«Η ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΛΟΧΑΓΟΥ»
Τερατώδης ταύτιση



Επιμέλεια: Στράτος Κερσανίδης

Μπορεί ο διωκόμενος να μετατραπεί σε διώκτη, να ταυτιστεί με το ρόλο και να φτάσει στο σημείο να κάνει τα χειρότερα εγκλήματα;
Στην ερώτηση αυτή δεν υπάρχει μόνο μία απάντηση και μπορεί να θεωρηθεί σωστή είτε η μία είτε η άλλη, ανάλογα με τα επιχειρήματα και τα παραδείγματα που θα την συνοδεύσουν.
Εν προκειμένω υπάρχει μια αληθινή ιστορία με βάση την οποία η απάντηση μπορεί να είναι θετική, δηλαδή πως όντως μπορεί ο διωκόμενος μα μετατραπεί σε διώκτη και στυγερό εγκληματία. Η αληθινή ιστορία συνέβη το 1945, λίγο πριν από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και μεταφέρεται στον κινηματογράφο από τον Ρόμπερτ Σβέντκε με την ταινία «Η στολή του λοχαγού» (Der hauptman). Η ναζιστική Γερμανία καταρρέει και μπροστά στην ήττα πολλοί Γερμανοί στρατιώτες, για να σώσουν τη ζωή τους, λιποτακτούν. Ο 19χρονος Ουίλι Χέρολντ είναι ένας από αυτούς, έχει εγκαταλείψει τη διμοιρία του και προσπαθεί να επιβιώσει. Στο δρόμο της φυγής θα πέσει επάνω σε ένα εγκαταλειμμένο αυτοκίνητο και μέσα σε αυτό βρίσκει μια βαλίτσα η οποία περιέχει τη στολή ενός λοχαγού. Θέλοντας να προστατευτεί από το κρύο ο Ουίλι, φορά τη στολή και τότε αρχίζει να αισθάνεται τη δύναμη της εξουσίας και σταδιακά μεταμορφώνεται. Έτσι αρχίζει να χρησιμοποιεί τη δύναμη που του δίνει η στολή και κατορθώνει να μαζέψει γύρω του μια ομάδα 80 στρατιωτών οι οποίοι τον αναγνωρίζουν ως διοικητή τους. Υποστηρίζοντας πως εκτελεί προσωπικές διαταγές του ίδιου του Χίτλερ, ο Ουίλι Χέρολντ και η ομάδα του διαπράττουν μια σειρά από στυγερά εγκλήματα πολέμου. Εκτελούν κρατούμενους και στρατιώτες, διαπράττουν δημόσιους απαγχονισμούς «κατασκόπων», κ.λπ. Όμως κάποια στιγμή συλλαμβάνεται από τη στρατιωτική αστυνομία, ομολογεί τα εγκλήματά του και χωρίς να τιμωρηθεί τοποθετείται και πάλι στο στράτευμα για να πάρει μέρος στις ύστατες μάχες των ναζί. Πάλι όμως θα λιποτακτήσει για να συλληφθεί από τους Βρετανούς, να δικαστεί και να καταδικαστεί σε θάνατο. Ο «εκτελεστής του Έμσλαντ», όπως έχει μείνει στην ιστορία, σκότωσε περίπου 170 ανθρώπους παριστάνοντας το λοχαγό, έμπιστο του Χίτλερ και όλα αυτά επειδή γοητεύτηκε από την εξουσία που δίνει μια στρατιωτική στολή!
Στη συγκλονιστική αυτή ταινία, ο Ρόμπερτ Σβέντκε αποτυπώνει με ανάγλυφο τρόπο την ηθική κατάρρευση μιας χώρας, οι πολίτες της οποίας είναι ικανοί να διαπράξουν το χειρότερο έγκλημα προκειμένου να σώσουν τη δική τους ζωή. Πρόκειται για μια ψυχρά ρεαλιστική προσέγγιση η οποία δείχνει την αδιαφορία για τους άλλους, τον κυνισμό, την απανθρωπιά, την αποκτήνωση και την παρακμή στην οποία οδηγείται ο άνθρωπος εξαιτίας του πολέμου.
Είναι άκρως ενδιαφέροντα τα όσα σημειώνει για την ταινία, ο σκηνοθέτης: «Εβδομήντα, σχεδόν, χρόνια έχουν περάσει από τις αδιαμφισβήτητες κτηνωδίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τα εγκληματικά γεγονότα εκείνης της εποχής προκαλούν ακόμα απόγνωση, καθώς δεν δύναται να τα συλλάβει ανθρώπου νους. Με τα σημερινά δεδομένα, οι πράξεις αποτρόπαιης βιαιότητας που έλαβαν, τότε, χώρα φαντάζουν αφύσικες, ψυχοπαθητικές και τρομακτικές. Αλλά ο τρόμος είναι μια έννοια ηθική και όχι λογική. Προκειμένου να ερμηνεύσει κανείς τις πράξεις του πρωταγωνιστή της ταινίας Ουίλι Χέρολντ, οφείλουμε να κατανοήσουμε τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούσε και να μην τον κρίνουμε με όρους του δικού μας, σύγχρονου, κόσμου. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να προσεγγίσουμε την ιστορία, όχι με όρους ηθικής, αλλά με την πρόθεση να δούμε αυτά που έβλεπε εκείνος, να νιώσουμε αυτά που ένιωθε εκείνος (…) Το κοινό πρέπει να βιώσει την ιστορική, ψυχολογική και κοινωνική πραγματικότητα του Χέρολντ απευθείας, ενστικτωδώς και συναισθηματικώς. Η ιστορία δεν ξετυλίγεται από έξω προς τα μέσα, αλλά από μέσα προς τα έξω. Το κοινό θα καταδυθεί πλήρως στο πώς σκεφτόταν και ένιωθε ο Χέρολντ (...)
Γιατί, λοιπόν, επιλέξαμε να σας αφηγηθούμε αυτήν την ιστορία; Επειδή: Μέσα από το παρελθόν κατανοούμε το παρόν, και μέσα από το παρόν προετοιμαζόμαστε για το μέλλον (Άρνο Σμιτ). Χρησιμοποιώντας ψυχολογική ορολογία, όσοι είχαν ασπαστεί το Τρίτο Ράιχ ήταν εξίσου φυσιολογικοί άνθρωποι με οποιονδήποτε ζούσε σε άλλες κοινωνίες, σε άλλες εποχές. Οι δράστες των αποτρόπαιων εγκλημάτων προέρχονταν από τη φυσιολογική κοινωνία και καμία συγκεκριμένη ομάδα δεν κατάφερε να αποδειχθεί απρόσβλητη στον πειρασμό, κατά τη φράση του Γκίντερ Άντερς: Απανθρωπιά με ατιμωρησία. Αυτοί είναι εμείς. Εμείς είμαστε εκείνοι.»

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com

 

 

 

«ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ»

Η ερωτική εμμονή



Το διήγημα ενός από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους ιάπωνες συγγραφείς, του Χαρούκι Μουρακάμι, μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ο κορεάτης σκηνοθέτης, Τσανγκ-Ντονγκ Λι. Πρόκειται για «Το παιχνίδι με τη φωτιά» (Beoning), που θεωρείται ως μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς η οποία προβλήθηκε στο 71ο Φεστιβάλ των Κανών όπου και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές κερδίζοντας μάλιστα και το βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRERSCI).
Ο Γιόνγκσου είναι ένας νεαρός εργάτης που έμεινε άνεργος, συναντά τυχαία μια παιδική του φίλη, τη Χάεμι. Νιώθοντας έρωτα για την κοπέλα συμφωνεί να προσέχει τη γάτα της όσο εκείνη θα λείπει για ένα μεγάλο ταξίδι στην Αφρική. Όταν επιστρέφει η Χάεμι θα έρθει μαζί της κι ένας μυστηριώδης άνδρας, ο Μπεν, τον οποίο γνώρισε στο ταξίδι. Ο Γιόνγκσου αισθάνεται πως ο άνδρας αυτός μπαίνει εμπόδιο στον έρωτά του για τη Χάεμι. Οι περίεργες συνήθειες του Μπεν δημιουργούν ερωτηματικά και όταν η Χάεμι θα εξαφανιστεί μυστηριωδώς, ο Γιόνγκσου θεωρεί υπεύθυνο για την εξαφάνισή της τον Μπεν. Η ερωτική εμμονή του είναι τόσο δυνατή που πλέον η πραγματικότητα δεν είναι τόσο ευδιάκριτη. Χαμηλότονο και υποβλητικό ψυχολογικό θρίλερ, με λεπτοδουλεμένη σκηνοθεσία η οποία σταδιακά οδηγεί στην κλιμάκωση αλλά και σε ένα διφορούμενο φινάλε.
«Νομίζω ότι οι άνθρωποι σήμερα, ανεξαρτήτως εθνικότητας, θρησκείας ή κοινωνικού στάτους είναι θυμωμένοι για διαφορετικούς λόγους. Ο θυμός στους νέους ανθρώπους είναι ιδιαίτερα αισθητός. Στην Κορέα οι νέοι υποφέρουν από την ανεργία, δεν βρίσκουν ελπίδα στο παρόν και δεν βλέπουν βελτίωση στο μέλλον. Ανίκανοι να κατευθύνουν το θυμό τους, νοιώθουν απελπισία. Ωστόσο, ο κόσμος δείχνει να γίνεται πιο εκλεπτυσμένος και βολικός, πλήρως λειτουργικός επιφανειακά. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας του Μουρακάμι αισθάνεται αδιάφορος μπροστά σε έναν άλλο άντρα του οποίου όμως ολόκληρη η ύπαρξη καλύπτεται από μυστήριο», σημειώνει ο σκηνοθέτης.
Αυτήν είναι η έκτη μεγάλου μήκους ταινία του Τσανγκ-Ντονγκ Λι, ο οποίος ξεκίνησε από το θέατρο στα 20 του χρόνια και στη συνέχεια στράφηκε στο γράψιμο. Γύρισε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, «Πράσινο ψάρι», το 1997. Την περίοδο 2003-2004 διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού της Νότιας Κορέας. Γνωστές ταινίες του στη χώρα μας είναι η «Κρυφή λιακάδα» (2007) και η «Ποίηση» (2010).

Σ. Κ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet