Του Σωτήρη Ρούσσου*

Ο πόλεμος στη Συρία τελείωσε. Αυτό διακηρύσσουν οι Ρώσοι και αποδέχονται όλοι οι παίκτες, Αμερικανοί, Τούρκοι, Σαουδάραβες, Ιρανοί και Ισραηλινοί. Τελείωσε ο πόλεμος για την ανατροπή του Άσαντ και την κατάλυση του ασαντικού καθεστώτος. Ο Άσαντ, με την βοήθεια Ρώσων και Ιρανών αλλά και την ανθεκτικότητα κομματιών του κράτους και κυρίως του στρατού, επιβίωσε πολιτικά και είναι σήμερα κυρίαρχος στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Επίσης, τελειώνει ο πόλεμος εναντίον του «Ισλαμικού Κράτους» (ΙΚ). Απομένουν μόνο μικροί θύλακες στα ανατολικά της χώρας όπου το ΙΚ μάχεται σθεναρά αλλά η επιχειρησιακή του μοίρα είναι προδιαγεγραμμένη.

Τέσσερα μέρη και τρεις προκλήσεις

Αλλά ο ανταγωνισμός για την Συρία δεν τελείωσε. Η Συρία έχει χωριστεί σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο είναι αυτό που ελέγχει ο Άσαντ και οι σύμμαχοί του. Το δεύτερο είναι αυτό στα βορειονατολικά της χώρας, η αυτονομία της Ροτζάβα που ελέγχεται κυρίως από τους Κούρδους του PYD και κάποιες μικρές αραβικές πολιτοφυλακές συμμαχικές προς τους Κούρδους. Το τρίτο είναι αυτό στο Ιντλίμπ, το Αφρίν και την Τζαραμπλούς στα βόρεια της χώρας, μια ζώνη που ελέγχεται έμμεσα ή άμεσα από την Τουρκία. Το τέταρτο, οι θύλακες του ΙΚ.
Πέρα από την διαίρεση αυτή, η Συρία έχει μπροστά της τρεις βασικές προκλήσεις που συνδέονται στενά μεταξύ τους: την ανασυγκρότηση και την ανοικοδόμηση της χώρας, την επιστροφή των προσφύγων και των εκτοπισμένων και βέβαια την πολιτική λύση, δηλαδή το πολιτικό σύστημα που θα επιλεγεί μετά το τέλος του πολέμου. Η Ρωσία είναι σαφές ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να στηρίξει την ανοικοδόμηση, της οποίας το κόστος εκτιμάται από 400 δισεκατομμύρια έως ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Η οικονομία της Ρωσίας δεν είναι στην καλύτερη κατάσταση. Ούτε βέβαια το Ιράν έχει τη δυνατότητα να αναλάβει ένα τέτοιο έργο. Η Ε.Ε., με την σημερινή πολιτική κατάσταση, τον ακροδεξιό λόγο και την εσωστρέφεια είναι απίθανο να συμβάλλει ουσιαστικά αν και κάτι τέτοιο θα ήταν η μόνη πραγματικά υπεύθυνη πολιτική για το π��οσφυγικό. Οι μόνες χώρες που θα μπορούσαν να αναλάβουν σημαντικό μέρος είναι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Κίνα. Άλλωστε, είναι οι δύο μεγαλύτεροι επενδυτές στην Μέση Ανατολή.
Στο σημείο αυτό συνδέονται η ανοικοδόμηση και η πολιτική λύση. Τα Εμιράτα έχουν εκδηλώσει την ετοιμότητά τους να αναλάβουν αν ο Άσαντ αποφασίσει να απομακρυνθεί από τον στενό εναγκαλισμό του με την Τεχεράνη. Μάλιστα, επισημαίνουν ότι ο πατέρας του σημερινού σύρου προέδρου, Χαφέζ αλ-Άσαντ είχε μεν στενές σχέσεις με το Ιράν αλλά ποτέ δεν υπήρξε ενεργούμενο και συμπεριφερόταν προς τους Ιρανούς ως ίσος προς ίσο. Μια τέτοια στάση δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στην Ρωσία. Η Μόσχα συνεργάζεται ήδη στενά με τα Εμιράτα στον οικονομικό τομέα. Εταιρείες από τα Εμιράτα είναι πια μεγάλοι μέτοχοι στα ρωσικά μεγαθήρια Russian Helicopters και Gazpromneft-Vostok. Το Ιράν αποτελεί σύμμαχο της Ρωσίας για την υποστήριξη του Άσαντ κατά τη διάρκεια του συριακού πολέμου. Η Μόσχα δεν έχει καμία πρόθεση να σταθεί στο πλευρό της Τεχεράνης στον περιφερειακό ανταγωνισμό της με τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ. Η Ρωσία ρίχνει γέφυρες προς τις μοναρχίες του Κόλπου και ως προς το είδος της πολιτικής λύσης. Είναι έτοιμη να δεχτεί στις συνομιλίες εκπροσώπους της σουνιτικής αντιπολίτευσης που όμως δεν ανήκαν στις ένοπλες ομάδες.

Η ιρανική παρουσία

Η κρίσιμη βοήθεια της Τεχεράνης και της λιβανικής Χεζμπολλά εξασφάλισαν την επιβίωση του καθεστώτος Άσαντ στα πρώτα στάδια του πολέμου. Το Ιράν βρίσκεται σε μια ανοικτή σύγκρουση με το Ισραήλ στην Συρία, μέρος του ανταγωνισμού στην περιοχή μεταξύ του Ιράν και των συμμάχων του σε Συρία, Λίβανο, Ιράκ και Υεμένη από την μια πλευρά και της Σαουδικής Αραβίας, του Ισραήλ και των ΗΠΑ από την άλλη. Είναι σαφές ότι το Ιράν δεν θα αποχωρήσει εύκολα από τη Συρία. Άλλωστε η διασύνδεση των Ιρανών στρατιωτικών, της Χεζμπολά και της ασαντικής πλευράς είναι τόσο στενή που θα χρειαστεί ακόμη και μια δεύτερη μεγάλη σύγκρουση για να εξαλειφθεί.
Αυτήν την ιρανική παρουσία έχουν στόχο και οι ισραηλινές επιδρομές στην Συρία. Μέχρι σήμερα η Ρωσία έχει δείξει ανοχή απέναντι στις επιχειρήσεις αυτές. Τώρα όμως η κατάσταση αλλάζει. Η Μόσχα, όμως, επιθυμεί την ταχύτερη δυνατή επιστροφή σε μια σταθερότητα που θα διευκολύνει την ανασυγκρότηση της χώρας. Αυτή η σταθερότητα θα εξασφαλίσει την μονιμότητα και την κανονικότητα της ρωσικής παρουσίας στην χώρα. Αν οι ισραηλινές επιδρομές συνεχιστούν θέτοντας σε κίνδυνο την σταθερότητα της χώρας και του καθεστώτος τότε η Μόσχα ίσως αναγκαστεί να πάρει μέτρα. Η αποτροπή μιας ρωσικής κίνησης περιορισμού της ισραηλινής δράσης στην Συρία είναι ένας βασικός λόγος που η κυβέρνηση Νετανιάχου και το εβραϊκό λόμπυ στην Ουάσιγκτον υποστηρίζουν σθεναρά την παραμονή των αμερικανικών στρατευμάτων στην Συρία. Το Ισραήλ θέλει να διαλύσει την συμμαχία του Ιράν με τον Άσαντ και την Χεζμπολά. Με αυτή τη λογική δεν επιθυμεί ούτε την αποχώρηση των αμερικάνικων δυνάμεων και την αποδυνάμωση των Κούρδων γιατί αυτό θα οδηγήσει στην προσχώρησή τους στην προστασία του Άσαντ.

Σε διχασμό οι ΗΠΑ

Η διακυβέρνηση Τραμπ φαίνεται ότι διχάζεται στην αντιμετώπιση της Συρίας. Από τη μια, ο ίδιος ο πρόεδρος θεωρεί ότι τα περιφερειακά αντίβαρα του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας σε συνδυασμό με τις αυστηρότατες κυρώσεις και την απροθυμία Ρωσίας και Τουρκίας να στηρίξουν τα ηγεμονικά σχέδια της Τεχεράνης είναι αρκετά για να οδηγήσουν το Ιράν σε αναδίπλωση στη Συρία και γενικότερα την Μέση Ανατολή. Επίσης, η αποχώρηση μειώνει τις δαπάνες και αυξάνει την δημοτικότητα στο εσωτερικό. Από την άλλη πλευρά, σύμβουλοι που προέρχονται από τους πάλαι ποτέ κραταιούς νεοσυντηρητικούς, όπως ο Τζον Μπόλτον, θεωρούν ότι η στρατηγική που εγκαινιάστηκε με την εισβολή στο Ιράκ το 2003 είναι σωστή και πρέπει να συνεχιστεί.

Οι πρόσφυγες ως πολιτικό όπλο

Από αυτήν την διχογνωμία δημιουργείται και μια σύγχυση που περισσότερο από όλους ανησυχεί την Άγκυρα. Η αμφιταλαντευόμενη στάση της Ουάσιγκτον σχετικά με την αποχώρηση τους και την αυτονομία στο συριακό Κουρδιστάν δημιουργεί την ανησυχία στον Ερντογάν και το επιτελείο του ότι πιθανόν οι ΗΠΑ να έχουν κρυφή ατζέντα πάνω στο ζήτημα. Ας μην ξεχνάμε ότι εκείνο που θέλει πάση θυσία να εμποδίσει η Τουρκία είναι η δημιουργία ενός κουρδικού πολιτικού μορφώματος στην βορειοανατολική Συρία. Η Τουρκία ενδέχεται να χρησιμοποιήσει τους πρόσφυγες ως πολιτικό όπλο στην πολιτική λύση της Συρίας. Η εγκατάσταση Σουνιτών Αράβων και Τουρκομάνων προσφύγων στις περιοχές της Συρίας που ελέγχει είναι δυνατόν να αλλάξει την δημογραφική σύνθεση τω περιοχών αυτών. Ελέγχοντας τους πληθυσμούς αυτούς η Άγκυρα μπορεί να μετατρέψει τις περιοχές σε οιονεί προτεκτοράτο ακόμη και αν τυπικά ανήκουν στην συριακή επικράτεια.
Την ίδια λογική στην επανεγκατάσταση των προσφύγων και των εκπατρισμένων είναι πιθανό να ακολουθήσει και το καθεστώς Άσαντ δημιουργώντας φιλικούς πληθυσμιακούς θύλακες σε κρίσιμες για την ασφάλεια του καθεστώτος περιοχές. Πάντως η διαίρεση σε τρεις ή τέσσερις πολιτικές «κυριαρχίες» παγιώνεται με το χρόνο. Σε αυτή την περίπτωση ακόμη κι αν το καθεστώς σταθεροποιηθεί η Συρία θα ακολουθήσει μάλλον το παράδειγμα ουσιαστικής διάσπασης του Ιράκ.

* Ο Σ. Ρούσσος είναι αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet