Σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί, με αρκετή δόση σπουδής, «μετά την Συμφωνία των Πρεσπών εποχή», υπάρχουν τα προφανή και τα λιγότερο προφανή.
Στα πρώτα ανήκει η διαπίστωση ότι η συμφωνία αποτελεί μια υπέρβαση ιστορικών διαστάσεων που έρχεται να ρηγματώσει τα εθνικιστικά στερεότυπα των Βαλκανίων, θέτοντας προς επανεξέταση αντανακλαστικά διαμορφωμένα στη διάρκεια ενός ολόκληρου αιώνα διάστικτου από τραυματικές εμπειρίες που δύσκολα μπορούν να ξεπεραστούν.
Στα λιγότερο προφανή, ανήκει η πολυπλοκότητα των επιμέρους συνθετικών αυτού που θα ονομάζαμε «βαλκανικό γρίφο». Πολυπλοκότητα απρόσφορη για εύκολους συνειρμούς.
Το ζήτημα του Κοσόβου, των διαφορών ανάμεσα στο Βελιγράδι και την Πρίστινα, αποτελεί τυπικό παράδειγμα. Πρόκειται για μια εκκρεμότητα που προέκυψε εμφατικά μετά τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και που η άρση της παραμένει άδηλη ως προς τον χρόνο πραγμάτωσής της και αβέβαιη ως προς τη μορφή της.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι, μετά και τη συμφωνία των Πρεσπών, ο επόμενος στόχος της Δύσης είναι η επανέναρξη των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στη Σερβία και το Κόσοβο για την οριστική διευθέτηση του ζητήματος, ως απαραίτητη προϋπόθεση για γίνουν δεκτά τα δύο μέρη, σε βάθος δεκαετίας, στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. «Μετά την ενεργό εμπλοκή της αμερικανικής διπλωματίας στη διευθέτηση της διένεξης Ελλάδας και Μακεδονίας, οι προσπάθειές μας στρέφονται τώρα στο Κόσοβο», είχε καταθέσει ενώπιον επιτροπής της Γερουσίας το περασμένο καλοκαίρι ο –πρόσφατα παραιτηθείς— αναπληρωτής υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Γουές Μίτσελ.
Οι πιο αισιόδοξες προσεγγίσεις εκτιμούν ότι η λύση του Κοσόβου μπορεί να συμβάλει –αθροιστικά με τη λύση του Μακεδονικού— στην «ενοποίηση» του βαλκανικού χώρου, προσφέροντας στην Ελλάδα μια βαλκανική ενδοχώρα στραμμένη προς την Θεσσαλονίκη και το λιμάνι της, πύλη εισόδου στο νευραλγικό χώρο της ανατολικής Μεσογείου.
Άλλοι, περισσότερο επιφυλακτικοί, επισημαίνουν ότι «η εκκρεμότητα του Κοσόβου» έχει ιδιαίτερη φόρτιση σε σύγκριση με το Μακεδονικό.
Δεν έχουν άδικο. Εδώ εμπλέκονται σαφείς εδαφικές εκκρεμότητες, διακριτές μειονότητες, εμφατικά ζητήματα ταυτότητας και διεθνούς αναγνώρισης — πέραν του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η εμπλοκή των ΗΠΑ και της Ρωσίας είναι πολύ πιο ενεργή, την ίδια στιγμή, μάλιστα, που δεν παρατηρείται απόλυτη σύμπλευση ΗΠΑ-ΕΕ επί του θέματος.
Σε συνάντηση που είχαν τον Σεπτέμβριο στην Αυστρία ο πρόεδρος της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς και ο Κοσοβάρος ομόλογός του Χασίμ Θάτσι είχαν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επίλυσης των προβλημάτων στις σχέσεις των δύο χωρών μέσω της ανταλλαγής εδαφών. Οι πρώτες συγκεκριμένες προτάσεις αναμενόταν να κατατεθούν σε συνάντηση των δύο στις Βρυξέλλες με την εκπρόσωπο της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Φεντερίκα Μογκερίνι.
Τις προσδοκίες ήλθε να τορπιλίσει η εκτίναξη του «πολεμικού» θερμομέτρου στις 29 Οκτωβρίου, όταν δυνάμεις της κοσοβάρικης αστυνομίας αποπειράθηκαν να καταλάβουν το στρατηγικής σημασίας υδροηλεκτρικό φράγμα στην τεχνητή λίμνη Γκαζιβόντε, κοντά στα σύνορα με τη Σερβία. Η λίμνη τελεί υπό τον έλεγχο της τοπικής αυτοδιοίκησης των Σέρβων του βόρειου Κοσόβου, όμως η Πρίστινα την διεκδικεί για λογαριασμό της, καθώς από εκεί υδροδοτείται και ηλεκτροδοτείται ο μισός πληθυσμός του Κοσόβου.
Η Σερβία έθεσε τις ένοπλες δυνάμεις της στα σύνορα σε κατάσταση υψίστης ετοιμότητας, με τον πρόεδρο Βούτσιτς να σπεύδει για επιτόπια επιθεώρηση μονάδων, απειλώντας έμμεσα με «θερμή» αναμέτρηση. Ακολούθησε η άρνησή του να συναντηθεί με τον Κοσοβάρο ομόλογό του, με αποτέλεσμα η κ. Μογκερίνι να αρκεστεί σε χωριστές –και τελικά άκαρπες— συναντήσεις με τους δύο ηγέτες.
Στο ήδη βαρύ κλίμα ήλθε να προστεθεί στις 15 Δεκεμβρίου η απόφαση της Βουλής στην Πρίστινα —με αποχή των βουλευτών της σερβικής μειονότητας και υπό τις οργισμένες αντιδράσεις του Βελιγραδίου— να αναβαθμίσει τη Δύναμη Ασφαλείας του Κοσόβου, μέχρι τότε ελαφρά οπλισμένη και με περιορισμένες αρμοδιότητας, σε τακτικό στρατό 5.000 μάχιμων και 3.000 εφέδρων.
Η εικόνα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν προστεθεί ότι στην απόφασή της αυτή η Πρίστινα είχε ως μόνο χειροκροτητή την κυβέρνηση Τραπ. Αξιοσημείωτα, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, κ. Μογκερίνι, εξέφρασε τη λύπη της, ενώ ο γ.γ. του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, προειδοποίησε την Πρίστινα ότι «θα επανεξεταστεί το επίπεδο συνεργασίας του ΝΑΤΟ με τη Δύναμη Ασφάλειας του Κοσόβου». Προσχήματα; Θα απαντήσει το άμεσο μέλλον.
Εν τω μεταξύ, το παρόν «μιλά» εύγλωττα, καθώς γίνεται ολοένα και στενότερος ο γεωπολιτικός και οικονομικός «εναγκαλισμός» Τιράνων-Πρίστινας. Μετά την παράταση, εκ μέρους της ΕΕ, της υποχρεωτικής θεώρησης εισόδου στη Ζώνη Σένγκεν για τους κατοίκους του Κοσόβου (το Κόσοβο, η ανεξαρτησία του οποίου δεν έχει αναγνωριστεί από τη Σερβία και άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, είναι η μόνη «κρατική οντότητα» των Δυτικών Βαλκανίων που οι πολίτες της δεν μπορούν να εισέλθουν χωρίς βίζα στην ΕΕ), η Αλβανία προσφέρει τη δυνατότητα χορήγησης αλβανικό διαβατήριο στους Κοσοβάρους. Και ταυτόχρονα ανοίγει διαύλους οικονομικής διασύνδεσης Αλβανίας-Κοσόβου ως εναλλακτική στην επιδείνωση των οικονομικών σχέσεων Σερβίας-Κοσόβου, μετά τον εμπορικό πόλεμο που έχει κηρύξει η Πρίστινα στο Βελιγράδι επιβάλλοντας εξοντωτικούς δασμούς στα εισαγόμενα σερβικά προϊόντα.
Εύλογα εκτιμάται ότι οι κινήσεις αυτές αποβλέπουν στην αποκοπή της σερβικής μειονότητας του Κοσόβου από τη Σερβία, ανοίγοντας το ενδεχόμενο της de facto διαίρεσης του Κοσόβου και, μακροπρόθεσμα, της συνομοσπονδίας του αλβανικού τμήματός του με την Αλβανία.
Μένει να αποδειχθεί αν είναι τόσο δυσοίωνη όσο ακούγεται η απάντηση του πρωθυπουργού της Αλβανίας, Εντι Ράμα, όταν ρωτήθηκε για την πιθανότητα αναθεώρησης των συνόρων Κοσόβου-Σερβίας: «Κατ’ εμέ τίποτα δεν θα πρέπει να αποκλειστεί. Οι Αλβανοί δεν μπορεί να είναι πια χωρισμένοι, πρέπει να ενωθούν».
Αν παρόμοιες διαθέσεις εμμείνουν ανυποχώρητα, όσοι προσδοκούν ότι η συμφωνία των Πρεσπών θα βρει εύκολα μιμητές στον «βαλκανικό γρίφο» μάλλον θα πρέπει να τηρήσουν στάση συγκρατημένης αισιοδοξίας.

Κωστής Γιούργος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet