Απαιτείται μια «ψυχολογική» αντιστροφή στην οικονομία

 

Με τον Δημήτρη Σερεμέτη συζήτησε ο Παύλος Κλαυδιανός

 

Να ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας από τον πρόσφατα ψηφισμένο προϋπολογισμό. Ακούσαμε τα – αντίθετα – επιχειρήματα και χαρακτηρισμούς. Η δική σου εκτίμηση;

Είναι, καταρχάς, πολύ αισιόδοξο ότι έχουμε έναν προϋπολογισμό που κάνει ένα μικρό άνοιγμα, διορθωτικό για τις ζημιές που έχει προκαλέσει όλα αυτά τα χρόνια η πολιτική της λιτότητας. Το άνοιγμα, βέβαια, είναι μικρό αλλά νομίζω ότι αποτελεί καλό δείγμα γραφής. Είναι αξιοπρόσκεκτο ότι αυτή η «επεκτατική» διόρθωση δεν γίνεται με δημιουργία νέων ελλειμμάτων, με νέα δανεικά όπως συνηθιζόταν πριν από την κρίση, αλλά με αναδιανομή. Σημαντικό είναι ακόμη ότι μας επιτρέπει κυρίως να αισιοδοξούμε όχι μόνο ότι μπορεί να εφαρμοστεί σωστά αλλά και να  καταφέρουμε να φτάσουμε το στόχο αύξησης 2,5% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), όπως προβλέπεται το 2019. Νομίζω ότι θα είναι πραγματικά μια πολύ σημαντική, θετική εξέλιξη για την αναστροφή όλης της πορείας της οικονομίας.

 

Θεωρείς ότι έχουμε, πλέον, ένα σταθερό δημοσιονομικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η αναστροφή που ανέφερες;

Καταρχάς, είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό όλο το πλέγμα των νέων εργαλείων που έχουμε, πλέον,  στον τομέα της υλοποίησης των στόχων όσον αφορά τα έσοδα και τις δαπάνες. Αυτό πρέπει να το αναγνωρίσουμε, ότι μέσα απ’ όλη αυτή τη μνημονιακή ταλαιπωρία έχουν προκύψει κάποιες δυνατότητες που σου δίνουν το πλεονέκτημα να ελέγχεις πραγματικά την εξέλιξη των δαπανών. Χάρη σε αυτά  τα νέα μέσα, εάν δεν υπάρξει η πολιτική βούληση να εκτροχιαστείς δεν εκτροχιάζεσαι. Παλιά δεν υπήρχε, πραγματικά, αυστηρή επίβλεψη και εποπτεία στην εξέλιξη των δημοσιονομικών μεγεθών. Από τη στιγμή που ψηφιζόταν ο προϋπολογισμός, μετά απλώς μπορούσαμε να παρακολουθούμε πόσο αστοχήσαμε.

 

Αυτό ισχύει και για τα έσοδα;

Ναι και στα έσοδα παρότι μπορεί κανείς εκεί να έχει μια σειρά επιφυλάξεις για τους θεσμούς της «ανεξαρτησίας» της νέας Αρχής, της ΑΑΔΕ, να προβάλλει πολλές ενστάσεις ως προς την έκταση αυτής της ανεξαρτησίας. Είναι γεγονός ότι ο εισπρακτικός μηχανισμός διαθέτει πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από παλιά, αν και χρειαζόταν να διαθέτει επίσης μια κάποια κοινωνική-οικονομική ευαισθησία Δεν συγκρίνεται η εικόνα και οι μηχανισμοί έτσι όπως λειτουργούν σήμερα σε σχέση με πριν την κρίση.

 

Αυτό έχει γίνει παραδεκτό και από τους δανειστές; Γι’ αυτό, ίσως, δέχθηκαν από το 2019 οι «υπέρ – αποδόσεις» του προϋπολογισμού να μετασχηματισθούν σε μόνιμα μέτρα ελάφρυνσης;

Ναι, υποθέτω ότι αυτό ισχύει ως ένα βαθμό. Όπως είναι αλήθεια το γεγονός ότι συστηματικά για τρία χρόνια επιτυγχάνονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι στόχοι που τέθηκαν. Με  μεγάλο κόστος, βέβαια, διότι δεν ήταν επιδίωξη της πολιτικής που ήθελε να ακολουθήσει, η σημερινή ελληνική κυβέρνηση. Τα μέτρα που εφαρμόζονταν τα τρία αυτά χρόνια απέδιδαν περισσότερο από ό,τι είχε υπολογιστεί ότι θα αποδώσουν και είχαν τεράστιο κόστος διότι αποτελούσε μια πραγματική  αφαίμαξη από την κοινωνία η συγκράτηση - συρρίκνωση των δαπανών από τη μια μεριά αλλά και από την άλλη κατά πολύ περισσότερο η αύξηση των εσόδων. Το γεγονός ότι τα μέτρα απόδωσαν, παραπάνω απ’ αυτό που είχε προϋπολογιστεί, ενίσχυσε παράλληλα την αξιοπιστία του οικονομικού επιτελείου σε ό,τι αφορά στην υλοποίηση των στόχων για τους οποίους δεσμεύεται. Νομίζω ότι κι αυτό συμβάλλει πάρα πολύ μαζί με τον μηχανισμό που έχει εγκατασταθεί. Δηλαδή, υπάρχει πλέον ένα θετικό κεκτημένο στις σχέσεις αντιθέσεων, αντιπαλότητας, συνεργασίας που έχει η κυβέρνηση με τους δανειστές. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Και τα όποια θετικά δημοσιονομικά μέτρα, το μικρό επεκτατικό βηματάκι που γίνεται όπωςκαι η μη περικοπή των συντάξεων πάνω σ’ αυτά μπόρεσαν να στηριχθούν.

 

Αστοχίες του κρατικού μηχανισμού

 

Η κυβέρνηση, εντούτοις, επικρίνεται εδώ ότι αυτό είναι επιλογή της, η αφαίμαξη όπως λένε, για να έχει στο τέλος υπέρ-πλεόνασμα, να μπορεί να κάνει πολιτική παροχών. Όπως και η μη εκπλήρωση υποχρεώσεών της έναντι των πολιτών, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές. Το υποστήριξε ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης.

Είναι επιφανειακή αυτή η επιχειρηματολογία. Δεν είναι καθόλου σοβαρή όταν μάλιστα προβάλλεται από ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά τα δεδομένα, όχι από απλούς πολίτες που θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι αυτό γίνεται επίτηδες. Το άκουσα και από συναδέλφους, δυστυχώς. Νομίζω ότι αποκρύπτουν την πραγματικότητα, την απλή αλήθεια ότι αυτά τα μέτρα επιβλήθηκαν, έγινε σκληρό παζάρι, το ξέρουμε όλοι αυτό, στις φάσεις των γνωστών αξιολογήσεων του δανειακού προγράμματος. Γνωρίζουμε και πόσο δύσκολες ήταν κάποιες συγκεκριμένες στιγμές οι φάσεις αυτές. Και της πρώτης, κυρίως της δεύτερης, αλλά και της τρίτης αξιολόγησης, ειδικά σε ό,τι αφορά τις δημοσιονομικές πτυχές οι διαπραγματεύσεις ήταν πολύ δύσκολες. Είναι αλήθεια ότι προβάλλεται το επιχείρημα των καθυστερήσεων που έχει το Δημόσιο στο να εξοφλεί τις υποχρεώσεις του. Στο πεδίο αυτό, των ληξιπρόθεσμων οφειλών, νομίζω ότι το βασικό είναι το τεράστιο πρόβλημα αποτελεσματικότητας του κρατικού μηχανισμού κι αυτό δεν ξέρω τι  χρονικό ορίζοντα απαιτεί για να μπορέσει να βελτιωθεί. Θα θυμόμαστε νομίζω αρκετοί πόσες φορές αναβλήθηκε η καταβολή κάποιας  δόσης των δανείων διότι είχαν καθυστερήσει να τακτοποιηθούν  οι υποχρεώσεις εξόφλησης οφειλών του Δημοσίου, παρόλο που τα χρήματα υπήρχαν, είχαν διατεθεί με δανεισμό και περίμεναν.

 

Πώς είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό σε τέτοια έκταση; Είναι παράξενο.

Έχω την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα το στελεχικό δυναμικό του δημόσιου τομέα εν ευρεία εννοία, και δεν είναι κομματικό το ζήτημα ή στενά πολιτικό, βρίσκεται σε μία κατάσταση υποαπασχόλησης ή θα μπορούσα να πω ακόμη και λευκής απεργίας. Από τη στιγμή που έπαψαν να φοβούνται κάποιοι τη μνημονιακή απειλή της λεγόμενης εφεδρείας επί των προηγούμενων κυβερνήσεων και την απόλυση τελικά, από τη στιγμή που εγκαταστάθηκε η σημερινή κυβέρνηση  η εικόνα που έχω εγώ προσωπικά σχηματίσει είναι ότι το στελεχικό δυναμικό των Υπουργείων, με λίγες εκλεκτές εξαιρέσεις, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της πολιτικής ηγεσίας.  Είναι αλήθεια ότι δεν ξέρω με ποιον τρόπο λειτουργούν, πραγματικά, τα επιτελεία των υπουργών.  Ίσως και εκεί να υπάρχουν προβλήματα. Αλλά πάλι πρόκειται για ένα φαινόμενο μάλλον γενικό που δεν περιορίζεται σε ορισμένα μονάχα υπουργεία.

Ας επιστρέψουμε στον Προϋπολογισμό πριν μιλήσουμε για την προοπτική ανάπτυξης. Έχει αναπτυξιακή πλευρά; Επικρίθηκαν τα μέτρα ότι δεν έχουν αναπτυξιακό περιεχόμενο, είναι παροχές.

Νομίζω ότι ο τρόπος που γίνεται η αναδιανομή έχει αναπτυξιακή διάσταση γιατί προσπαθεί μέσα από συγκεκριμένεςδιαστάσεις, θα λέγαμε, κοινωνικής δικαιοσύνης να υπηρετήσει, να τονώσει τα εισοδήματα εκείνα τα οποία  μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικά στην ώθηση προς τα μπρος της εγχώριας κατανάλωσης και να υποκινήσει, βέβαια, προοπτικά και τις επενδύσεις. Υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα εδώ όπου περίμενε κανείς πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, αλλά και εκεί είναι πρόβλημα δομών. Είναι το πρόβλημα που αφορά στην υστέρηση που έχει η υλοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ).

 

Ασκείται μεγάλη κριτική στην Κυβέρνηση σ’ αυτό το σημείο.

Είναι κριτική, νομίζω, θεμιτή και κατανοητήκαι είναι πολύ σοβαρό το ζήτημα. Οφείλεται στον τρόπο που λειτουργούσε έως τώρα – και αυτό είναι υπόθεση χρόνων – το σύστημα σχεδιασμού των δημόσιων επενδύσεων. Υποστηρίζεται ότι από το πρόγραμμα λείπουν τα δημόσια έργα που είναι αρκετά ώριμα, που η προεργασία στον σχεδιασμό τους είναι  τόσο ώριμη ώστε να επαρκούν όσα μπορούν να δρομολογηθούν, να ενταχθούν στον ετήσιο  προγραμματισμό ώστε να να υλοποιηθούν.

 

Είναι γραφειοκρατικό ζήτημα αυτό ή άλλου είδους, πιο σύνθετο; Πάντως μια περίοδο με ύφεση να συμβαίνει αυτό είναι ακατανόητο απ’ τους πολίτες.

Η πρώτη προσέγγιση είναι η γραφειοκρατία. Ότι πρόκειται για διασπορά του ΠΔΕ, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, σε πολύ μικρά έργα, πολύ μικρές και δευτερεύουσες δράσεις. Τελικά βγαίνει ένα θετικό οπωσδήποτε αποτέλεσμα, κάθε άλλο παράμπορεί να θεωρηθεί αρνητικό, αλλά δεν είναι ούτε ως προς τον όγκο ούτε ως προς τα επιμέρους έργα αυτό που έχει ανάγκη η χώρα. Έχουμε ανάγκη από ένα πρόγραμμα πολύ πιο συστηματικών δημοσίων επενδύσεων με στρατηγική και συγκεκριμένη κατεύθυνση και χρονοδιάγραμμα. Αυτό χρειάζεται σχεδιασμό και μάλιστα μακροχρόνιο. Φυσικά πρέπει να αλλάξουν οι γραφειοκρατικές δομές. Είναι πολύ θετικό ότι έγιναν τα περιφερειακά αναπτυξιακά συνέδρια πέρυσι. Απ’ αυτά μπορεί κάποιος να ξεδιαλέξει αρκετά και να βγάλει κάποιους μεγάλους άξονες, να δρομολογήσει στόχους που να οδηγούν σε σημαντικά θετικά αποτελέσματα. Αλλά και πάλι, σ’ αυτά, από όσα δημοσιοποιήθηκαν, φαίνεται πως συχνά κυριάρχησε η παραδοσιακή μικροπολιτική. Οι τοπικιστικές και καμιά φορά καθαρά «πελατειακές» απαιτήσεις, δηλαδή, να γίνουν μικρό-μπαλώματα, μικρό-παρεμβάσεις, έργα φιλολαϊκά μεν αλλά χωρίς πραγματικό αναπτυξιακό βάρος. Το ζήτημα είναι ποιος και πώς θα ξεδιαλέξει από όλο αυτό το υλικό ώστε να συγκροτηθεί ένα  σχέδιο πραγματικά αναπτυξιακής πνοής.

 

Απαιτείται δυναμικότερη εκκίνηση

 

Να έλθουμε τώρα στο ζήτημα της προοπτικής ανάπτυξης. Στην Ελλάδα, αντίθετα από τις άλλες χώρες, χάθηκε το 25% του ΑΕΠ, αποδιαρθρώθηκε αντίστοιχο τμήμα της παραγωγικής υποδομής. Η απαραίτητη εργασία τώρα δεν είναι ποσοτική, αλλά κυρίως ποιοτική. Μπορεί μερικά χρόνια να έχουμε άνοδο του ΑΕΠ, αλλά μετά; Θα διαρκέσει; Ούτε, βεβαίως, θέλουμε να επιστρέψουμε στο μοντέλο της οικονομίας πριν το 2010 που μας έφερε εδώ.

Χρειάζονται στοχευμένες δράσεις που θα ανακόψουν τη διαρροή του εργατικού δυναμικού υψηλών προσόντων που μπορεί να είναι πολύ παραγωγικό. Χρειάζονται  μέτρα που θα αντιστρέψουν τις εξελίξεις που είχαμε στην περίοδο της κρίσης, μέτρα που θα επιτρέψουν να αρχίσουν να επιστρέφουν οι νέοι εργαζόμενοι που έφυγαν στο εξωτερικό όλα αυτά τα χρόνια αναζητώντας απασχόληση. Χρειάζονται επίσης ειδικά μέτρα για την ενίσχυση των επενδύσεων διότι και στους τομείς του κεφαλαιουχικού αποθέματος όπως και της παραγωγικότητας έχουμε τεράστιο πρόβλημα. Συσσωρεύτηκαν  υστερήσεις, ελλείψεις, πραγματικές πληγές στο κεφάλαιο, στο εργατικό δυναμικό, στην παραγωγικότητα  και τώρα πρέπει να αντιμετωπισθούν με στοχευμένες προτεραιότητες. Για παράδειγμα, έχω τη γνώμη ότι σε αυτήν την κατεύθυνση  είναι πια καιρός να  ενεργοποιηθεί η φορολογική πολιτική. Να ξανασχεδιαστεί έτσι ώστε να υπηρετεί την υποκίνηση των ανθρώπων προς συγκεκριμένες παραγωγικές δραστηριότητες.  Όχι μόνο όπως γενικά το κάνει ο αναπτυξιακός νόμος για τις επιχειρήσεις αλλά ευρύτερα και για τους εργαζόμενους, ευνοώντας συγκεκριμένους επαγγελματικούς κλάδους ακόμη και συγκεκριμένες ηλικίες. Είναι νομίζω άτολμο το μέτρο  που αναγνωρίζει ορισμένες  φορολογικές ελαφρύνσεις ειδικά στους νεοεισερχόμενους σε επαγγέλματα και μόνο για μια σύντομη χρονική περίοδο. Χρειάζεται κάτι πολύ πιο δυναμικό, πιο ενεργητικό και με ευρύτερη στόχευση. Πχ οι νέοι ειδικευμένοι επιστήμονες και τεχνικοί που δουλεύουν στην πληροφορική θα μπορούσαν να έχουν προνομιακή, φορολογικά, μεταχείριση. Τέτοια κίνητρα εφαρμόζονται ήδη σε άλλες χώρες. Υπό την επιτροπεία των δανειστών ασφαλώς δεν μπορούσαμε να περιμένουμε κατανόηση σε αυτά τα ζητήματα. Μήπως ήρθε πλέον η ώρα για να αρχίσει μια δέσμη τέτοιων μέτρων να συζητιέται ανοιχτά ώστε να συμφωνηθεί, να σχεδιαστεί και να προχωρήσει  τώρα; Με στόχο να καθιερωθούν ισχυρά φορολογικά κίνητρα σε νέες ειδικότητες και  επαγγέλματα, που δίνουν ώθηση στις νέες δεξιότητες, στις νέες τεχνολογίες.

 

Είναι, όμως, μελετημένα αυτά, είναι ταξινομημένα;

Δεν το ξέρω, φοβάμαι πως όχι και δεν ξέρω σε ποιο βαθμό έχει προετοιμασθεί το έδαφος για να παρακινηθούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που είναι δυνητικά οι ενδιαφερόμενοι, να ελπίζουν και να διεκδικούν προς αυτή την κατεύθυνση. Διότι δεν φτάνει μόνο να σχεδιάσεις επί χάρτου κάτι, πρέπει και να πεισθούν οι δυνητικοί ενδιαφερόμενοι ότι έχει νόημα να κινητοποιηθούν, να διεκδικήσουν, να προτείνουν, να υποδείξουν λύσεις. Παλαιότερα υπήρχαν τέτοιες ιδέες. Κάποιες αναφορές σ’ αυτού του τύπου την διάσταση της οικονομικής πολιτικής για τη νέα γενιά είχε κάνει πριν τις εκλογές του 2015 ο παλιός μου συμφοιτητής ο Γιώργος Σταθάκης. Δεν ξέρω την τύχη τους.

 

Να πάμε τώρα στο αντίστροφο ζήτημα. Τελικά η ελληνική οικονομία άντεξε, επέδειξε δυναμική που δεν αναμενόταν, ούτε από τους δανειστές και φθάσαμε έως εδώ. Αυτό πού μπορεί να αποδοθεί, πώς μπορεί να αξιοποιηθεί τώρα στην άνοδο; Μας δίνει τα σημεία όπου θα πατήσουμε για την ανάπτυξη; Ο κίνδυνος να μην «τραβήξει» η άνοδος του ΑΕΠ μετά, πχ, το 2021 δεν υπάρχει;

Το θέμα όμως δεν είναι να συνεχίσουμε να κάνουμε βήματα σημειωτόν. Το ζήτημα είναι ότι αυτό που βλέπουμε τα τελευταία δύο χρόνια δεν είναι καν πραγματική ανάπτυξη. Είναι μια καλή ποσοτική επίδοση που βρίσκεται όμως  πολύ κάτω από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις. Νομίζω ότι δεν μπορούμε να μιλάμε καν για την προηγούμενη «αντοχή» της οικονομίας. όταν ήταν τόσο μεγάλο το κοινωνικό και το οικονομικό κόστος.  Προσωπικά θεωρώ ότι  το μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ αυτά που έχουν καταγραφεί και έχει προκύψει είναι η τεράστια λαϊκή δυσπιστία, η επιφυλακτικότητα και ο πεσιμισμός. Δεν κυριαρχούν ακόμη οι θετικές προσδοκίες και αυτό είναι πάρα πολύ αρνητικό για την επιτάχυνση της ανάκαμψης. Χρειαζόμαστε,να πάρει μπροστά η μηχανή με ορμή, όχι για να κάνουμε άλματα αλλά για μια πιο δυναμική εκκίνηση με σταθερές και ευρύτερες προοπτικές. Κι αυτό  απαιτεί  μια «ψυχολογική» αντιστροφή, μιαν αλλαγή που μπορεί να γίνει στο επίπεδο της αισιοδοξίας, του δυναμισμού, των προσδοκιών και του σθένους. Αυτός ο κόσμος μέχρι τώρα βίωσε τόσο πολλές ματαιώσεις, υποχωρήσεις, οι πληγές που είδε να ανοίγονται είναι τόσο  οδυνηρές που για να αντιστραφεί αυτό το κλίμα νομίζω ότι χρειάζεται να σχηματισθεί ένα κύμα ελπίδας που θασυνεγείρει, κάτι αντίστοιχο μ’ αυτό που οδήγησε στην κυβερνητική μεταβολή το 2015. Βέβαια η αισιοδοξία τότε επικράτησε γιατί πάρα πολύς κόσμος είχε άγνοια των πραγματικών κινδύνων, ωραιοποιημένη εικόνα για το πόσο επιθετική μπορούσε να είναι η αντίδραση της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης. Κρατώ ωστόσο από εκείνη την περίοδο ότι ο κόσμος, πραγματικά, από πλευράς διαθέσεων και προσδοκιών βρέθηκε σε μια πολύ δυναμική και δυνητικά δημιουργική στιγμή. Το ερώτημα είναι εάν είναι εφικτό και  με ποια μέσα, με ποιους τρόπους θα μπορούσε να ξαναδημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα τέτοιου είδους, ένα κλίμααισιόδοξο, δυναμικό και προωθητικό; Χωρίς μια τέτοια ώθηση, που θα έλεγα ότι μπορεί να προκύψει περισσότερο σε επίπεδο ψυχολογικού κλίματος, φοβάμαι ότι θα βαδίζουμε με μέτρια, μικρά βήματα, ασφαλώς θετικά,  εφόσον δεν προκύψουν ανατροπές οφειλόμενες στο εξωτερικό περιβάλλον. Αλλά εδώ, στην ελληνική περίπτωση, χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο. Χρειάζεται να γίνει μια πλήρης αντιστροφή του κλίματος έτσι που να γυρίσει ανάποδα η εικόνα.

 

Μια συμφωνία των Πρεσπών για την εργασία

 

Έχει ενδιαφέρον ότι μειώνεται η ανεργία και μάλιστα γρηγορότερα από όσο θα συνεπαγόταν η έως τώρα ανάκαμψη.

Σωστά, αλλά να μην ξεχνάμε ότι μειώνεται σε μεγάλο βαθμό με τη μερική απασχόληση και δεν πρέπει να ξεχνάμε τα προγράμματα του ΟΑΕΔ. Οι άνεργοι δεν παύουν να υπάρχουν . Όπως υπάρχουν και όλοι εκείνοι οι εργαζόμενοι που θα ήθελαν σταθερό και αξιοπρεπές εισόδημα. Είναι, ασφαλώς, πάρα πολύ θετικό το ότι καταγράφεται αυτή η συνεχής μείωση, διότι το χειρότερο είναι να μένει κανείς με δεμένα τα χέρια και να βλέπει να απαξιώνονται τα προσόντα του. Είναι αλήθεια ότι χάρη στα προγράμματα του Υπ. Εργασίας μπορούν όσοι εντάσσονται σε αυτά να ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να αποκτήσουν κάποια πρόσθετα προσόντα, χρήσιμα για να βρουν μιαν απασχόληση, για να διεκδικήσουν  πιο καλές αμοιβές και σταθερές θέσεις εργασίας. Όλα αυτά, όμως, τα σοβαρά ζητήματα  δεν κυριαρχούν στον πολιτικό, το διακομματικό ή τον αντιπολιτευτικό διάλογο, και αυτό είναι ένα πολύ αρνητικό στοιχείο.  Νομίζω ότι υπάρχει ευρύτερη ευθύνη που δεν συζητιούνται αυτά τα θέματα αλλά προτάσσονται άλλα ζητήματα χωρίς κανένα πραγματικό ενδιαφέρον για τον κόσμο που ζει αυτές τις δυσκολίες αλλά και την ίδια την οικονομία που έχει ανάγκη από αυτού του είδους την αναπτυξιακή ώθηση. Για να γίνει πιο συγκεκριμένο το σημείο αυτό  μπορώ να πω ότι χρειαζόμαστε σε περισσότερους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζώης μιαν ώθηση ανάλογη με αυτήν που δίνει πχ η συμφωνία των Πρεσπών, οπωσδήποτε χωρίς τον μηδενιστικό διάλογο που συχνά τη συνοδεύει. Αναφέρομαι στην προοπτική της ενδοχώρας που θα δημιουργηθεί εφόσον τα πράγματα προχωρήσουν ομαλά για τη συνεργασία ανάμεσα στις όμορεςχώρες, για την εξαιρετική προοπτική της «συνανάπτυξης». Για τη Βόρεια Ελλάδα νομίζω ότι θα είναι πραγματικά ένας άλλος οικονομικός ορίζοντας. Μια αντίστοιχη δυναμική ίσως μπορεί να δημιουργηθεί και με άλλα ίσως πολιτικά, όχι κατ’ ανάγκην με οικονομικά μέσα.  Ίσως μπορούσε μια τέτοια διάσταση να καλλιεργηθεί πχ μέσω της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση. Χρειάζεται επίσης, σε κάθε περίπτωση, συζήτηση για το αναπτυξιακό σχέδιο, για το στρατηγικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση και με την αντιπολίτευση. Συζήτηση με επιχειρήματα για την ουσία  και όχι βέβαια καυγάδες ή κορώνες. Χρειάζεται ένα ευρύς δημόσιος διάλογος ανεξάρτητα από το αν μπορεί κανείς να ελπίζει ότι μια τέτοια συζήτηση μπορεί να γίνει ομαλά και να είναι δημιουργική ακόμη κι αν δεν μείνει κανείς ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, επειδή ίσως ο αντίπαλος να αποδειχθεί ανεπαρκής ή μη προετοιμασμένος. Να μεταφερθεί ο πολιτικός διάλογος πραγματικά εκεί που ο κόσμος καταλαβαίνει ότι νοιάζεσαι γι’ αυτόν.

 

Συνηγορώ σ’ αυτό ότι υπάρχουν διαφορετικά, ανταγωνιστικά σχέδια μπροστά στον κόσμο αυτή τη μεταβατική περίοδο και πρέπει να παρουσιασθούν, να κριθούν, οι δυο πλευρές να πουν τα επιχειρήματά τους.

Σίγουρα, είναι πολύ απογοητευτικό ότι συζητιέται ο Προϋπολογισμός και κουβεντιάζεται στη Βουλή οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ αυτόν. Όχι ότι δεν είναι σοβαρά τα άλλα θέματα. Η ευθύνη, φυσικά, δεν είναι μόνο εκείνου που ωρύεται. Είναι γενικότερη. Όσο άμεση και να είναι η ανάγκη για συσπείρωση, που προκύπτει όταν πέφτει ένα κοινοβουλευτικό, λεκτικό πυροτέχνημα για να μεταφερθεί η συζήτηση αλλού, νομίζω ότι οι περιστάσεις και η ίδια η κοινωνία απαιτούν να επιμείνει κανείς και να αναπτυχθεί η  η συζήτηση στα θέματα εκείνα που μπορούν να δημιουργούν δυναμική προοπτική για όλη την κοινωνία. Και γι αυτό πρέπει η συζήτηση να αποφεύγει τις «κοκορομαχίες» για το ποιος είναι ο πιο κατάλληλος διαχειριστής ή ο πιο επιδέξιος ρήτορας και να επανέρχεται επίμονα στα πραγματικά προβλήματα και στις υπαρκτές προτάσεις για τη λύση τους.

Να έλθουμε λίγο στο χρέος, τις ρυθμίσεις που εξασφαλίστηκαν, τα πρωτογενή πλεονάσματα κτλ.

 

Να επανεξεταστούν οι ρυθμίσεις για το χρέος

 

Να έλθουμε λίγο στο χρέος, τις ρυθμίσεις που εξασφαλίστηκαν, τα πρωτογενή πλεονάσματα κτλ. Συνδέεται, προφανώς, μ’ αυτό που επιμένεις, για αναπτυξιακή δυναμική κτλ καθώς είναι μεγάλος περιορισμός. Ο διάδρομος που εξασφαλίστηκε είναι επαρκής; Οι επενδυτές έξω δεν φαίνεται να ενθαρρύνονται ακόμη.

Οι ρυθμίσεις εγγυώνται σε γενικές γραμμές μια σταθερότητα στη διαχείριση του χρέους. Κάθε άλλο παρά είναι ιδανικές και θα πρέπει «καιρού επιτρέποντος» να επαναξεταστούν. Κάνω την εκτίμηση όμως ότι την πιο μεγάλη ζημιά την προξενεί η πολιτική αβεβαιότητα που καλλιεργείται από την οξύτητα των πολιτικών αντιπαραθέσεων και την ποιότητα των επιχειρημάτων που διασταυρώνονται. Και φοβάμαι ότι το κλίμα προς τις εκλογές θα στραβώσει ακόμη περισσότερο. Εδώ χρειάζονται κάποιες πολιτικές πρωτοβουλίες που να δίνουν εχέγγυα σταθερότητας, ομαλότητας για τη χώρα. Όχι μόνο γιατί θα κερδίσει τις εκλογές η α’ ή η β’ πολιτική δύναμη αλλά διότι δρομολογούνται πράγματα χωρίς επιστροφή, εξελίξεις που θα έχουν θετική διέξοδο. Γι’ αυτό, ξαναλέω, ότι η προοπτική να επικυρωθεί η συμφωνία των Πρεσπών διαθέτει όλα αυτά τα θετικά γνωρίσματα. Εξάλλου αν μπορούσε να καλλιεργηθεί ένα θετικό  κλίμα στις πολιτικές αντιπαραθέσεις αυτό θα είχε επίδραση και στα επιτόκια με τα οποία μπορεί να δανειστεί η χώρα. Η ποιότητα της αντιπαράθεσης παίζει μεγάλο ρόλο, στο πώς σε αξιολογούν οι άλλοι, αν εισπράττουν αίσθηση ασφάλειας ή όχι. Όποτε η αντιπολιτευτική αντιπαράθεση θέτει υπό αμφισβήτηση το σύνολο των διευθετήσεων που έχουν συμφωνηθεί με τους δανειστές, το μήνυμα που στέλνεται στους δυνητικούς επενδυτές είναι στην καλύτερη περίπτωση η στάση αναμονής μέχρι να υπάρξει σταθερότητα. Για παράδειγμα, όπως είναι γνωστό το ζήτημα για τους επενδυτές δεν είναι το ύψος των φορολογικών συντελεστών τόσο όσο είναι η σταθερότητα της φορολογικής πολιτικής που αντιμετωπίζει η επένδυση.  Για τους λόγους αυτούς νομίζω ότι οι τυχόν μεγαλοστομίες όπως και πιθανές υποσχέσεις για ανατροπή συμφωνημένων ρυθμίσεων, αυτή τη στιγμή, μόνον αρνητικό αντίκρυσμα θα έχουν για την εδραίωση και την επιτάχυνση της ανάκαμψης. Η ρύθμιση που εξασφαλίστηκε για το χρέος ήταν μια καθαρή λύση. Προσωπικά θα προτιμούσα ανεπιφύλακτα κάποιες από τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί με τη συμφωνία για την έξοδο από τα μνημόνια να ήταν πιο χαλαρές ή να χαλαρώσουν έστω, στο μέλλον. Νομίζω ότι πρέπει λοιπόν να αρχίσει η προετοιμασία που θα οδηγήσει την κατάλληλη στιγμή σε διορθωτικές ρυθμίσεις. Κι αυτό δεν αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% μόνο, αλλά και μια σειρά άλλες δεσμεύσεις που αφορούν την υποχρέωση της χώρας να διατηρεί κάποιες διαθρωτικές αλλαγές που έγιναν στη διάρκεια των μνημονίων. Εννοώ κάποιες από τις περιβόητες μεταρρυθμίσεις που έγιναν και που δεν είναι πάντα θετικές. Η επανεξέταση της συμφωνίας με τους δανειστές όμως είναι ένα θέμα με μεγάλη σημασία και άρρηκτα δεμένο με τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Κι αυτό πρέπει ο κόσμος να το καταλάβει, ενόψει ευρωεκλογών, ότι θα έχουν αποφασιστική σημασία οι συσχετισμοί που θα διαμορφωθούν.

 

Το παραγωγικό κενό είναι τεράστιο. Τη στιγμή που τα πλεονάσματα αφαιρούν την εθνική αποταμίευση, πώς θα καλυφθεί; Αρκούν οι ξένες επενδύσεις;

Γι’ αυτό τον λόγο, σημείωσα προηγουμένως ότι δεν αρκεί μια αύξηση του ΑΕΠ 2% - 2,5% . Πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα ανοδικά αλλά και σταθερά βήματα. Όσο και αν είναι θετικό ότι τόσα εξάμηνα τώρα έχουμε θετικούς ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ  άλλο τόσο είναι σημαντικό τώρα να περάσουμε σε μια σταθερή μεν αλλά και πιο δυναμική μεγέθυνση. Πώς θα το πετύχουμε; Με τις εξαγωγές, τις επενδύσεις και φυσικά με την υποστήριξη της κατανάλωσης. Αλλά η κατανάλωση για να τονωθεί πρέπει να ανοίξουν δουλειές, ν’ αυξηθούν οι μισθοί, να δημιουργηθούν οι προοπτικές για τη ζήτηση. Όλα αυτά θα στηρίξουν τη μεγέθυνση, δεν είναι μόνο οι επενδύσεις.  Οι επενδύσεις είναι, όπως και οι εξαγωγές, κλειδί για να μην ξαναπεράσουμε στο παλιό υπόδειγμα όπου δημιουργείτο κατανάλωση και εισοδήματα που στρέφονταν στις εισαγωγές και όχι στο ντόπιο παραγωγικό δυναμικό.

 

Είσαι αισιόδοξος για τις εξελίξεις στην Ευρώπη;

Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος με όλα αυτά που βλέπουμε, ιδίως με την άνοδο της ακροδεξιάς κτλ. Γι’ αυτό χρειάζεται μια πανστρατιά που θα διεκδικήσει την ανατροπή αυτού του είδους των κινδύνων, από την οποία η Ελλάδα, ανεξαρτήτως εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων, μόνο να κερδίσει μπορεί. Να πάμε να διαπραγματευθούμε, πχ, να μειωθεί το 3,5% με ποιον; Με τον κ. Βέμπερ; Οι συσχετισμοί θα κρίνουν πολλά. Η προετοιμασία, η ενότητα είναι σημαντικές. Οι σαφείς στόχοι και η κλιμάκωσή τους επίσης.

 

*Αναπληρωτής καθηγητής της Εφηρμοσμένης Οικονομικής στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου και μέλος της διοίκησης του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου. Οι απόψεις που υποστηρίζει εδώ είναι αυστηρά προσωπικές.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet