Ανάμεσα στα φοροελαφρυντικά μέτρα της κυβέρνησης είναι και η μείωση του αυτοτελούς φόρου, με τον οποίο επιβαρύνονται τα μερίσματα των μετόχων των Ανώνυμων Εταιρειών, από 15% σε 10%. Αυτή η μείωση συνοδεύει τη μείωση του φόρου εισοδήματος Νομικών Προσώπων (εταιρικός φόρος). Παλιότερα, όταν η επιβάρυνση των κερδών των επιχειρήσεων ήταν πολύ υψηλότερη (48%), οι επιχειρηματίες έλεγαν ότι δεν θέλουν ειδικές φοροελαφρύνσεις ή και επιχορηγήσεις, αλλά γενική και αδιάκριτη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων. Ο λόγος ήταν προφανής: με εκείνο το σύστημα το κράτος μπορούσε να επεμβαίνει στις επενδυτικές αποφάσεις των επιχειρήσεων σύμφωνα με τις δικές του προτεραιότητες. Διατηρούσε έναν υψηλό φορολογικό συντελεστή (ο αντίστοιχος σε άλλα κράτη ήταν πολύ υψηλότερος) και με ειδικές μειώσεις ή και με επιδοτήσεις επιβράβευε επιχειρήσεις που επένδυαν, όπως και όπου προδιέγραφε η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Αντίθετα, με την αδιάκριτη μείωση της επιβάρυνσης που αντικατέστησε εκείνο το καθεστώς, η κάθε επιχείρηση διαθέτει πολύ περισσότερους πόρους που μπορεί να κρίνει η ίδια τι θα τους κάνει –π.χ. να τους μεταφέρει εκεί όπου η τοποθέτηση αποδίδει περισσότερο. Με αυτόν τον τρόπο χρηματοδοτήθηκαν μεγάλες φούσκες στη διεθνή χρηματαγορά, αλλά και αποκτήθηκαν μεγάλα κέρδη.
Η γενική μείωση της φορολογίας, προπάντων της φορολογίας των κερδών, ήταν και παραμένει κεντρικό στοιχείο της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής. Ο ισχυρισμός των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων, εκτός από το γενικό ιδεολόγημα της μείωσης του έτσι κι αλλιώς «παρασιτικού» κράτους, είναι ότι οι ίδιες οι επιχειρήσεις ξέρουν καλύτερα να κρίνουν πού πρέπει να κατευθυνθούν οι επενδύσεις και, με κριτήριο το μεγαλύτερο κέρδος, επιτυγχάνουν καλύτερη κατανομή των πόρων της οικονομίας. Στην πράξη αποδείχθηκε το αντίθετο: τεράστιες ροές χρημάτων κατευθύνθηκαν σε κερδοσκοπικές τοποθετήσεις και αφαιρέθηκαν έτσι από τη λεγόμενη «πραγματική οικονομία». Σήμερα, στο διεθνές νεοφιλελεύθερο περιβάλλον, είναι ανέφικτο για μία μόνο χώρα να επιβάλει υψηλή φορολογία των κερδών: ο φορολογικός ανταγωνισμός, δηλαδή η προσπάθεια να προσελκύσει κάθε κράτος επενδυτές (και να μειώσει τη διαρροή επενδυτών) δεν το επιτρέπει. Αυτό θα ήταν εφικτό σε μεγάλες οικονομικές ενότητες: μεγάλα κράτη ή μεγάλες ενώσεις κρατών, όπως είναι οι ΗΠΑ ή η Ευρωπαϊκή Ένωση. Επομένως, η χαμηλή φορολογία των κερδών των επιχειρήσεων από τα μεμονωμένα μικρά ή σχετικά μικρά κράτη είναι καταναγκαστική.
Ενδιαφέρουσα σε αυτό το πλαίσιο είναι μια παλιά πρόταση των ολλανδών σοσιαλδημοκρατών (του Εργατικού Κόμματος, που μετά τις τελευταίες εκλογές οδεύει προς εξαφάνιση). Πρότειναν την κλιμακωτή φορολόγηση των κερδών των επιχειρήσεων με συντελεστές από 5% έως 40%, όχι ανάλογα με το ύψος τους, αλλά ανάλογα με τη χρήση τους και τη συμμόρφωση με τις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής πολιτικής. Εάν δηλαδή μια επιχείρηση επενδύει τα κέρδη της έτσι ώστε να δημιουργεί θέσεις εργασίας, να προστατεύει το περιβάλλον και να συμβάλλει στην περιφερειακή ανάπτυξη θα φορολογείται με χαμηλό συντελεστή, ο οποίος θα ανεβαίνει όσο αναποτελεσματικότερη είναι με αυτά τα κριτήρια η χρήση των κερδών. Η πρόταση, με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, παρέμεινε στα χαρτιά.

Το λαθεμένο επιχείρημα

Διαφορετικά είναι τα πράγματα με τη φορολογία των μερισμάτων. Τα μερίσματα είναι κέρδη που δεν επενδύονται, αλλά μοιράζονται στους μετόχους. Η χαμηλή φορολόγησή τους παρακινεί τους μετόχους να πιέζουν για μεγάλα μερίσματα, δηλαδή για μικρότερες επενδύσεις και για βραχυχρόνιο σχεδιασμό, αφού ο μακροχρόνιος σχεδιασμός περιλαμβάνει και περιόδους με χαμηλή κερδοφορία ή και με ζημιά ακόμα. Η χαμηλή φορολόγηση των μερισμάτων αποτελεί επίσης κίνητρο για την τοποθέτηση χρημάτων (των αποταμιεύσεων) σε μετοχές, αφαιρεί δηλαδή χρήματα από το τραπεζικό σύστημα, στο οποίο διαφορετικά θα κατευθύνονταν οι αποταμιεύσεις και μειώνει τις δυνατότητες χορήγησης δανείων.
Οι νεοφιλελεύθεροι ισχυρίζονται ότι η χρηματοδότηση επενδύσεων με πώληση μετοχών είναι υγιέστερη από τη χρηματοδότηση με τραπεζικό δανεισμό. Η χαμηλή φορολόγηση των μερισμάτων, στο πλαίσιο αυτής της επιχειρηματολογίας, ενθαρρύνει αυτού του είδους την «υγιέστερη» χρηματοδότηση. Και αυτός ο ισχυρισμός αποδείχτηκε λάθος. Ο λόγος είναι ότι οι δανείστριες τράπεζες ενδιαφέρονται για την τακτική καταβολή των τόκων των δανείων και την αναχρηματοδότησή τους με νέα δάνεια (ώστε να συνεχίσουν να εισπράττουν τόκους) και όχι τόσο για τη βραχυπρόθεσμη κερδοφορία και για την αξία των μετοχών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται και πάλι ο μακροχρόνιος σχεδιασμός στις επιχειρήσεις, αφού αυτό ενδιαφέρει τους δανειστές τους.
Για τη χαμηλή φορολόγηση των μερισμάτων επιστρατεύεται ένα λογικοφανές, αλλά λαθεμένο επιχείρημα: ο φόρος των κερδών και ο φόρος των μερισμάτων αθροίζονται, κι έτσι προκύπτει ένας υψηλός φορολογικός συντελεστής. Δηλαδή: φόρος νομικών προσώπων 25% συν φόρος μερισμάτων (δηλαδή φυσικών προσώπων) 15%, σύνολο επιβάρυνσης 40%. Επομένως, λένε, υπάρχει υψηλή φορολόγηση. Το επιχείρημα είναι ανόητο, γιατί αθροίζει τα εισοδήματα δύο διαφορετικών προσώπων. Η επιχείρηση, το νομικό πρόσωπο, φορολογείται αυτοτελώς. Από το υπόλοιπο των κερδών του δίνει στους μετόχους (τα φυσικά πρόσωπα) ένα ποσόν, επειδή του έχουν παραχωρήσει πόρους –η μία φορολόγηση δεν έχει σχέση με την άλλη.
Από την άποψη της φορολογικής δικαιοσύνης και της αποδοτικότητας του φορολογικού συστήματος ο λογικότερος τρόπος είναι η ένταξη των μερισμάτων στο συνολικό εισόδημα του μετόχου και η φορολόγησή τους όχι αυτοτελώς, αλλά με την κανονική κλίμακα του φόρου εισοδήματος. Είναι κατανοητό για ποιον λόγο η Δεξιά, εν προκειμένω ο κ. Μητσοτάκης, θέλει χαμηλή φορολόγηση των μερισμάτων: κάνουν ένα δωράκι στον εαυτό τους και στους φίλους τους. Για την Αριστερά είναι απολύτως ακατανόητο και μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο με πολιτικό καταναγκασμό –αλλά αυτό πρέπει να δηλωθεί και να εξηγηθεί δημόσια.

Θόδωρος Παρασκευόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet