Την Πέμπτη το πρωί βρέθηκαν στο νεκροταφείο της Ραφήνας για να αποχαιρετίσουν τον Βαρδή οι δικοί του άνθρωποι, συγγενείς, φίλοι και πολλοί Κρητικοί. Εκεί βρεθήκαμε και εμείς. Δεν γνωρίζαμε ότι ο Βαρδής έμενε μόνιμα στη Ραφήνα, την είχε κάνει, μαζί με την οικογένειά του, μόνιμο τόπο κατοικίας. Όμως φροντίσαμε να είμαστε έγκαιρα στην Παναγίτσα, την Πέμπτη για να τον αποχαιρετήσουμε. Μερικές και μερικοί κοντά στην ηλικία του, δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν, ήταν τόσο το κρύο. Δύο παλαιές συντρόφισσες όμως, η σ. Φιφή Πρωτογερέλη και η σ. Ευαγγελίδου, ήταν εκεί! Όπως και πολλοί ακόμη που γνώρισαν τον Βαρδή σε διάφορες φάσεις της διαδρομής του, και κυρίως στο ΚΚΕ εσωτερικού. Οι Φώτης Κουβέλης και Πάνος Ρήγας εκπροσώπησαν την κυβέρνηση. Διακρίναμε ένα στεφάνι του προέδρου της Βουλής, Νίκου Βούτση. Ο Νίκος Φίλης τον αποχαιρέτησε από τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα που τον τίμησε με μια θέση στο προεδρείο του στο ιδρυτικό συνέδριο. Με λίγα ζεστά λόγια τον αποχαιρέτησε και ο Νίκος, ο γιος του συν-δραπέτη του από τα Βούρλα, Κώστα Λιναρδάτου. Οι Γιάννης Βούλγαρης, Άγγελος Γκόγκογλου, Βασίλης και Γεωργία Γκόγκογλου, Ελέγκω Γλέζου, Χάρης Γολέμης, Μίμης Δαρειώτης, Στάθης Δημητρακός, Τάκης Κατσαρός, Παύλος Κλαυδιανός, Μπάμπης Κοβάνης, Κώστας Μπριλλάκης, Δημήτρης Χατζησωκράτης και πολλοί άλλοι, παλιές και παλιοί του συντρόφισσες και σύντροφοι, και από την Ο.Μ. Ραφήνας, παραβρέθηκαν εκεί. Η «Εποχή» εκφράζει τα ειλικρινή συλλυπητήριά της στην οικογένειά του και παραθέτει τον επικήδειο που εκφώνησε ο Νίκος Φίλης.
Π. Κ.

 

Αποχαιρετισμός

Του Νίκου Φίλη

Αποχαιρετάμε μια προσωπικότητα, έναν από τους τελευταίους επιζώντες της δρακογενιάς της Αντίστασης, έναν αγωνιστή της Αριστεράς. Έναν Έλληνα που έζησε ακλόνητος, παρά τους πολύχρονους κατατρεγμούς, το πάθος για την ελευθερία και την κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο, για την κοινωνική απελευθέρωση και το σοσιαλισμό. Που έζησε όρθιος έναν αιώνα και μας αποχαιρέτησε την Τρίτη με ακμαίο το παράστημα και το φρόνημά του. Έναν από τους πολλούς που με ανιδιοτέλεια και γενναιότητα είχαν το θάρρος να ορίσουν τη ζωή τους και ταυτόχρονα, με το παράδειγμά τους, και τη ζωή όλων μας.
Ο Βαρδής, γέννημα της γης της Κρήτης, ενσάρκωνε το αδούλωτο πνεύμα των συμπατριωτών του. Εμπνευσμένος από την ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας του, πήρε αμέσως μέρος στον αγώνα κατά των κατακτητών, κατά του φασισμού και του ναζισμού. Και μετά, με το ίδιο υψηλό φρόνημα ελευθερίας και προσωπικής αξιοπρέπειας, συμμερίστηκε τους αγώνες, τις αγωνίες και τις διώξεις της γενιάς του, αντιμέτωπος με το κράτος των νικητών του Εμφυλίου Πολέμου, με μια εσωτερική υπεροχή που τον οδηγούσε στην περιφρόνηση του καθεστώτος και στην έμπρακτη αμφισβήτησή του, όταν μάλιστα αποτόλμησε, μαζί με άλλους συγκρατούμενούς του, την ιστορική απόδραση από τις φυλακές των Βούρλων.
Περίπου 20 χρόνια φυλακές, εξορίες και παρανομία, συγκροτούν μιαν ανυπότακτη ζωή απέναντι σε όλες τις τυραννίες, με πιο πρόσφατη την ενεργό και πρωταγωνιστική συμμετοχή του στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Πάντα επαναστάτης

Ο Βαρδής, όμως, είχε το θάρρος και την καθαρότητα σκέψης να αντιληφθεί τα αδιέξοδα της πορείας του κομμουνιστικού κινήματος και του δογματισμού και να επαναστατήσει, αυτήν τη φορά, κατά των παραχαράξεων της ιδεολογίας του, συντασσόμενος το 1968 με την ανανεωτική Αριστερά και αναλαμβάνοντας καίρια δράση, μέσα στη δικτατορία, για τη συγκρότηση του ΚΚΕ Εσωτερικού, με γραμματέα τον αξέχαστο Μπάμπη Δρακόπουλο.
Σαν έτοιμος από καιρό, ο Βαρδής συμμετείχε εξαρχής και αταλάντευτα στη δύσκολη, όμορφη και ελπιδοφόρα περιπέτεια για την ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος. Μέσα στις αντίξοες μετεμφυλιακές συνθήκες, φυλακισμένος ή παράνομος, είχε συνειδητοποιήσει την πρωταρχική ανάγκη νόμιμης έκφρασης του αριστερού κινήματος, χωρίς διεθνείς εξαρτήσεις, με σεβασμό στη δημοκρατία και με σταθερή επιδίωξη την ενότητα του λαού. Γι’ αυτό, άλλωστε, είχε συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της ΕΔΑ.
Αυτή η επώδυνη ιδεολογική-πολιτική ωρίμανση ενός μεγάλου τμήματος της κομμουνιστικής παράδοσης, σε συνάρτηση με τον αντιδικτατορικό αγώνα και τη συνειδητοποίηση, σε νέες συνθήκες, της αξίας των δημοκρατικών κατακτήσεων, υπήρξε η νέα παρακαταθήκη, μαζί με το πνεύμα της εαμικής Αντίστασης, για τη δημοκρατική αναγέννηση της χώρας μετά τη Μεταπολίτευση. Εκεί και τότε παρών και πάλι ο Βαρδής. Ευθυτενής, ενώπιος ενωπίω με την Ιστορία.
Ιστορία… ως δρώσα πραγματικότητα, ως βίωμα και ως αγωνία για τη διαφύλαξη του αντιστασιακού πνεύματος του λαού μας. Όχι ως νεκρά κειμήλια και αποστεωμένη παράδοση. Αλλά ως ζωτική παρακαταθήκη εγρήγορσης υπέρ των λαϊκών συμφερόντων. Ο Βαρδής μας άφησε και το έργο του στην Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων 1940-1974.
Τον αποχαιρετάμε με τιμή και τον ευχαριστούμε που τον συναντήσαμε στους αγώνες του λαού μας. Κρατάμε μέσα μας το αγωνιστικό παράδειγμά του, τη δημοκρατική σεμνότητα και το ευθύ παράστημά του.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα της αττικής γης που θα σε σκεπάζει, σύντροφε Βαρδή. Ευτύχησες να δεις την Αριστερά να αναλαμβάνει την ευθύνη για την πορεία της πατρίδας μας. Συμμετείχες σε αυτήν την προσπάθεια μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ (στα 93 σου χρόνια μάλιστα, στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, πήγες εκλογικός αντιπρόσωπος στου Ζωγράφου). Με ισχυρή διάθεση και ανοιχτό πνεύμα. Θα σε θυμόμαστε, ακριβέ μας σύντροφε, στους αγώνες του λαού μας. Και ακόμη, σήμερα, σε μια περίοδο που το αντιφασιστικό καθήκον ξανάρχεται στο ευρωπαϊκό προσκήνιο.
Σε αποχαιρετώ εκ μέρους της ΚΕ και της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ. Καλό κατευόδιο! Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης!


Πώς προστατεύαμε τις εργασίες


Απόσπασμα από το βιβλίο του Βαρδή Βαρδινογιάννη, «Πώς αποδράσαμε από τα Βούρλα», εκδ. Θεμέλιο

Το απόγευμα της Δευτέρας ο φαναρτζής (σ.σ., ένας πολιτικός κρατούμενος, που «μετέτρεπε» τους τενεκέδες σε... γλάστρες) κάθεται στο πεζούλι, ανάμεσα στο 13 και στο 14 κελί. Χτυπά τενεκέδες, μαστορεύει. Στο προαύλιο στήνεται φιλές για το βόλεϊ. Στη μισόκλειστη πόρτα του 13 κάθεται ο Μπάμπης και πελεκά: παρακολουθεί την κίνηση του φύλακα. Ο Ορέστης με τους άλλους που ξέρουν το μυστικό οργανώνουν το θόρυβο και τις φωνές στο βόλεϊ.
Μέσα στο 13, ο Γιώργης, ο Μιχάλης κι ο Μήτσος, ανασκουμπώνονται.
Καλή αρχή, λέει ο Γιώργης, και γονατίζει κάτω απ’ τις σανίδες του κρεβατιού που είναι προς τον τοίχο της μάντρας. Κρατά το κοπίδι, κάθεται πάνω στο τσιμέντο και χτυπά με το σφυρί.
Ο φαναρτζής χτυπάει τη λαμαρίνα, συγχρονίζοντας το ρυθμό με τα χτυπήματα που έρχονται απ’ το 13. Η μπάλα χτυπά στον τοίχο. Θύελλα από γέλια και φωνές ανακατώνονται με τα ποδοβολητά εκείνων που κυνηγούν τη μπάλα.
Το τσιμέντο χοντρό, σκληρό και λείο, μένει ανέπαφο από τα χτυπήματα. Το κοπίδι χοροπηδάει στα χέρια του Γιώργη. Το σφυρί του φαναρτζή είναι ελαφρό για τέτοια δουλειά. Δοκιμάζει ο Μιχάλης, ύστερα ο Μήτσος. Τίποτα. Ο ιδρώτας τρέχει απ’ το μέτωπο των τριών συντρόφων. Αρχίζει η απογοήτευση.
Με τέτοια εργαλεία δεν γίνεται τίποτα.
Κράτα προς το πλάι το κοπίδι.
Άντε και σαν να ράγισε λίγο.
Μια φλοίδα, στο μέγεθος δεκάρας, ξεκολλά. Τίποτα άλλο. Κάτω από τη φλοίδα φαίνεται ένα χαλίκι. Αυτό είναι ακόμα πιο σκληρό.
Πέρασαν πάνω από 20 λεπτά και δεν προχωράει ούτε βήμα. Το κοπίδι άρχισε κιόλας να στομώνει. Ο φαναρτζής έξω συνεχίζει να μαστορεύει. Οι φωνές στο βόλεϊ όλο και φουντώνουν.
Γεια σου, Ορέστη! Δώσε πάσα!...
Κοροϊδεύουν τον Ορέστη, που είναι ο πιο αδέξιος του παιγνιδιού.
Ο Αχιλλέας μπαίνει στο 13. γονατίζει μπροστά στο κρεβάτι.
Τίποτα ακόμα;
Τίποτα δεν γίνεται.
Να επιμείνουμε.
Είναι σκληρό σαν ατσάλι.
Ρίξατε ακουαφόρτε;
δεν ωφελεί.
Αν ανοίξει μια μικρή τρύπα...
Πόση ώρα μας μένει;
Δυο με δυόμιση ώρες.
Να επιμείνουμε.
Αν έρθει έφοδος;
Θα βάλουμε τη βαλίτσα.
Ξαφνικά ακούγονται τρία χτυπήματα στην πόρτα. Είναι το σύνθημα του Μπάμπη που φυλάει απ’ έξω. Μπήκε ο υπαρχιφύλακας για τη συνηθισμένη απογευματινή έφοδο. Παίρνει αράδα τα κελιά, αρχίζοντας απ’ το 24 προς το 13. Έχουμε πέντε λεπτά καιρό. Ο Γιώργης με τον Αχιλλέα βγαίνουν έξω. Ο Μιχάλης κρύβει τα εργαλεία κάτω απ’ τις κουβέρτες. Ο Μήτσος τοποθετεί τη βαλίτσα στο μέρος που χτυπάγαμε. Το βόλεϊ είναι τώρα πιο ήσυχο και οι φωνές έχουν καλμάρει. Ο Μιχάλης και ο Μήτσος, ξαπλωμένοι στα κρεβάτια τους, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, περιμένουν.
Μπαίνει ο υπαρχιφύλακας Μέλιος. Ψηλός, παχύς, με το ανέκφραστο βλέμμα του. Σηκώνει τις κουβέρτες για να ελέγξει τον χώρο κάτω απ’ τα κρεβάτια. Κοντοστέκεται πριν φύγει.
Εσείς θα γίνετε καθηγητές απ’ το πολύ διάβασμα...
Οι καρδιές ξαναβρίσκουν τον κανονικό ρυθμό τους.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet