργασίας. Μίλαγαν – ιδιαίτερα ο Σμιθ και ο Μαρξ– για τη νομοθεσία που ήταν κατά των εργατών και υπέρ της εργοδοσίας.
Στη νεοκλασική οικονομική θεωρία υπάρχουν εξαιρέσεις όπου μπορεί ο κατώτατος μισθός να βελτιώσει το αποτέλεσμα της αγοράς – όπως η περίπτωση του μονοψωνίου στην αγορά εργασίας και γενικότερα σε ατελείς (δηλαδή όχι πλήρως ανταγωνιστικές) αγορές εργασίας, σε υποδείγματα αναζήτησης εργασίας καθώς και σε περιπτώσεις, όπου αναγνωρίζεται ότι γενικά ο υψηλότερος μισθός αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας. Γενικά όμως δεν θεωρούν ότι αυτές οι εξαιρέσεις είναι σημαντικές. Η συμβατική ανάλυση και η εμπειρική της έρευνα θεωρούσαν ότι η θέσπιση του κατώτατου μισθού μειώνει το επίπεδο της απασχόλησης και ότι δεν μειώνει την φτώχεια. Στο επίπεδο της εμπειρικής έρευνας αυτό άλλαξε από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 στις ΗΠΑ με τη λεγόμενη Νέα Έρευνα για τον Κατώτατο Μισθό (New Minimum Wage Research). Ολοένα και περισσότερες μελέτες έδειχναν ότι η σχέση κατώτατου μισθού και απασχόλησης δεν είναι αυτή που υποδείκνυε η θεωρία, αν και ακόμα το ζήτημα είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο και συχνά εξαρτάται από την πολιτική τοποθέτηση των οικονομολόγων που διεξάγουν την έρευνα, ενώ τα επιστημονικά περιοδικά συχνά μεροληπτούν στην αποδοχή άρθρων υπέρ εκείνων που επιβεβαιώνουν την συμβατική «σοφία».

Κατώτατος μισθός και ενεργός ζήτηση

Στο μακροοικονομικό επίπεδο οι συμβατικοί οικονομολόγοι απορρίπτουν τη θέση ότι ο κατώτατος μισθός – ο οποίος συμπαρασύρει και τον μέσο μισθό – λειτουργεί και ως κόστος και ως έσοδο που δημιουργεί ενεργό ζήτηση. Υπάρχουν όμως υποδείγματα ιδίως στο χώρο της μετα-κεϋνσιανής οικονομικής θεωρίας που δείχνουν ότι σε οικονομίες που η μεγέθυνσή τους καθορίζεται από το επίπεδο των μισθών η αύξηση του κατώτατου μισθού οδηγεί σε αύξηση του ΑΕΠ και μειώνει την ανισότητα. Στο πλαίσιο αυτό το ΚΕΠΕ χρησιμοποίησε ένα υπόδειγμα το λεγόμενο υπόδειγμα συμβατών αποθεμάτων και ροών (stock flow consistent model) όπου εξέτασε τρία εναλλακτικά σενάρια για την αύξηση του κατώτατου μισθού. Η επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 750 ευρώ όντως θα μείωνε την ανεργία και θα αύξανε σημαντικά το ΑΕΠ, αλλά δυστυχώς η δημοσιονομική ασφυξία που έχει επιφέρει η λιτότητα θα δημιουργούσε πρόβλημα στο εύθραυστο ισοζύγιο του ιδιωτικού τομέα. Έτσι προτείνεται ως συμβατό με τη δοκιμαζόμενη ελληνική οικονομία μια εφάπαξ αύξηση στο 10% του κατώτατου μισθού από τις αρχές του 2019. Μια καλύτερη διαχείριση όμως των ελληνικών δημοσιονομικών θα επέτρεπε μια ακόμα μεγαλύτερη αύξηση του κατώτατου μισθού.
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet