Η περασμένη εβδομάδα τελείωσε με ένα καταιγισμό γεγονότων που υπονόμευαν ακόμα περισσότερο την ήδη εύθραυστη θέση της βρετανίδας πρωθυπουργού Τερέζας Μει. Η ψηφίση της συμφωνίας για την αποχώρηση από την ΕΕ στο βρετανικό κοινοβούλιο, που είχε προγραμματιστεί για την Τρίτη 11 Δεκεμβρίου, αναβλήθηκε την τελευταία στιγμή. Όπως πολύ σωστά πίστευαν οι περισσότεροι αναλυτές, αν η ψηφοφορία είχε πραγματοποιηθεί την δεδομένη στιγμή, θα είχε καταψηφιστεί από τους βουλευτές των Εργατικών, πολλών Συντηρητικών, των Φιλελεύθερων-Δημοκρατικών, του Εθνικού Κόμματος Σκωτίας, καθώς επίσης και του Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος (DUP) της Βορείου Ιρλανδίας, που με μόλις δέκα βουλευτές είναι το αναγκαίο κακό για την κυβερνητική πλειοψηφία.
Το μεγάλο εμπόδιο, ειδικά για το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα, παραμένουν οι διατάξεις για το σύνορο μεταξύ Β. Ιρλανδίας και Δημοκρατίας της Ιρλανδίας: κανένας δεν επιθυμεί την επιστροφή ενός «σκληρού» συνόρου μεταξύ των δυο χωρών. Αυτό θα έβαζε σε κίνδυνο την Συμφωνία του Μπέλφαστ (Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής), που το 1998 έβαλε τέλος στις εχθροπραξίες, άνοιξε τον δρόμο για στενότερη συνεργασία μεταξύ Β. Ιρλανδίας και Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, και καθιέρωσε ένα «αόρατο» σύνορο μεταξύ των δυο. Η συμφωνία αποχώρησης από την ΕΕ, στοχεύοντας να διατηρήσει το υπάρχον καθεστώς, προβλέπει ότι αν σε περίπτωση που μετά την αποχώρηση και την περίοδο προσαρμογής (που προς το παρόν τουλάχιστον τοποθετείτε στο 2020) δεν υπάρξει εμπορική συμφωνία και τελωνιακή ένωση μεταξύ ΕΕ και Ηνωμένου Βασιλείου, η Β. Ιρλανδία και κατ’ επέκταση το Ηνωμένο Βασίλειο, θα παραμείνουν σε τελωνιακή ένωση με την συμμόρφωση της Β. Ιρλανδίας στις Ευρωπαϊκές διατάξεις διακίνησης αγαθών. Αυτό το καθεστώς δεν θα δύναται να καταργηθεί μονομερώς από το Ηνωμένο Βασίλειο, έχοντας εξοργίσει τους υποστηρικτές του Μπρεξιτ που πιστεύουν ότι έτσι δεν μπορούν να αποδεσμευτούν από την κοινή αγορά. Από την μεριά των Εργατικών, η απόρριψη της συμφωνίας, εκτός από τακτική που αποβλέπει σε εκλογές, συνάδει με τη θέση του κόμματος για μόνιμη τελωνιακή ένωση με την ΕΕ.
Έτσι μια μερα πριν την ψηφοφορία, η πρωθυπουργός αποφάσισε ότι ήταν μάταιο να φέρει τη συμφωνία στην βουλή, να υποστεί μια ακόμα ήττα και να βρεθεί στην μέση μιας ακόμα κρίσης. Είχε προηγηθεί μια αλλη ιστορική ήττα, πρωτοφανής για τα βρετανικά δεδομένα: η κυβέρνηση βρέθηκε ένοχη για « περιφρόνηση του κοινοβουλίου», επειδή αρνήθηκε να δημοσιεύσει ολόκληρη την νομική ανάλυση για το Μπρεξιτ.

Μέι με δανεικό χρόνο

Από εκεί και πέρα, άρχισαν οι εσωκομματικές διαμάχες, με σαράντα οχτώ συντηρητικούς βουλευτές υπέρμαχους του Μπρεξιτ να καταθέτουν προτάσεις μη εμπιστοσύνης στη πρωθυπουργό, ενεργοποιώντας έτσι τη διαδικασία εκλογής νέας ηγεσίας του κόμματος. Παρα τις αρνητικές προβλέψεις και τον κίνδυνο αναδείξεις ενός αρχηγού ευνοϊκά προσκειμένου στην άτακτη αποχώρηση, η Τερέζα Μει κέρδισε την δοκιμασία με 117 ψήφους κατά, 200 υπέρ και παραμένει, τουλάχιστον για ένα χρόνο ακόμα, αρχηγός των Συντηρητικών. Αυτή η ψηφοφορία είναι και μια ένδειξη για το πόσοι Συντηρητικοί βουλευτές είναι διατεθειμένοι να καταψηφίσουν την συμφωνία της Μει, όταν και αν φτάσει στη βουλή. Το συμπέρασμα από αυτή την ψηφοφορία παραμένει οτι η Μει βρίσκεται στην κυβέρνηση με δανεικό χρόνο. Πέρα από αυτό όμως το μεγάλο πρόβλημα παραμένει το ίδιο το Μπρεξιτ. Η επόμενη κίνηση της πρωθυπουργός είναι να ζητήσει εγγυήσεις και διαβεβαιώσεις από την ΕΕ για να κατευνάσει τόσο τους βουλευτές της όσο και το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα της Β. Ιρλανδίας αν και όλοι γνωρίζουν ότι οι όποιες διαβεβαιώσεις δεν θα παρέχουν ουσιαστικά νομική κάλυψη κατά των συμφωνημένων. Όμως, θα επιτρέψουν στη Μει να φέρει τη συμφωνία στην βουλή μέχρι τις 21 Ιανουαρίου που είναι και η επίσημη προθεσμία, η ακόμα και να προκηρύξει ένα νέο δημοψήφισμα, που είτε θα επικυρώνει την συμφωνία της είτε θα τάσσεται υπέρ της παραμονής.
Στο άμεσο μέλλον εικάζεται ότι οι Εργατικοί θα καταθέσουν πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης αποβλέποντας σε εκλογές. Όμως, η εξέλιξη μια τέτοιας πρωτοβουλίας είναι πιθανότατα καταδικασμένη. Ένα βρετανικό ρητό λέει ότι « οι γαλοπούλες δεν ψηφίζουν για να έρθουν τα Χριστούγεννα» και μάλλον οι Συντηρητικοί, αντίπαλοι της Μει και μη, θα συμφωνήσουν με το ρητό και θα καταψηφίσουν. Αυτό που γίνεται ολοένα και πιο πιθανό είναι ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Αν η πρόταση αποχωρήσεως της Μει καταψηφιστεί από την βουλή και δεν γίνουν τελικά εκλογές, το δεύτερο δημοψήφισμα μπορεί να δώσει στη Μει την νομιμοποίηση που χρειάζεται. Η κοινωνία είναι και θα παραμείνει διχασμένη και παρά την κόπωση που έχει επέλθει μετά από δυόμιση χρόνια και οι δυο πλευρές παραμένουν συναισθηματικά φορτισμένες, ίσως περισσότερο από ποτέ.

Ο φόβος της άναρχης αποχώρησης

Τα δυο μεγάλα κόμματα απεύχονται μια άναρχη αποχώρηση χωρίς συμφωνία και είναι σαφές σε όλους πλην των φανατικών, οτι κάθε μορφή αποχώρησης θα βλάψει τη χώρα τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά και το μόνο που θα καταφέρει η όποια συμφωνία είναι ο έλεγχος της ζημιάς. Καθώς το Μπρεξιτ πλέει τα λοίσθια, τουλάχιστον με τη μορφή που το είχαν φανταστεί οι οπαδοί της εθνικής κυριαρχίας, το ίδιο συμβαίνει και με το ουτοπικό σενάριο μιας αριστερής αποχώρησης που θα εγκαθιδρύσει τον «σοσιαλισμό σε μια χώρα». Δεν είναι τυχαίο ότι ο καγκελάριος της σκιώδους κυβέρνησης Τζων Μακντοννελ, το άτομο που επιστρατεύεται όταν η Εργατική ηγεσία μετατοπίζεται πολιτικά, ήδη μιλαει για ένα δεύτερο δημοψήφισμα (σε περίπτωση που δεν γίνουν εκλογές) με επιλογή για παραμονή. Μέχρι τώρα οι Εργατικοί έχουν κρατήσει στάση αναμονής και μια μη ρεαλιστική προσπάθεια εξισορρόπησης των αντίθετων: απ την μια μεριά επιβεβαιώνουν συχνά-πυκνα οτι σέβονται τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος του 2016 και απ την άλλη διατείνονται ότι μια αποχώρηση χωρίς συμφωνία πρέπει να αποφευχθεί με κάθε τρόπο. Το Μπρεξιτ καθ’αυτό εμπεριέχει μια σειρά αντιφατικών και ασυμβίβαστων θέσεων: απ την μια τα οικονομικά πλεονεκτήματα που έχει η κοινή αγορά και η τελωνιακή ενοποίηση, απ’ την άλλη την επιστροφή στην εθνική κυριαρχία και μια ουσιαστική δημοκρατία. Αν πάρουμε για παράδειγμα την πρόταση που συζητήθηκε τις τελευταίες μέρες για μια συμφωνία τύπου Νορβηγίας, ενώ κάτι τέτοιο θα έχει το μικρότερο οικονομικό κόστος, θα διατηρήσει την ελεύθερη διακίνηση πολιτών (που το ξενοφοβικό κλίμα του Μπρεξιτ παρουσιάζει ως κόκκινη γραμμή) και φυσικά θα μετατρέψει το Ηνωμένο Βασίλειο σε αποδέκτη κανόνων και κανονισμών χωρίς δικαίωμα συμμετοχής στις όποιες αποφάσεις.
Η μονή δυνατότητα λοιπόν είναι η μια πιο στενή σχέση με την ΕΕ από αυτή που προτείνει η Μει, η παραμονη. Όμως η ηγεσία των Εργατικών πρέπει να το ξεκαθαρίσει, να αποκτήσει έλεγχο του αφηγήματος και να αποφασίσει πως θα φτάσουμε εκεί.

Μαρίνα Πρεντουλή
επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών και Πολιτικώ Επικοινωνιών
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet