Τι εγκυμονεί η ρευστότητα του πολιτικού συστήματος



 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν παρατηρείς ένα κομματικό σύστημα σε ρευστότητα έχει ενδιαφέρον, αλλά δεν έχεις και σταθερά σημεία για να το αξιολογήσεις. Κρίσιμο μέγεθος σ’ αυτή την ιστορία είναι προφανώς ο λεγόμενος μεσαίος χώρος, το κέντρο, η κεντροαριστερά.

 

Τη συνέντευξη πήραν οι Χ. Γεωργούλας και Παύλος Κλαυδιανός

Αυτή η περίοδος με τη ρευστότητά της, για έναν πολιτικό επιστήμονα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Συμφωνείς;
Είναι φανερό ότι βρισκόμαστε σε περίοδο όπου το κομματικό σύστημα δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί. Όλες οι αλλαγές που καταγράφηκαν με την κατεδάφιση του παλαιού κομματικού συστήματος στις εκλογές του 2012, ιδιαίτερα τον Μάιο, έχουν οδηγήσει σε ένα νέο δικομματισμό, ατελή μέχρι στιγμής, αφού τα δύο μεγάλα κόμματα δεν έχουν αθροίσει ποτέ πάνω από 65%, ώστε να μπορούμε να μιλάμε για ένα νέο λειτουργικό δικομματισμό.

Ατελή ως προς το μέγεθος ή τη σταθερότητά του;
Πρώτα απ’ όλα ως προς το μέγεθος και ως προς τη μεταξύ τών κομμάτων εναλλαγή. Ένας δικομματισμός συνεπάγεται και εναλλαγή μεταξύ των δύο. Αυτό δεν είναι ακόμη σταθεροποιημένο. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ή αφήνουν να υποθέσουμε ότι στις επόμενες εκλογές θα ξαναβρεθούμε τουλάχιστο σ’ αυτό το αθροιστικό 65%, κάτι όμως που μένει να αποδειχθεί. Η τάση λέει ότι, αν συνεχιστεί η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ και αν διαλύεται σταδιακά ο μεσαίος χώρος, τα υπόλοιπα κόμματα ακόμη και οι ΑΝΕΛ, τότε οι ψήφοι θα καταλήξουν στους δύο μεγάλους. Ακόμη, όμως, δεν είμαι βέβαιος γι’ αυτή την εξέλιξη. Άρα, προφανώς όταν παρατηρείς ένα κομματικό σύστημα σε ρευστότητα έχει ενδιαφέρον, αλλά δεν έχεις και σταθερά σημεία για να το αξιολογήσεις.
Κρίσιμο μέγεθος σ’ αυτή την ιστορία είναι προφανώς ο λεγόμενος μεσαίος χώρος. Το κέντρο, η κεντροαριστερά. Στο τέλος του 2017, όταν έγινε η ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου του μεσαίου χώρου και είχαν προσέλθει διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι για να τον επιλέξουν, φάνηκε ότι αυτός ο μεσαίος χώρος είχε δυναμική να ανασυγκροτηθεί και να διεκδικήσει ένα σημαντικό μερίδιο, που θα τον καθιστούσε και απαραίτητο, με δεδομένο το σημερινό εκλογικό σύστημα, για οποιαδήποτε κυβερνητική συνεργασία. Όμως από τότε μέχρι σήμερα μόνο διαλυτικά φαινόμενα παρατηρούμε. Δεν είναι μόνο οι αποχωρήσεις - δηλαδή, έφυγε το Ποτάμι, φεύγει τώρα η ΔΗΜΑΡ – είναι και οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις και οι σιωπές ορισμένων πρωταγωνιστών της ιστορίας, ή που θα ήθελαν να είναι πρωταγωνιστές, οι οποίοι δεν παίρνουν καθαρή θέση. Δεν ξέρουμε πού θα καταλήξουν αυτές οι αντιπαραθέσεις, π.χ. μεταξύ των όσων οπαδών έχουν απομείνει στον Γιώργο Παπανδρέου με τους Γεννηματικούς. Γίνεται υπόγεια μάχη που σε τοπικό επίπεδο είναι ολοκάθαρη. Άρα δεν έχουμε να κάνουμε με έναν ενιαίο χώρο που έχει μια γραμμή πλεύσης και είναι σημαντικός παράγοντας στο πολιτικό σύστημα.

Το πρόβλημα του πολιτικού κέντρου

Αν ισχύουν όλα αυτά, το συνέδριο που εξήγγειλε η κ. Γεννηματά έχει αβεβαιότητα;
Δεν νομίζω, γιατί σε επίπεδο μηχανισμών και συσχετισμών οι εξελίξεις είναι σχετικώς ελεγχόμενες. Ούτε φαντάζομαι ότι κάποιος απ‘ τους επίδοξους δελφίνους θα σηκώσει το γάντι ν‘ αντιπαρατεθεί. Ούτε ο Γ. Παπανδρέου θα κάνει τέτοια κίνηση. Το μόνο που έχει ως στόχο, είναι να επανέλθει στη Βουλή και να επανα-διεκδικήσει την προεδρία της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει πόλεμος εναντίον των υποστηρικτών του τοπικά. Στη Λάρισα, πχ, μεταξύ Μπαργιώτα και Σαχινίδη, στη Δυτική Αθήνα μεταξύ Γιαννακοπούλου και Καρχιμάκη. Στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας απέναντι στον Αποστόλο Κατσιφάρα, που θεωρείται παπανδρεϊκός και συνεργάζεται με τον ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει χωριστή αντάρτικη υποψηφιότητα με υπόγεια στήριξη από Γεννηματικούς. Όσο κατεβαίνει, λοιπόν, κανείς χαμηλότερα, βλέπει ότι αυτός ο χώρος, ο λεγόμενος μεσαίος, πάσχει από κάθε άποψη.

Οι Πρέσπες ήταν ο καταλύτης για όσα συμβαίνουν στο πολιτικό σύστημα ή ήταν διαδικασίες προγενέστερες; Και εσύ αναφέρθηκες στις εκλογές του 2012 ως αφετηριακό σημείο.
Οι Πρέσπες είναι μια μεγάλη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έκλεισε με επιτυχία ένα ταυτοτικό ζήτημα, περίπου αναίμακτα και από εδώ και από εκεί. Αυτά που δημοσιεύονται, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα πληρώσει τις Πρέσπες στη Βόρεια Ελλάδα κ.τ.λ., δεν βασίζονται σε κανένα δημοσκοπικό στοιχείο. Όπου γράφεται κάτι παρόμοιο, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μνεία σε υπαρκτή εταιρεία η οποία το έχει δημοσιεύσει, μόνο αόριστες αναφορές. Δεν νομίζω, από ό,τι έχω δει, ότι υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ βόρειας και νότιας Ελλάδας όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ. Παντού αυτό που πληρώνει, είναι ότι χρειάστηκε να εφαρμόσει ένα τρίτο μνημόνιο. Αυτό πληρώνει, όχι τη Μακεδονία. Επίσης, και το γεγονός που προκύπτει από κάποιες έρευνες, ότι μια όχι αμελητέα μειοψηφία οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι θετική απέναντι στη Συμφωνία, δεν σημαίνει εκλογικά απολύτως τίποτα. Πράγματι, είναι λογικό άνθρωποι που έμαθαν επί χρόνια στο σχολείο ότι η Μακεδονία είναι μία και ελληνική, να μην τους αρέσει, ξαφνικά, να υπάρχει και μια άλλη. Αλλά όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτή, έτσι και αλλιώς, υπήρχε. Το κράτος αυτό λεγόταν Μακεδονία και τώρα δέχτηκε να αλλάξει το όνομά του και να λέγεται Βόρεια Μακεδονία. Ας δούμε και τα συλλαλητήρια, που οργανώθηκαν πέρυσι πριν από τη Συμφωνία με το που υπήρξε η είδηση ότι θα γίνουν διαπραγματεύσεις. Η δυναμική τους υπήρξε φθίνουσα. Μετά την επικύρωση είχαν ακόμη λιγότερο κόσμο. Όσο αφορά τις ακραίες ενέργειες, πχ στα σπίτια βουλευτών κ.τ.λ., αυτές αφορούν είκοσι – τριάντα άτομα, ομάδες σκληροπυρηνικών. Κατανοώ την απάντηση σε μια δημοσκόπηση ότι δεν μου αρέσει να λέγεται Μακεδονία αυτό το κράτος, αλλά αυτό στην πράξη το έχουμε αποδεχτεί , θέλοντας και μη, εδώ και τριάντα χρόνια, αφού έτσι το αποκαλούν όλοι εκτός από εμάς. Δεν θα αλλάξει κανείς ψήφο, δεν θα την αναπροσαρμόσει λόγω Μακεδονικού.
Απ΄ την άλλη μεριά, ενδεχομένως κάποιοι να είναι πολύ ενοχλημένοι με τη θέση που πήρε η ΝΔ και ακόμη περισσότερο το ΚΙΝΑΛ. Το ΚΙΝΑΛ δεν είχε κανένα λόγο να τοποθετηθεί αρνητικά απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών. Νομίζω ότι έκανε ένα στρατηγικό σφάλμα, καθώς νόμισε ότι βρίσκεται μπροστά σε μια κινητοποίηση του κόσμου και θα μπορούσε να καβαλήσει το κύμα. Πρώτον, αποκλείεται να το καβαλήσει το ΚΙΝΑΛ, υπήρχαν άλλοι πολύ πιο αρμόδιοι, η ΝΔ και η ΧΑ. Δεύτερον, μ’ αυτό έδιωξε έναν κόσμο, το βλέπουμε σε επίπεδο επώνυμων ανθρώπων. Είναι εντυπωσιακό πόσους επώνυμους ανθρώπους του μεσαίου χώρου μάζεψε το Ποτάμι στην εκδήλωσή του στο Ζάππειο υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών. Κανένας, δεν ήταν ΣΥΡΙΖΑ. ΄0λοι θα ήταν, ενδεχομένως, υποστηρικτές του ΚΙΝΑΛ, αν ήταν διαφορετικό. Αυτό τον κόσμο έχει χάσει.
Θα μπορούσε το Ποτάμι να καλύψει το κενό; Όχι βέβαια μόνο για τις Πρέσπες, αλλά και για άλλα.
Νομίζω ότι το Ποτάμι θα δοκιμάσει στις ευρωεκλογές να επιβιώσει με αναφορά σ’ αυτό τον κόσμο. Στις εθνικές εκλογές το Ποτάμι δεν είναι έτοιμο να διεκδικήσει την ψήφο, αλλά οι ευρωεκλογές θα μπορούσαν να είναι το στοίχημά του. Το ΚΙΝΑΛ, με τις υποψηφιότητές του στις ευρωεκλογές, δεν νομίζω ότι θα μπορέσει να πετύχει κάποιο καλό αποτέλεσμα. Υπάρχει σταυρός προτίμησης, τα πρόσωπα μετράνε.



Υπάρχει χώρος για «μακεδονικό» κόμμα;

Θα μπορούσε μέσα στην περιρρέουσα εθνικιστική και φοβική ατμόσφαιρα να προκύψει ένα ακραίο δεξιό – εθνικιστικό κόμμα;
Έχουμε τέτοιο κόμμα, τη ΧΑ, συνεπές σ’ ό,τι λέει εδώ και τριάντα χρόνια. Η προσπάθεια να φτιαχτεί ένα άλλο κόμμα επίσης επωάζεται. Δηλαδή ο Καμμένος για να επιβιώσει, διότι οι δημοσκοπήσεις τον έχουν εξαφανισμένο, δεν έχει παρά να συγκροτήσει ένα τέτοιο εθνικιστικό κόμμα, που να είναι πιο καθαρό από ό,τι μπορεί να είναι η ΝΔ. Φιλόδοξοι αρχηγίσκοι υπάρχουν. Ο Βελόπουλος στη Β. Ελλάδα που έχει και τηλεοπτικό σταθμό, ο Καρατζαφέρης, ο Μπαλτάκος, ο Φαήλος. Τους εμποδίζουν οι προσωπικές φιλοδοξίες να συνεργαστούν. Χώρος για ένα «μακεδονικό» κόμμα υπάρχει. Όταν έχει ανοίξει κανείς τον ασκό του Αιόλου με τα συλλαλητήρια, λογικό είναι κάποιος κόσμος να αναζητήσει κάτι που θα είναι πιο σαφές από τα ήξεις αφήξεις και τη διπλή γλώσσα της ΝΔ. Η μια είναι η θέση του Σαμαρά «η Μακεδονία είναι μια και ελληνική και μένω πιστός στην απόφαση του 1992 των πολιτικών αρχηγών» και η άλλη είναι η σύνθετη ονομασία, που απλώς βάζει προσχηματικά αστερίσκους για γλώσσα και εθνότητα.

Το «φύγετε» και το «ερχόμαστε»

Ποια νομίζεις ότι είναι η στρατηγική τής ΝΔ συνολικά, και πού πάσχει;
Η ΝΔ αυτή τη στιγμή έχει ως στρατηγική το πώς θα γίνει κυβέρνηση, τίποτε άλλο. Λογικό μεν, αλλά χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει τα του οίκου της. Όπως ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε την κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2015, χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει τα του οίκου του και μετά προέκυψαν τα προβλήματα, έτσι συμβαίνει και με τη ΝΔ. Δεν έχει ξεκαθαρίσει πώς θα ασκήσει την εξουσία, αν την πάρει. Άρα, προσπαθεί να κουκουλώσει τις όποιες διαφορές στο εσωτερικό της ενόψει της επικράτησης που ευελπιστεί να έχει στις εκλογές. Τις οποίες θα τις ήθελε όσο το δυνατό ενωρίτερα.

Η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ;
Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται, αναγκαστικά, σε θέση άμυνας. Δηλαδή, μετά από τρία χρόνια μνημονίου –προφανώς δεν ήταν το χειρότερο όπως ισχυρίζεται η αντιπολίτευση, ήταν το πιο ήπιο όσον αφορά τις επιπτώσεις στον κόσμο– βρέθηκε από την άνοιξη του 2016 να είναι πίσω στις δημοσκοπήσεις. Και έχει να αντιμετωπίσει ένα αντι-ΣΥΡΙΖΑ κλίμα, που δεν μπόρεσε να σπάσει, τουλάχιστο μέχρι τα τέλη της προηγούμενης χρονιάς. Άρα αυτή τη στιγμή έχει ως στρατηγική μια ανάκαμψη, πρώτα απ’ όλα επανασυσπείρωση των οπαδών του και άνοιγμα στο χώρο όπου πραγματικά υπάρχει κενό, στο χώρο της κεντροαριστεράς. Δηλαδή, όσους έχει απογοητεύσει το ενδεχόμενο το ΚΙΝΑΛ να γινόταν μια αξιοπρεπής τρίτη φωνή.

Αυτό το «φύγετε» που παρατηρούσες σε προηγούμενη συνέντευξή σου στην «Εποχή», δεν έχει χαλαρώσει;
Μέχρι το φθινόπωρο, ή τα τέλη του 2018, το «φύγετε» δεν είχε χαλαρώσει πολύ. Τώρα έχω την αίσθηση ότι αρχίζει να αποδυναμώνεται, αλλά δεν έχει σπάσει το «δεν μου πάνε αυτοί», το «αυτούς δεν τους θέλω». Ως προς το «φύγετε», η ΝΔ ποτέ δεν κατόρθωσε, και είναι το βασικό της πρόβλημα, να διαμορφώσει κίνημα μαζικό στο δρόμο για «να φύγουν» αν και προσπάθησε αρκετές φορές. Νομίζω ότι η υιοθέτηση των συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό είχε αυτό το απωθημένο, ότι δεν έχουν κατορθώσει να συγκροτήσουν μαζικό κίνημα και τώρα με το Μακεδονικό νόμισαν πως βρήκαν μια ευκαιρία. Ούτε αυτό δεν έπεισε, ούτε τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό είχαν τη μαζικότητα που θα περίμεναν ούτε μετατράπηκαν σε μαζικά αντικυβερνητικά συλλαλητήρια. Ήταν περισσότερο εκδηλώσεις εθνικισμού, που υπάρχει βαθιά στην ελληνική κοινωνία.

Η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ

Να ξαναγυρίσουμε στο πολιτικό κέντρο, στο μεσαίο χώρο. Μπορούμε να φανταστούμε μια κοινωνία χωρίς αυτόν; Πώς το λαμβάνει αυτό υπόψη του ο ΣΥΡΙΖΑ στη στρατηγική του;
Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να έχει δύο επιλογές. Μία θα ήταν να μετασχηματισθεί σε κόμμα όπου θα χωρούσε και το αριστερό τμήμα του μεσαίου χώρου, μια μεταλλαγή του στην πραγματικότητα. Η δεύτερη επιλογή, που είναι προφανώς πολιτικά καλύτερη αλλά δεν βλέπω πώς θα γίνει, θα ήταν να συγκροτηθεί ένα σύμμαχο κόμμα που να είναι η έκφραση αυτού του χώρου.

Αυτό, περίπου είπε και ο Αλέξης Τσίπρας στο Μέγαρο και γενικώς εκπέμπεται απ΄ τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.
Το είπε και δεν το είπε. Είπε μέτωπο αλλά με ποιους, με κόμμα ή με πρόσωπα; Με πρόσωπα προς το παρόν το κάνει. Βέβαια, και οι δυο επιλογές έχουν τις δυσκολίες τους. Να μετασχηματισθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, με την ιστορία του, σε κόμμα που να καλύπτει και την κεντροαριστερά.

Θα προσκρούσει και στο εσωτερικό του αυτό.
Είναι δύσκολο, δεν το κάνει. Το να συμμαχήσει με ένα κόμμα της κεντροαριστεράς που θα ακολουθεί τη λογική που υποστηρίζει και ο Α. Τσίπρας για το Ευρωκοινοβούλιο, δηλαδή Αριστεροί, Πράσινοι, Σοσιαλδημοκράτες όλοι μαζί να φράξουν το δρόμο στον Βέμπερ, δεν βλέπω ποια πρόσωπα μπορούν να σηκώσουν αυτό το φορτίο. Υπάρχουν άτομα που διαφοροποιήθηκαν και με αφορμή τη συμφωνία των Πρεσπών, αλλά όχι πολιτικές οντότητες που θα μπορούσαν να επωμισθούν αυτό το φορτίο. Αυτό θα ήταν, πχ για τον Θεοδωράκη και το Ποτάμι, μια επιλογή. Δεν τον βλέπω έτοιμο να το κάνει. Στο συνέδριό του περισσότερο προς ΝΔ κοίταζε παρά προς ΣΥΡΙΖΑ. Κι αυτό είναι και ένα αδιέξοδο που αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν έχει ένα κόμμα που θα μπορούσε να σταθεί κανονικά ως σοσιαλιστικό κόμμα. Συνεργασίες επιχειρεί να υλοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ κυρίως στις αυτοδιοικητικές εκλογές και πιθανότατα στο ευρωψηφοδέλτιο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ψηφίζοντας την απλή αναλογική, έφερε τις συνεργασίες στο τραπέζι, και ως στοιχείο της φυσιογνωμίας του. Μένει όμως μετέωρο, τώρα, στη συζήτηση.
Η αναλογική που λειτουργεί, είναι αυτή που καθιέρωσε στις αυτοδιοικητικές εκλογές με την πολυμορφία συνδυασμών που καταγράφονται σχεδόν παντού, στην περιφέρεια κυρίως. Άρα η λειτουργία της για την αναδιαμόρφωση του πολιτικού τοπίου υπάρχει, αυτή τη στιγμή, στην αυτοδιοίκηση. Στις βουλευτικές δεν ξέρω πώς θα λειτουργήσει. Διότι αν υποθέσουμε ότι έχουμε κυβέρνηση ΝΔ ή ΝΔ και κάποιοι από το ΚΙΝΑΛ –δεν χρειάζεται να είναι όλοι– τον Οκτώβριο, θα έχουν τη δυνατότητα να οργανώσουν μια άκαρπη εκλογή με απλή αναλογική και επαναληπτικές εκλογές με το σύστημα που εν τω μεταξύ θα έχουν ψηφίσει.

Στο ΚΙΝΑΛ κάποια στιγμή πρέπει να επιλέξουν συμμάχους.
Δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή έχουν πρόβλημα επιλογής συμμάχου στο ΚΙΝΑΛ ή, τουλάχιστον, το μεγαλύτερο μέρος του. Κάνουν το σταυρό τους να είναι αυτοδύναμη η ΝΔ, διαφορετικά σίγουρα το μισό ΚΙΝΑΛ θα πάει από εκεί.

Εάν όμως βγει πρώτος ο ΣΥΡΙΖΑ, τι θα κάνει τότε το ΚΙΝΑΛ;
Εάν, όπως ευχόμαστε, βγει πρώτος ο ΣΥΡΙΖΑ αλλάζει το σκηνικό. Το παιχνίδι αλλάζει πάρα πολύ για το ΚΙΝΑΛ. Δεν τους βλέπω όμως ώριμους να συνεργασθούν με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά, αν αρνηθούν, θα έχουν πάντα το φόβητρο της απλής.

Η ημερομηνία των εκλογών

Πότε βλέπεις να πηγαίνουμε για εκλογές;
Έχω πεισθεί ότι πιθανότατα πάμε για Οκτώβριο. Οι εκλογές του Μαΐου θα είναι αυτοδιοικητικές και ευρωεκλογές. Ούτε στις αυτοδιοικητικές βλέπω να πηγαίνει για μεγάλη επιτυχία ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά, βέβαια, ξεκινάει από πολύ χαμηλά, όπως καταγράφηκε στις εκλογές του 2014. Το μόνο που τον έσωσε, ήταν η εκλογή τής Δούρου. Θα προσπαθήσει, υποθέτω, ο ΣΥΡΙΖΑ να φέρει το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών σε ένα διαχειρίσιμο επίπεδο και να ανακατέψει την τράπουλα στις περιφερειακές. Έχει το πλεονέκτημα ότι με την πολυδιάσπαση που υπάρχει ενόψει των δημοτικών, κυρίως, δεν θα μπορέσει η ΝΔ να μετατρέψει τις ευρωεκλογές σε οιονεί βουλευτικές, να τους δώσει το χρώμα «ψηφίστε για να φύγουν». Ως κριτήριο θα έβαζα το 30%, τουλάχιστον, για να πετύχει ο στόχος τής ΝΔ. Εάν όχι, τότε η ΝΔ θα έχει το πρόβλημα ακόμη και αν χάσει ο ΣΥΡΙΖΑ με διαφορά. Θα έχει το βάρος να αποδείξει όχι το «φύγετε» πια, αλλά το «έρχομαι». Εκεί θα ποντάρει ο ΣΥΡΙΖΑ, γι’ αυτό βλέπω τον Οκτώβρη, για να ξεπεράσει τον σκόπελο των ευρωεκλογών και να ελπίζει σε ένα καλοκαίρι όπου θα αρχίσουν να αποδίδουν τα μέτρα και θα τονωθεί κάπως η οικονομία. Πρέπει όμως να υπάρξει απόλυτη ετοιμότητα ώστε να μην επαναληφθεί το περσινό καλοκαίρι με τις πυρκαγιές. Κάποιο λόγο να πάει μαζί τον Μάιο και τις βουλευτικές, αυτή τη στιγμή, δεν βλέπω. Όσο πιο μακριά πάει και από το Μακεδονικό τόσο το καλύτερο και όσο μπορεί να ανασυντάξει την οικονομία επίσης τόσο το καλύτερο.

Ο Οκτώβρης, όμως, έχει απαιτήσεις. Πχ, βελτίωση του βαθμού αποτελεσματικότητας του κόμματος, κλίμα ήρεμο, όχι έντασης και σύγκρουσης κ.ά.
Τον ΣΥΡΙΖΑ συμφέρει περισσότερο να πάει σε ήρεμο κλίμα, μέχρι τον Οκτώβρη. Και παρά κάποιες ανακοινώσεις που βγαίνουν, θα έλεγα περισσότερο από το Γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού, δεν νομίζω ότι πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ τροφοδοτεί την ένταση. Την πόλωση, έτσι κι αλλιώς, την τροφοδοτεί η ΝΔ ό,τι και αν λένε, πχ, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί διχασμό. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τις Πρέσπες. Τα συλλαλητήρια άρχισαν πριν υπογραφεί η συμφωνία. Δηλαδή, αυτοί που καβάλησαν το άλογο του διχασμού και που άρχισαν τα περί προδοτών είναι η ΝΔ. Η ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ εργαλειοποίησαν τις Πρέσπες όχι ο ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβέρνηση έκανε, μόνο, αυτό που έπρεπε να κάνει, να υπογράψει μια αμοιβαία αποδεκτή και επωφελή συμφωνία. Άρα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανένα λόγο να τροφοδοτεί περαιτέρω την πόλωση για να μπορέσει να αγκαλιάσει έναν κόσμο που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στον αέρα. Αυτός δεν θα έρθει στον ΣΥΡΙΖΑ με πόλωση.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet