Τι σημαίνει να είσαι σήμερα αριστερός;

H διαφορά μεταξύ αριστερής κυβέρνησης και διακυβέρνησης, σε ένα περιβάλλον που τα πρότυπα πολιτικής αναπαράστασης έχουν γίνει πιο πορώδη



«Το ζήτημα που τίθεται στον ΣΥΡΙΖΑ είναι αν θα καταφέρει να πορευτεί σε μια μορφή διακυβέρνησης που δεν θα περιορίζεται απλώς σε φιλολαϊκά μέτρα αλλά θα θέτει σταδιακά τα θεμέλια του προοδευτικού κοινωνικού μετασχηματισμού και συγχρόνως θα αντιστέκεται στις σειρήνες μιας σταδιακής πολιτικής αποξένωσης του κομματικού ή του κυβερνητικού μηχανισμού από τα κοινωνικά συμφέροντα» επισημαίνει ο κοινωνιολόγος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στη συνέντευξή του στην «Εποχή». Ενώ παράλληλα, υπογραμμίζει ότι «το σύστημα των κομμάτων θωρακίζεται συστηματικά απέναντι στις προσπάθειες των λαϊκών στρωμάτων να συνδεθούν μαζί τους. Εξέλιξη, που, εκτός των άλλων, τείνει να καταστήσει το πολιτικό σύστημα φανατικό εχθρό των κινημάτων, καθόσον τα κινήματα σε αυτή την οπτική προσλαμβάνονται σαν ανορθολογικοί δρώντες που πρέπει να πάψουν να υπάρχουν».

Tη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Ποια είναι η εκτίμησή σου για την κυβερνητική θητεία το πρώτο δίμηνο; Αυτή η διεύρυνση της στήριξης της κυβέρνησης πού οφείλεται; Θα διαρκέσει;

Αυτή η διεύρυνση της λαϊκής στήριξης του κυβερνητικού έργου που αναφέρεις είναι η πιο εντυπωσιακή όψη της μέχρι τώρα κυβερνητικής θητείας. Το γεγονός ότι πάνω από το 60% των Ελλήνων πολιτών εγκρίνουν τις κινήσεις της κυβέρνησης τόσο απέναντι στους πιστωτές όσο και αναφορικά με το συντελούμενο νομοθετικό έργο δείχνει μια ευρεία κοινωνική στήριξη της κυβερνητικής προσπάθειας για την πολιτική αναστροφή της μνημονιακής πορείας της χώρας. Φυσικά, τα δημοσκοπικά δεδομένα από μόνα τους δεν είναι σε θέση να αποτυπώσουν κάποιες άλλες ποιότητες στη σχέση κυβέρνησης και λαού. Για παράδειγμα, ενώ έχουν τη σημασία τους για την αποτίμηση της στάσης της κυβέρνησης απέναντι στο παγκόσμιο χρηματιστικό κεφάλαιο, στους δανειστές και στους πολιτικούς εκπροσώπους τους, εντούτοις δεν μας λένε ακόμη πολλά πράγματα για το «εσωτερικό κοινωνικό μέτωπο». Δηλαδή, για το τι θα συμβεί όταν η κυβέρνηση θα αρχίζει να επεμβαίνει (όπως ελπίζω) συστηματικά με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στο «ταξικό υπόστρωμα» των κοινωνικών συγκρούσεων. Εκεί θα κριθεί περισσότερο η βιωσιμότητα και η διάρκεια της λαϊκής στήριξης. Στο αν η κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας κατορθώσει ή όχι να χτίσει ισχυρές συμμαχίες με λαϊκά κοινωνικά στρώματα σε βάρος των κυρίαρχων ταξικών μερίδων του κεφαλαίου που δραστηριοποιούνται κυρίως εντός της χώρας. Με άλλα λόγια, συμμαχίες που δεν θα εντάσσονται τόσο στην εθνικο-πατριωτική αφήγηση μιας λαϊκής κυριαρχίας που αντιστέκεται συνολικά στο σχέδιο αποικιοποίησης της χώρας μέσω του χρέους, αλλά θα συγκροτούν μια εσωτερική ταξική μεροληπτικότητα ικανή (στο μέτρο του δυνατού) να ταυτοποιήσει τις κοινωνικές ομάδες που αντιτίθενται σε ένα βαθύτερο προοδευτικό κοινωνικό μετασχηματισμό της χώρας και να συγκρουστεί τόσο μαζί τους όσο και με το πολιτικό προσωπικό που τις υπηρετεί.

Το ειδικό βάρος της δεξιάς και της αριστερής ψήφου

Ένα φαινόμενο το οποίο θα έπρεπε να μελετηθεί βαθύτερα –πέραν της κατάρρευσης των πυλώνων του πολιτικού δικομματικού συστήματος– είναι ότι οι πολίτες από δεξιά ψήφισαν απευθείας αριστερά. Ποια στοιχεία των παραδοσιακών εντάξεων κλονίστηκαν, ποιες βεβαιότητες, ποιοι, ακόμη και συναισθηματικοί και ψυχολογικοί, μηχανισμοί ατόνησαν και γιατί;

Ιστορικά, κάθε φορά που σε συνθήκες κρίσης ο καπιταλισμός αναδιοργανώνεται συγχρόνως επιζητά να αφομοιώσει σε αυτή την αναδιοργάνωση και τους αντιπάλους του. Ο δικομματισμός δεν είναι πια απαραίτητος για μια νεοφιλελεύθερη πολιτική διαχείριση. Ανήκει σε ένα σύστημα πολιτικής εκπροσώπησης των κοινωνικών συμφερόντων που αποδυναμώνεται και μπαίνει σταδιακά σε λανθάνουσα κατάσταση. Εφεξής περιλαμβάνει υπολειμματικά μεγέθη, «παρωχημένα» μικροσυμφέροντα που επιζούν παρασιτώντας στο κορμί της νέας κυρίαρχης πολιτικής διαδικασίας. Με άλλα λόγια, μεταβάλλεται ο τρόπος οργάνωσης της πολιτικής δραστηριότητας και συναρθρώνεται γύρω από την κεντρική συστημική επιταγή μιας αποτελεσματικής τεχνοκρατικής διαχείρισης των δυσκολιών διακυβέρνησης στο νεοφιλελευθερισμό.
Υπό την έννοια αυτή, το ειδικό βάρος της δεξιάς και της αριστερής ψήφου (άρα και της μετατόπισης από τα δεξιά στα αριστερά) πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά και επιφυλακτικά. Είναι ασφαλώς ενθαρρυντικό, γιατί συνιστά μια γνωστική, συναισθηματική και ψυχολογική υπέρβαση, να ψηφίζει ο δεξιός αριστερό κόμμα. Αλλά, ταυτόχρονα, η ταυτότητα του δεξιού (και του αριστερού) δεν συνεπάγεται απαραίτητα τα αμιγή γνωστικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά που αναφέρονται σε εποχές ριζοσπαστικοποίησης της σύγκρουσης αριστεράς/δεξιάς ή προόδου/συντήρησης, όπως στάθηκαν ο Εμφύλιος, τα Ιουλιανά, η δικτατορία και η πρώτη Μεταπολίτευση.
Το σύστημα των κομμάτων δεν είναι πλέον σε θέση να διαχειρίζεται τις σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης των κοινωνικών συμφερόντων, αφού οι συνθήκες κοινωνικού κερματισμού, επισφάλειας και φτωχοποίησης έχουν εξαπλωθεί σε σχεδόν ολόκληρο το εργασιακό φάσμα της παραγωγής και της κυκλοφορίας και έτσι ανατράπηκαν κεντρικές διεργασίες ταξικής συγκρότησης των συμφερόντων. Όχι ότι δεν υπάρχουν τώρα ταξικά συμφέροντα, αλλά η συγκρότησή τους (άρα και η χειραγώγησή τους) δεν υπακούει πια σε μαζικά και δομικά χαρακτηριστ��κά μιας μηχανικής αντιστοίχισης των κοινωνικών τάξεων σε κεντρικές οικονομικές παραμέτρους και λειτουργίες. Έτσι, έννοιες όπως μοντέλο συσσώρευσης, αξιοποίηση κεφαλαίου, διεύθυνση της παραγωγής και τρόποι εκμετάλλευσης της εργασίας ξαναμπαίνουν στο στόχαστρο της ανάλυσης και απαιτούν καινούργιες εννοιολογήσεις. Πού θα κατατάσσαμε, για παράδειγμα, σύμφωνα με το ορθόδοξο μαρξιστικό σχήμα την υπερεκμετάλλευση που ασκούν πολλοί εργαζόμενοι πάνω στον εαυτό τους όταν τον χρησιμοποιούν σαν επενδύσιμο κεφάλαιο με όλα τα συμπαρομαρτούντα ρίσκα μιας «επένδυσης» που αφορά κυριολεκτικά τον ίδιο τον εαυτό στις πιο υποκειμενικές και μύχιες όψεις του; Σε ποιες κοινωνικές ομάδες θα εντάσσαμε από κοινωνιολογική άποψη εκμεταλλευόμενους που συμπεριφέρονται σαν επιχειρηματίες του εαυτού τους υιοθετώντας στην αγορά εργασίας στρατηγικές της μικρής ατομικής επιχείρησης;
Επομένως, οι τελευταίες εκλογές ανέδειξαν όντως τον κλονισμό των δεδομένων των παραδοσιακών εντάξεων, ωστόσο αυτός ο κλονισμός είχε αρχίσει να συντελείται νωρίτερα. Σήμερα τα πρότυπα πολιτικής αναπαράστασης του κόσμου έχουν γίνει πιο πορώδη και αυτό οφείλεται σε υβριδικές πολιτισμικές κατασκευές της μετανεωτερικότητας που επιτρέπουν πιο εύκολα μη τραυματικά και μη μόνιμα περάσματα από ταυτότητα σε ταυτότητα. Αυτό βέβαια μας θέτει το προκλητικό στοίχημα να αναπροσδιορίσουμε εκ νέου τι σημαίνει να είσαι σήμερα αριστερός.

Τελικά, ποια νομίζεις ότι είναι τα κρίσιμα προβλήματα της πολιτικής συγκυρίας στην Ελλάδα; Ποιες θα μπορούσαν να είναι οι συμπληγάδες της σημερινής πραγματικότητας για την κυβέρνηση;
Το ζήτημα είναι πολύπλοκο. Η κυβέρνηση οφείλει να κάνει ταυτόχρονα τρία πράγματα. Να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική κρίση, να αντέξει και να ξεπεράσει τη δημοσιονομική ασφυξία και να θέσει τις βάσεις ενός προοδευτικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας. Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι εύκολο, πολλώ δε μάλλον αν τα δεις συνδυαστικά. Όμως, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, υποστηρίζω ότι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι δεν προέρχονται από τις εξωτερικές προκλήσεις που καλείται ο ΣΥΡΙΖΑ να διαχειριστεί, αλλά από το εσωτερικό του κόμματος. Όχι, ασφαλώς, με την έννοια της αντιπαράθεσης μεταξύ διαφορετικών κομματικών συνιστωσών και πολιτικο-ιδεολογικών ρευμάτων, ίσα ίσα αυτός ο πλουραλισμός είναι το πιο εποικοδομητικό δεδομένο στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά με την έννοια μιας πιθανότητας να «προσχωρήσει» ουσιαστικά και θεσμικά ο ΣΥΡΙΖΑ σε διεργασίες ενός ριζικού αναπροσδιορισμού των σχέσεων πολιτικής εκπροσώπησης που ήδη έχουν τεθεί σε ισχύ και στη χώρα μας. Θέλω να εξηγήσω τι εννοώ όταν μιλάω για «ριζικό αναπροσδιορισμό».
Αναφέρομαι σε θεμελιώδεις μεταβολές που υφίσταται το σύστημα εκπροσώπησης. Οι οικονομικές και επιχειρηματικές ελίτ αναζητούν μια νέα σχέση της πολιτικής με την κοινωνία. Το σύγχρονο κομματικό σύστημα δεν θέλει πλέον να μεσολαβεί τις κοινωνικές αντιθέσεις, γιατί αυτή η μεσολάβηση προϋποθέτει αναγκαστικά έναν ελάχιστο έστω βαθμό κοινωνικής δικαιοσύνης επί τη βάσει μιας βασικής συναίνεσης και ενός στοιχειώδους κοινωνικού συμβιβασμού μεταξύ συγκρουόμενων κοινωνικών ομάδων και στρωμάτων. Όμως, το σύστημα διακυβέρνησης του καπιταλισμού τείνει σήμερα να αποσυνδεθεί παντελώς από την ιστορική αναγκαιότητα για μια οργανωμένη διαχείριση του κοινωνικού κόστους. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική μεταχείριση των κοινωνικών ομάδων θα γίνεται αποκλειστικά από τους «αντικειμενικούς» κανόνες της αγοράς.
Το κομματικό σύστημα, επομένως, θέλει να διαχειρίζεται σε πολιτικό επίπεδο απευθείας την κυριαρχία δεδομένων ταξικών συμφερόντων, υποκαθιστώντας εν μέρει παραδοσιακές λειτουργίες του κράτους και καταστρέφοντας ακόμη και τη σχετική πολιτική αυτονομία του. Έτσι, το σύστημα των κομμάτων απομονώνεται όλο και περισσότερο από την κοινωνία. Θωρακίζεται συστηματικά απέναντι στις προσπάθειες των λαϊκών στρωμάτων της κοινωνίας να συνδεθούν με τα κόμματα, να ξαναβρούν γέφυρες επικοινωνίας. Απορρίπτει μετά βδελυγμίας οποιονδήποτε λαϊκισμό, δεξιό ή αριστερό, ως τρόπο συνάρθρωσης της πολιτικής με την κοινωνία. Αυτή η θωράκιση εξυπηρετεί τόσο μια γενική μεταδημοκρατική εισβολή της οικονομικής ισχύος στις πολιτικές διαδικασίες όσο και την ανάγκη δημιουργίας ενός κλίματος γενικής ατιμωρησίας έναντι φαινομένων εκτεταμένης διαφθοράς.
Αυτή η εξέλιξη, εκτός των άλλων, τείνει να καταστήσει το πολιτικό σύστημα φανατικό εχθρό των κινημάτων, καθόσον τα κινήματα σε αυτή την οπτική προσλαμβάνονται όχι απλώς ως νόμιμοι αντίπαλοι στο παιχνίδι της δημοκρατίας, αλλά σαν ανορθολογικοί δρώντες που πρέπει να πάψουν να υπάρχουν (τουλάχιστον στην πιο ριζοσπαστική εκδοχή τους), επειδή καταρρακώνουν την κοινωνική εικόνα μιας νεοφιλελεύθερης ευταξίας που νομιμοποιεί την ακραία ανισότητα και τη βαθιά εκμετάλλευση στη βάση μιας «αντικειμενικής και αδιαμφισβήτητης» πραγματικότητας όπως υποτίθεται ότι είναι η αγορά και οι κανόνες της. Έτσι, όλα πρέπει να μπουν στον αυτόματο πιλότο της λειτουργίας της αγοράς.
Αν αυτή είναι η κυρίαρχη τάση της πολιτικής πραγματικότητας, τότε το ζήτημα που τίθεται στον ΣΥΡΙΖΑ είναι αν θα καταφέρει να πορευτεί σε μια μορφή διακυβέρνησης που δεν θα περιορίζεται απλώς σε φιλολαϊκά μέτρα αλλά θα θέτει σταδιακά τα θεμέλια του προοδευτικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Και συγχρόνως θα αντιστέκεται στις σειρήνες μιας σταδιακής πολιτικής αποξένωσης του κομματικού ή του κυβερνητικού μηχανισμού από τα κοινωνικά συμφέροντα. Δεν είναι τυχαίο ότι, σε εσωτερικό και εξωτερικό, η ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ έχει γίνει το βασικό ερώτημα. Το τι πολιτικό φαινόμενο συνιστά, πώς επηρεάζεται από τις εσωτερικές ισορροπίες του, με ποιους άλλους πολιτικούς χώρους μπορεί να επικοινωνεί και ποια είναι τα περιθώρια μιας ελαστικής προσαρμογής και ωρίμανσής του, όλα αυτά είναι ανοιχτά ερωτήματα κρίσιμα για τη μορφή της αριστερής διακυβέρνησης που απασχολούν τόσο τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και τους αντιπάλους του.
Φυσικά, η αποκρυπτογράφηση του ΣΥΡΙΖΑ και η προσπάθεια να προβλεφτεί η εξέλιξή του έχει γίνει κρίσιμη παράμετρος για τους αντιπάλους του, όχι μόνο για ευνόητους λόγους κατανόησης των συνθηκών της αντιπαράθεσης, αλλά και επειδή η κατανόηση του άλλου καταλήγει συνήθως σε απόπειρα ετεροπροσδιορισμού του. Η προτροπή «απαλλαγείτε από την αριστερές σας συνιστώσες και εμείς θα σας στηρίξουμε από κεντροδεξιά και κεντροαριστερά» δεν είναι ανέκδοτο. Είναι η λογική συνέπεια ενός τρόπου κυριαρχίας που παγιώνεται στην πεποίθηση ότι η ad hoc συλλογή αναδιατασσόμενων ψηφίδων και θραυσμάτων από ευρύτερους πολιτικούς σχηματισμούς είναι η μοναδική λύση για να αποκτήσει συνέχεια και διάρκεια η πολιτική διακυβέρνηση του νεοφιλελευθερισμού. Από την άλλη, βέβαια, και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άμοιρος ευθυνών σε αυτό το παιχνίδι πολιτικής κινητικότητας. Η προσπάθεια διεμβολισμού της κεντροδεξιάς μέσω της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας και της κεντροαριστεράς μέσω των προεκλογικών «μετεγγραφών» πολιτικών προσωπικοτήτων του χώρου δείχνουν ότι οι κίνδυνοι της πολιτικής αποξένωσης είναι υπαρκτοί και μάλιστα από τα μέσα.

Όλα φαίνονται εφικτά

Χρησιμοποιείς στις αναλύσεις σου το διαχωρισμό μεταξύ αριστερής κυβέρνησης και αριστερής διακυβέρνησης, διότι όπως λες δεν είναι πάντα αυτονόητη η ταύτιση. Ας το δούμε λίγο περισσότερο αυτό.

Όπως είπα και προηγουμένως, το σύστημα όταν μπορεί προτιμά να αφομοιώνει παρά να καταστρέφει. Στο πλαίσιο αυτό δεν θα ενοχλούσε μια αριστερή κυβέρνηση που δεν θα ήταν αριστερή διακυβέρνηση του τόπου. Που δεν θα πείραζε δηλαδή τους υπάρχοντες μηχανισμούς διανομής του πλούτου, της κοινωνικής ισχύος και της πολιτικής εξουσίας. Αντιθέτως, στα πιο αισιόδοξα όνειρα των οικονομικών ελίτ ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να αποδειχθεί παράγοντας ανανέωσης και ενδυνάμωσης αυτών των μηχανισμών. Ο Παρέτο, μιλώντας για τη συγκρότηση της νέας προοδευτικής και σοσιαλιστικής ελίτ στην εποχή του, υποστήριζε πως τα ηγετικά στελέχη των εργατικών συνδικάτων λειτουργώντας σε μαχητικές δομές συλλογικής δράσης αποκτούσαν εκεί ιδιότητες που έτειναν να εκλείψουν από την παλαιά και παρακμάζουσα ελίτ. Αποκτούσαν ρεαλισμό, συναισθηματική και ψυχική δύναμη, αποτελεσματικότητα και ευστοχία. Έτσι, στις οργανωτικές δομές του συνδικαλισμού οι άριστοι επιλέγονταν βάσει των ικανοτήτων τους σε συνθήκες μάχης. Υπό την έννοια αυτή η διαδικασία συγκρότησης της νέας ελίτ είναι μια διαδικασία επιλογής των αρίστων που γίνονται ηγέτες και εγγυώνται την επιτυχία στη βάση ενός κοινού και κατανοητού σκοπού.
Δεν είναι τυχαίο ασφαλώς ότι οι δυνάμεις της συντήρησης του status quo μέσα και έξω από τη χώρα, μαζί με τις επιθέσεις που εξαπολύουν στην κυβέρνηση, δεν παραλείπουν να την επαινούν κάθε φορά που θεωρούν πως παίρνει μέτρα που η παλαιά συντηρητική πολιτική τάξη πραγμάτων δεν μπορούσε να πάρει εξαιτίας ιστορικών αγκυλώσεων και παραδοσιακών δεσμεύσεων που είχε αναλάβει. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με άλλα λόγια, τη στιγμή που αναζητά το βηματισμό του μέσα από τις συμπληγάδες της ανθρωπιστικής κρίσης, της δημοσιονομικής ασφυξίας και της συντηρητικής αντεπίθεσης, καλείται συγχρόνως να σταθμίζει τα δεδομένα με τρόπο ώστε να διακρίνει κάθε φορά κατά πόσο οι πολιτικές του καταστρέφουν ή ανανεώνουν τις υπάρχουσες μορφές εξουσίας. Τελικά, κατά πόσο ο ίδιος λειτουργεί ως μηχανισμός αποδόμησης ή ανανέωσης των ελίτ.

Για τη συμβολική νεότητα που αναλύεις σε ένα άρθρο σου. Παρατηρείς ότι απο-ηθικοποιείται η νεοφιλελεύθερη αφήγηση περί χρέους και αυτό απενοχοποιεί τα θύματα, μετατοπίζει την εστία της αφήγησης κτλ. Αυτό φτάνει ως την απόρριψη προηγούμενων πολιτικών επιλογών. Πώς σχολιάζεις τις συνέπειες του φαινομένου;
Αν ορίσουμε την ιδεολογία της κρίσης ως μια βασική μορφή πειθάρχησης των ανθρώπων που είναι εντελώς εχθρική προς την κοινωνία και στηρίζεται στη μονόδρομη σκέψη ενός φονταμενταλιστικού νεοφιλελευθερισμού (το θατσερικό ρητό: «η κοινωνία δεν υπάρχει»), τότε η συμβολική νεότητα μπορεί να νοηθεί ως μια βιοπολιτική κατάσταση μαζικής υπέρβασης της ιδεολογίας της κρίσης. Η συμβολική νεότητα αναφέρεται σε μια πολιτισμική κατάσταση ζωής στην οποία οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από τη βιολογική ηλικία, αναστέλλουν υποχρεώσεις, χρονοδιαγράμματα και κανόνες της ενήλικης ζωής. Αυτό το φαινόμενο παρατηρήθηκε τόσο στις τελευταίες εκλογές όσο και μετά. Η ανατροπή της ιδεολογίας της κρίσης προϋποθέτει μια υποκειμενική (άρα και πολιτική) δυνατότητα αναπροσδιορισμού, μεταβολής και αντιστροφής των επιλογών μας. Είναι κάτι που απομυθοποιεί τη δύναμη του τετελεσμένου, που το καταργεί στην ατομική και συλλογική συνείδηση. Η πολιτισμική δυναμική αυτής της μεταστροφής είναι τεράστια. Ουσιαστικά, επηρεάζει όλα τα πεδία των σχέσεων κυριαρχίας. Όταν απλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι νομιμοποιούνται πλήρως να αντιστρέφουν βασικές επιλογές και να αναπροσδιορίζουν τις συμπεριφορές τους με βάση πολιτισμικές και όχι βιολογικές παραμέτρους, τότε ένα τεράστιο δυναμικό κοινωνικής ενέργειας απελευθερώνεται. Όλα φαίνονται εφικτά. Ακόμη και να απορριφθούν συστηματικά καλλιεργημένες συλλογικές ενοχές.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet