Η εκλογή της Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ χαρακτηρίστηκε δικαίως ως μια νίκη της Ανγκέλα Μέρκελ, η οποία κατάφερε να επιβάλει τη δική της εκλεκτή στη μάχη διαδοχής της γερμανικής Χριστιανοδημοκρατίας. Στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε κανείς να πει ότι τελικά επιλέχτηκε το μικρότερο κακό για την υπόλοιπη Ευρώπη. Όμως και η «συνέχεια» την οποία θεωρητικά εκπροσωπεί η νέα πρόεδρος της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης CDU, δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας, αν θυμηθεί κανείς ποιές ήταν τελικά οι συνέπειες του μερκελισμού για την Ευρώπη.

Του Δημήτρη Σμυρναίου, Αμβούργο

Σε ένα από τα τελευταία τεύχη του το περιοδικό «Der Spiegel» θεωρούσε ως μια βασική αιτία για τα αδιέξοδα της πολιτικής των βρετανών συντηρητικών το γεγονός ότι εκτίμησαν λανθασμένα ότι θα μπορούσαν να λύσουν τις εκκρεμότητες του Brexit σε μια ουσιαστικά διμερή διαπραγμάτευση με το Βερολίνο, που έτσι κι αλλιώς αποφασίζει τα πάντα στην Ευρώπη. Το πρόβλημα αυτής της προσέγγισης δεν βρισκόταν στην υπερτίμηση του ρόλου της Γερμανίας μέσα στην ΕΕ. Είναι γεγονός ότι εδώ και χρόνια δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένα αντίβαρο στη γερμανική παντοδυναμία και αυτό εξηγεί γιατί ενώ όλη η Ευρώπη έχει βαλτώσει στα πλοκάμια της λιτότητας, η Γερμανία ευημερεί τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις εξαγωγικές επιδόσεις της και την κερδοφορία του κεφαλαίου της.
Αυτό που δεν είχαν καταλάβει οι Βρετανοί, είναι ότι η γερμανική πολιτική ελίτ δεν ενδιαφέρεται να δίνει λύσεις στα προβλήματα της ΕΕ, όσο δεν θεωρεί ότι αυτά είναι και δικά της προβλήματα. Ο τρόπος που χειρίστηκε η γερμανική ηγεσία την κρίση της Ευρωζώνης, ρίχνοντας αρχικά όλο της το βάρος στη διάσωση των γερμανικών πρωτίστως τραπεζών, και η επιμονή της να σηκώνει το δάχτυλο στους υπόλοιπους Ευρωπαίους, ζητώντας τους να της μοιάσουν, θα έπρεπε να έχει ανοίξει τα μάτια ακόμα και εκείνων που συχνά έχουν προβλήματα ορατότητας, λόγω ομίχλης πάνω από τη Μάγχη.

Η μίνι-Μέρκελ

Την περασμένη Παρασκευή στο Αμβούργο η Ανγκέλα Μέρκελ κατάφερε τελικά να επιβάλει τη δική της προτίμηση για το πρόσωπο που θα την διαδεχτεί στην ηγεσία του κόμματος της. Η μέχρι πρότινος γενική γραμματέας του κόμματος Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ, ή ΑΚΚ όπως την φωνάζουν οι θαυμαστές της, ή «μίνι-Μέρκελ» όπως την αποκάλεσαν οι Βρετανοί, επικράτησε έστω και δύσκολα στη μονομαχία με τον εκλεκτό του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και εκπρόσωπο της πιο σκληρής «οικονομικής», δηλαδή της νεοφιλελεύθερης, πτέρυγας, Φρίντριχ Μερτς. Η επιτυχία αυτή για την καγκελάριο είναι αδιαμφισβήτητη, ειδικά επειδή μιλάμε για ένα κόμμα που οι ίντριγκες και οι δολοπλοκίες έχουν μακρά παράδοση. Ας μην ξεχνάμε πως η ίδια η Μέρκελ είχε αναρριχηθεί κάποτε στην ηγεσία της CDU αποκαθηλώνοντας τον Χέλμουτ Κολ και απαξιώνοντας το φαινομενικά διάδοχό του εκείνο το διάστημα, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Σίγουρα όταν έχει κανείς μπροστά του δύο «κακά», επιλέγει το μικρότερο. Και στην περίπτωση της ΑΚΚ αυτό ακριβώς αντιπροσωπεύει η εκλογή της. Όμως η συνέχιση του μερκελισμού στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη στροφή της καθολικής πολιτικού προς πιο συντηρητικά ακροατήρια, δεν επιτρέπουν σε κανένα να παραγγείλει σαμπάνιες από τη χαρά του. Άλλωστε η συγκεκριμένη πολιτικός θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαγγελματίας της πολιτικής, με λιγοστές «εικόνες» από το τι πραγματικά συμβαίνει εκτός κομματικού σωλήνα. Η πίστη της στο κόμμα ήταν πιθανότατα και αυτό που βάρυνε στην κρίση των ψηφοφόρων που την προτίμησαν από τον Μερτς, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την ενεργό πολιτική για να κάνει σταδιοδρομία και περιουσία στο χώρο της οικονομίας.
Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι η νέα πρόεδρος του κόμματος θα θέσει ζητήματα αλλαγής της πολιτικής της σκληρής μονομερούς λιτότητας. Στο μόνο κομμάτι που διαφοροποιήθηκε από την Ανγκέλα Μέρκελ ήταν αυτό του μεταναστευτικού, όπου αποφάσισε να πάει με το ρεύμα που ζητά πιο δρακόντεια μέτρα για τον περιορισμό της μετανάστευσης.

Η κεντροδεξιά γέρνει παντού

Δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη η τάση της αποκαλούμενης κεντροδεξιάς είναι από τη μια να προσπαθεί να δικαιολογήσει τα οικονομικά «εγκλήματα» σε βάρος της κοινωνίας την τελευταία οκταετία και από την άλλη να επιχειρεί αγωνιωδώς να επαναπατρίσει κομμάτια του εκλογικού σώματος που έχουν μετακομίσει δεξιότερά της. Η γερμανική χριστιανοδημοκρατία δεν ακολουθεί απλώς αυτή την τάση, αλλά την καθορίζει σε μεγάλο βαθμό, αφού αποτελεί το μεγαλύτερο συντηρητικό κόμμα και ηγετική δύναμη μέσα στις τάξεις του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Στο συνέδριο της CDU, η τάση αυτή ήταν εμφανής με πολλούς συνέδρους να επικαλούνται την ανάγκη επιστροφής σε «πατριωτικότερες» θέσεις και γενικότερα τη νεοσυντηρητική επιχειρηματολογία να έχει την τιμητική της. Δεν έλειψαν μάλιστα και κάποιες κραυγές αγωνίας για τους «απροσάρμοστους» δημοσιονομικά Ιταλούς και τους επιρρεπείς σε ελλείμματα Γάλλους. Αξίζει πάντως να σημειώσει κανείς ότι γενικά ο γερμανικός συντηρητικός Τύπος προσπάθησε να υποβαθμίσει συνολικά τις κινητοποιήσεις των κίτρινων γιλέκων, τουλάχιστον στην αρχή τους και να τις απαξιώσει στη συνέχεια. Ισως γιατί φοβάται μια επέκταση των διαδηλώσεων και στη Γερμανία.
Ήταν ένα συνέδριο με παντελή έλλειψη αυτοκριτικής, πολύ μελόδραμα, κυρίως σε σχέση με την αποχώρηση της κυρίας Μέρκελ, και ελάχιστες αναφορές σε ζητήματα που απειλούν τη συνοχή της Ευρώπης, πέραν ίσως κάποιων αυτάρεσκων αναφορών για την γερμανική υπεροχή.
Η «συνέχεια» της γερμανικής πολιτικής φαντάζει αυτή τη στιγμή ως απειλή για το μέλλον της Ευρώπης, όσο τουλάχιστον δεν διαφαίνεται και κάποια προσπάθεια του μικρότερου εταίρου του κυβερνητικού συνασπισμού, δηλαδή των Σοσιαλδημοκρατών να διαφοροποιηθούν και να προσεγγίσουν τα πραγματικά αίτια της κρίσης ταυτότητας της Ευρώπης. Δεν είναι τυχαίο ότι η γερμανική υπεροψία δεν ενοχλεί μόνο άλλες μεγάλες χώρες, όπως η Βρετανία και η Γαλλία που παραδοσιακά ένοιωθαν την ανάγκη να συγκρίνονται με τον πανίσχυρό ηγεμόνα. Πρωτοβουλίες όπως αυτή των οκτώ «Χανσεατών» χωρών, δηλαδή της Βόρειας Ευρώπης, που ζητούν να έχουν περισσότερο λόγο στις αποφάσεις για το μέλλον της Ευρώπης ,δείχνουν ότι ακόμα και παραδοσιακοί σύμμαχοι του Βερολίνου έχουν αρχίσει να προβληματίζονται. Το ίδιο ακριβώς εκφράζουν και οι συχνές εκρήξεις «ανυπακοής» των άλλοτε πειθαρχημένων Ανατολικοευρωπαίων. Αυτό ίσως να είναι και το πιο τρωτό σημείο της γερμανικής πατριδολαγνείας. Από τη στιγμή που το Βερολίνο λειτουργεί τόσο απροκάλυπτα εθνικά, βάζει στον ίδιο πειρασμό και άλλες χώρες που διεκδικούν το δικό τους δικαίωμα να λειτουργήσουν με γνώμονα το εθνικό τους συμφέρον. Προφανώς και αυτό ενισχύει διαλυτικές τάσεις στην Ευρώπη, αλλά η κυρία Μέρκελ δεν έδειξε ποτέ να ανησυχεί πραγματικά για αυτό. Όλα λοιπόν δείχνουν ότι το 2019 θα ξεκινήσει ως μια προεκλογική χρονιά για την Ευρώπη, με την κεντροδεξιά σε όλες τις εκδοχές της να επιμένει στο τρίπτυχο λιτότητα-ασφάλεια-πατρίδα. Η Χριστιανοδημοκρατία θα επιμείνει στην προστασία των συνόρων μιας χριστιανικής Ευρώπης, που απειλείται από εξωτερικούς εχθρούς, είτε αυτοί είναι οι μετανάστες, είτε κάποιοι σκοτεινοί τρομοκράτες. Οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι θα πρέπει να είναι ευχαριστημένοι έστω και με τα λίγα που επιβουλεύονται αλλόθρησκοι σκοτεινοί συνωμότες. Να σκύψουν το κεφάλι και να μην διαμαρτύρονται, γιατί υπάρχουν τόσες πολλές απειλές...
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet