Νέο τοπίο διαμορφώνεται μετά τις δύο κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες, της ψήφου εμπιστοσύνης και της συμφωνίας των Πρεσπών. Τα κόμματα τώρα είναι υποχρεωμένα, με αυτό το δεδομένο που ευνοεί τον ΣΥΡΙΖΑ –και τους υποψήφιους συμμάχους του πια, πέραν των Οικολόγων– να οργανώσουν την τακτική τους το υπόλοιπο διάστημα, με ένα σχέδιο που να προβλέπει εκλογές τον Μάιο και ένα άλλο τον Οκτώβριο. Καθόλου εύκολη υπόθεση.
Σημειώθηκε προηγουμένως ότι η νέα αφετηρία ευνοεί, κατ΄ αρχάς, τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτον, διότι διαθέτει μια ανανεωμένη πλειοψηφία, μικρή μεν, αλλά και η αντιπολίτευση είναι πολύ δύσκολο να αθροίσει τις δυνάμεις της σε μια δύσκολη στιγμή για την κυβέρνηση. Δεύτερον, διότι η κυβέρνηση έχει έτοιμο σχέδιο εφαρμογής μιας πολιτικής είτε με στόχο τον Μάιο, είτε τον Οκτώβριο.
Ήδη ανακοινώθηκε η αύξηση του κατώτατου μισθού και η κατάργηση του υποκατώτατου, ενώ έγινε και η πρώτη μεταμνημονιακή έξοδος στις αγορές -αρκετά επιτυχής για τα ελληνικά δεδομένα. Θα ακολουθήσουν κι άλλα μέτρα, που κοινό χαρακτηριστικό τους είναι το μεγάλο εύρος πληθυσμού που καλύπτουν, ιδίως κοινωνικά στρώματα που τα έχει τσακίσει η κρίση. Δοκιμασία, βέβαια, θα είναι η αντικατάσταση του νόμου Κατσέλη, αλλά μια λύση υποφερτή τελικά θα εξασφαλιστεί.

Απαιτούντ­αι λεπτοί χειρισμοί

Υπάρχουν και θεσμικές παρεμβάσεις που θα ακολουθήσουν, με κορυφαία την αναθεώρηση του Συντάγματος, που επίσης θα δυσκολέψει τη ΝΔ. Να σημειώσουμε ακόμα την εθνική στρατηγική για την ένταξη των προσφύγων και μεταναστών. Επίσης, μια σειρά οικονομικές παρεμβάσεις, κυρίως υποβοήθησης των επενδύσεων και της ανάπτυξης, με ξεχωριστή τη θεσμοθέτηση της ίδρυσης της Αναπτυξιακής Τράπεζας. Υπάρχει ένα γεμάτο πρόγραμμα, λοιπόν, έως τον Οκτώβριο, αν απαιτηθεί.
Η κυβέρνηση, βεβαίως, έχει και μπελάδες να αντιμετωπίσει, χειρισμούς λεπτών θεμάτων. Η συγκρότηση του ευρωψηφοδελτίου είναι το πρώτο απ΄ αυτά, καθώς, ύστερα και από την τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα ότι κι αυτό μπορεί να εκφράσει την προοδευτική συμμαχία, πρέπει να βρεθούν οι κατάλληλοι υποψήφιοι που να το εκφράζουν, χωρίς να αναδεικνύουν διαφωνίες στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που θα τεθεί και θα συζητηθεί, θα είναι το κατά πόσον ο ΣΥΡΙΖΑ δεν «χάνεται» μέσα σε ένα ψηφοδέλτιο που δεν θα θέτει τα ζητήματα που συνδέονται ξεκάθαρα με την προοπτική και την πολιτική της ΕΕ. Ήδη, μάλιστα, εμφανίζονται και φιλοδοξίες και κάποιοι θεωρούν δεδομένη την υποψηφιότητά τους, ενώ είναι φανερό ότι αυτό θα το αποφασίσει η ΚΕ του κόμματος.

Το πρόβλημα των συμμαχιών

Σπουδαιότερο, όμως, ζήτημα και λεπτότερο είναι το πώς θα πορευθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στις βουλευτικές εκλογές μαζί με το σύνολο των δυνάμεων που με αφορμή τις Πρέσπες, αλλά όχι μόνο, συμπαρατάχθηκαν μαζί του. Δεν πρέπει να χαθούν οι δυνατότητες μιας ευρείας συμμαχίας που προκύπτει από διεργασίες, που ακόμη δεν έχουν ολοκληρωθεί. Σε αυτό συμφωνούν όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ. Με δεδομένη τη στάση της ΝΔ, και βεβαίως του ΚΙΝΑΛ από την μια μεριά και του ΚΚΕ ή άλλων αριστερών συσπειρώσεων και κινήσεων από την άλλη, υπάρχει όντως ένας ευρύς χώρος που μπορεί να συμπαραταχθεί. Δεν πρέπει, όμως, να εμφανισθεί ο πειρασμός να φύγει η προσπάθεια από το στόχο της συμμαχίας και να μετασχηματισθεί ο ΣΥΡΙΖΑ σε ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα. Αυτό θα δοκίμαζε την προγραμματική και ιδεολογική ταυτότητά του. Τίθεται επίσης το ζήτημα ανοιγμάτων όχι μόνο προς την κεντροαριστερά, αλλά και προς το κομμάτι της αριστεράς και των κινημάτων που κρατούν κριτική στάση απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν έχουν μετακινηθεί σε άλλο χώρο.
Η ΝΔ ως φαίνεται από τη στάση της την εβδομάδα που πέρασε, δεν αποφασίζει να απομακρυνθεί από μια βραχυπρόθεσμη πολιτική, μια πολιτική φθοράς. Είδαμε, για παράδειγμα, να μιλά για πύρρειο νίκη όσον αφορά τις Πρέσπες, για μεγάλα προβλήματα κατά την εφαρμογής της, και αθέτηση συμφωνιών από την πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας. Να κινδυνολογεί για τον κατώτατο μισθό και να υποστηρίζει ότι με αυτό το μέτρο η κυβέρνηση ήθελε να ξεχαστούν οι Πρέσπες! Μέσω του φιλικού της Τύπου να προβάλει τις δήθεν δυσκολίες στις σχέσεις εκκλησίας, ελληνικής κυβέρνησης – δανειστών. Να υποβαθμίζει τη θετική έξοδο στις αγορές. Να αξιοποιεί τη θέση της κυβέρνησης για τη Βενεζουέλα.
Όμως, εκείνο που αποτελεί πραγματικά λαχείο, και ένα πραγματικό πρόβλημα για τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι η διαμάχη με τον Π. Καμμένο. Προσπαθεί να το εκμεταλλευθεί όσο μπορεί ως στοιχείο αφερεγγυότητας του ΣΥΡΙΖΑ, παρά το ό,τι λίγες μέρες πριν μιλούσε για σικέ χωρισμό. Επιχειρεί να εγκλωβίσει και τ΄ άλλα κόμματα σε ένα μέτωπο αντίθεσης και δεν ενδιαφέρεται ότι μια ρύθμιση θα διευκόλυνε και το Ποτάμι.

Ο παράγοντας του κέντρου

Η τελευταία παρατήρηση μπορεί να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ΝΔ έχει ως στόχο την αυτοδυναμία και θυσιάζει ακόμη και πιθανούς συμμάχους, όπως το Ποτάμι. Αυτό προέκυψε και από τις καταγγελίες του ίδιου του Στ. Θεοδωράκη για να την ενθάρρυνση της ΝΔ προς Αμυρά – Ψαριανό. Αυτό, εξάλλου, μπορεί να ερμηνεύσει και τον πόλεμο φθοράς που ακολουθεί, αντί να συγκροτήσει ένα πρόγραμμα με βάση το οποίο να αντιμετωπίσει τον ΣΥΡΙΖΑ, όποτε κι αν γίνουν οι εκλογές. Είναι μια τακτική που εμφανώς αντιπαρατίθεται σ΄ αυτό που ο ίδιος ο Κ. Μητσοτάκης εμφανίζεται να πιστεύει ως σωστή, που θεωρεί ότι η μεγάλη μάχη θα δοθεί στο κέντρο.
Η απουσία προγραμματικού λόγου από τη ΝΔ θα μπορούσε να ερμηνευθεί με την εμπιστοσύνη που έχει στην προοπτική νίκης και αυτοδυναμίας. Θα μπορούσε, όμως, να οφείλεται στην επίγνωση της ίδιας της ΝΔ ότι ο προγραμματικός της λόγος όχι μόνο δεν είναι καθόλου ελκυστικός στην πλειοψηφία της κοινωνίας, αλλά είναι και αποκρουστικός, ιδίως σε όσους είναι ακραία θύματα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.
Αυτό, προφανώς, θα επιχειρήσει να εκμεταλλευθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και οι σύμμαχοί του. Ο ίδιος θα προβάλει το πραγματικό πρόγραμμα της ΝΔ. Οι επόμενες εκλογές, επομένως, δεν μπορεί παρά να είναι ένα ντέρμπι, αντιπαράθεσης δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πολιτικών. Πολύ περισσότερο που η κρίση στο κέντρο εντείνεται, δεν περιορίζεται.

Π. Κλαυδιανός

 

 

 

Έξοδος στις αγορές και προπαγάνδα



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δύσκολα να φανταστείς ότι επαγγελματίας επικοινωνιολόγος συμβουλεύει τη ΝΔ να κάνει τόσο χονδρό λάθος στην πολεμική της κατά της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ. Η έξοδος στις αγορές, μετά τις συντάξεις, με τη στάση που υιοθέτησε, το επιβεβαιώνουν. Ένας οικονομολόγος θα τους έλεγε ότι αυτό θα συμβεί και η κριτική θα πρέπει να περιοριστεί στους όρους που θα εξασφάλιζε η έξοδος στις αγορές, πόσο συμφέρουσα είναι, τι σηματοδοτεί, αν αυτό είναι μακροπρόθεσμο και σταθερό κ.ά. Αντίθετα, η ΝΔ επιχειρηματολογούσε ότι η χώρα λόγω της κυβερνητικής πολιτικής είναι αποκλεισμένη από τις αγορές και, επομένως, δεν υπάρχει και πραγματική έξοδος από το πρόγραμμα του μνημονίου. Τώρα ο ισχυρισμός της κατέρρευσε με γδούπο. Ήδη, καταγράφηκε μεγάλη μείωση της απόδοσης του πενταετούς ομολόγου, στο 3,28% από 3,60%. Το ίδιο συνέβη και με το δεκαετές, που η απόδοσή του υποχώρησε στο 3,74%, στα χαμηλότερα επίπεδα από τον Ιούνιο του 2018.
Οι αντίπαλοι της κυβέρνησης, ωστόσο, δεν πτοήθηκαν και ξεχνώντας τι έλεγαν, έσπευσαν να διαβάλουν την αξία της εξόδου, πάλι όμως με πρόχειρα και έκδηλα παραπειστικά επιχειρήματα: «Οκταπλάσιο κόστος δανεισμού από την Πορτογαλία», «τα ακριβότερα δανεικά της Ευρωζώνης» κτλ, κτλ. Ενώ την προηγουμένη τα ρεπορτάζ αναφερόμενα σε αναλυτές σημείωναν ότι, κατ’ αυτούς, η έκδοση ενός πενταετούς αποτελεί «ασφαλές στοίχημα» για τον ΟΔΗΧ, τον Οργανισμό, δηλαδή, Δημοσίου Χρέους. Το ξέχασαν διότι το «στοίχημα» κερδήθηκε, όπως την επομένη είπαν, επίσης, οι αναλυτές.
Όσοι σοβαρά παρακολουθούν την αγορά ομολόγων, είδαν ότι η ζήτηση δεν ήταν απλώς αυξημένη, αλλά τα ελληνικά ομόλογα άρχισαν να προσελκύουν μακροπρόθεσμους επενδυτές. Ότι το επιτόκιο που εξασφαλίστηκε, ήταν κάτω και από τα κατώτερα επίπεδα των προβλέψεων (3,7% - 3,85%), πολύ χαμηλότερο από προηγούμενη έκδοση αυτής της κυβέρνησης και ακόμη περισσότερο από την έκδοση επί κυβερνήσεων Σαμαρά (4,95%). Όλα αυτά δείχνουν, σε συνδυασμό και με το ότι συνεχίστηκε η πτώση των αποδόσεων και του δεκαετούς –πέραν του πενταετούς– ότι ο προγραμματισμός για άντληση 7 δισ. το 2019 από την αγορά είναι εφικτός. Εξελίξεις που φέρνουν κοντά και την πολύ σπουδαία κίνηση να αποπληρωθεί μέρος ακριβού χρέους, προς ΕΚΤ και ΔΝΤ, για να ανακουφισθεί το δημοσιονομικό βάρος της χώρας. Φάνηκε, ακόμη, ότι το «μαξιλαράκι» λειτουργεί κανονικά, «καθ’ ό ετάχθη», δεν έγινε ριφιφί εναντίου του, όπως προαναγγελλόταν και το πιο πιθανό είναι να υπάρξει έξοδος, μέσα στο 2019, και για δεκαετές.
Το θετικό αυτό βήμα υποδηλώνει επιπλέον και έναν καλό βαθμό εμπιστοσύνης για την προοπτική της ελληνικής οικονομίας και διαχειρίσιμο βαθμό εμπιστοσύνης για την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας. Τα αντίθετα, δηλαδή, από αυτά που λέγονταν ότι ισχύουν και γι’ αυτό δεν βγαίνει η Ελλάδα στις αγορές.
Προφανώς, το ελληνικό ομόλογο έχει πολύ μεγαλύτερο επιτόκιο από την Πορτογαλία, χώρα που επίσης ξεκίνησε με εξόδους πολύ ακριβές. Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα είναι καταδικασμένη να εκτίσει ποινή στα υπόγεια των αξιολογήσεων, κάπου έξι βαθμίδες κάτω. Να τελεί υπό καθεστώς εξορίας από την ΕΚΤ, με στέρηση του δικαιώματος της ποσοτικής χαλάρωσης και αγοράς ελληνικών ομολόγων. Ακόμη και οι ελληνικές τράπεζες περιορίζονται και δεν μπορούν να αγοράσουν ελληνικά ομόλογα, στερούμενες κι αυτές το υψηλό κέρδος της ακριβής έκδοσης.
Υπάρχει ακόμη και κάτι άλλο. Το γνωστό μας PSI, δηλαδή το προηγούμενο του κουρέματος ομολόγων ιδιωτών, αυτών δηλαδή που θέλει η Ελλάδα τώρα να τη δανείσουν. Αυτό δεν προσθέτει ύψος επιτοκίου ως «διασφάλιση»;
Θα σεβόταν κανείς τους επικριτές της κυβέρνησης –που δεν είδαν καν το «μικρό βήμα» που διέκρινε ο διοικητής της Τραπέζης Ελλάδος– αν δέχονταν να συζητήσουν για το νεοφιλελεύθερο πλαίσιο όπου κινείται και η ελληνική οικονομία –που μάλιστα τελεί ακόμη υπό καθεστώς τιμωρίας– και που ο τρόπος δανεισμού, από τις αγορές δηλαδή, είναι ο εγγυητής του. Είναι ο σύγχρονος καπιταλισμός. Ούτε και σε μας τις/ους αριστερές/ούς αρέσει.

Π. Κλ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet