Συνέντευξη με τον τραγουδοποιό Λεωνίδα Μαριδάκη



Με συνέπεια και ταλέντο στη μουσική, αλλά και με κοινωνική ευαισθησία και άποψη για τα κοινά, ο τραγουδοποιός Λεωνίδας Μαριδάκης μιλάει στην «Εποχή» για τον καινούργιο του δίσκο με τον τίτλο «Βάρκα στο σπίτι».
Τον πρώτο του δίσκο, το 2005 στη Universal, όπου συνεργάζεται και χαίρει της εκτίμησης του σπουδαίου συνθέτη Νίκου Ξυδάκη, ακολούθησε ο δεύτερος, το 2010 από τις εκδόσεις «Μετρονόμος», και πρόσφατα ο τρίτος, με το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου.

Τη συνέντευξη πήρε η Λιάνα Μαλανδρενιώτη

Εμφανιστήκατε στη δισκογραφία το 2005 με το «Αβάδιστα». Ποια εφόδια είχατε βάλει στη φαρέτρα σας και που στοχεύατε.
Πάντα στη μουσική είχα κάποιες πλευρές και έψαχνα τη μεταξύ τους ισορροπία. Αυτή είναι μια δημιουργική ρουτίνα για μένα. Οι σπουδές μου είναι στα θεωρητικά της μουσικής. Έχω σπουδάσει αρμονία, αντίστιξη, φούγκα και μέχρι ενός σημείου σύνθεση. Aυτή την άφησα και δεν την ολοκλήρωσα με τη στροφή μου προς το τραγούδι. Η λόγια μουσική, λοιπόν, ήταν η μια βασική επιρροή μου. Ύστερα είχα τους αγαπημένους μου συνθέτες στην ελληνική σκηνή που μελετούσα και άκουγα πάντα με ζωηρό ενδιαφέρον. Τρίτον, τη δίψα μου για νέα πράγματα, βιβλία, εικόνες, νέους ήχους και τόπους που ανακάλυπτα όσο πλησίαζα προς την απόφασή μου να ασχοληθώ με το τραγούδι. Λαϊκές μουσικές από Ισπανία, από Κούβα, από Αμερική... μου άρεσε να σκαλίζω.
Ο στόχος μου ήταν η εξερεύνηση ενός αχαρτογράφητου μουσικού τοπίου, που θα περιέχει όλα αυτά που είχα εισπράξει ως ερεθίσματα. Η δισκογραφία ακόμα κράταγε τότε και η εποχή ευνοούσε ένα ξεκίνημα. Ωστόσο το «Αβάδιστα» ήταν ένας παράξενος δίσκος που κάτι εκπλήρωνε από αυτά που είχα στο μυαλό μου και κάτι υποσχόταν. Ήταν μια δισκογραφημένη αναζήτηση. Περιείχε διαβάσματα, φωνές πολλών τραγουδιστών, μουσικότητα, τις συμβουλές του Νίκου Ξυδάκη που είχε αναλάβει την παραγωγή και το «Ασημένιο τραγούδι» με στίχους από το «Ουρλιαχτό» του Άλεν Γκίνσμπεργκ που το τραγούδησε ο Φοίβος Δεληβοριάς και ήταν το τραγούδι που αγαπήθηκε από τα ραδιόφωνα.

Ως νέος τραγουδοποιός ποιους θεωρείτε δασκάλους σας; Από ποιους έχετε επηρεαστεί;
Σε πρώτη φάση από τον Μάνο Χατζιδάκι, το Θάνο Μικρούτσικο, το Νίκο Ξυδάκη. Όλοι τους μελωδιστές. Ωστόσο, αυτές οι επιρροές, με εξαίρεση το Νίκο Ξυδάκη, δεν φάνηκαν ιδιαίτερα στην πρώτη μου δουλειά. Ενώ η αφετηρία και τα ακούσματά μου ήταν αυτά, εγώ άντλησα από άλλες πηγές πιο ασυνήθιστες για τα ελληνικά αυτιά. Αντί να γράψω ένα ζεϊμπέκικο, ένα χασάπικο ή μια μπαλάντα, έγραφα σε ρυθμούς σάλσα και μπόσα νόβα... Ακόμα και τα λόγια που διάλεξα ή έγραψα ήταν ιδιαίτερα. Σε αυτή όμως την κατεύθυνση ένιωσα πως είχα κάτι να πω και αυτήν ακολούθησα.

Στο βαρύ ίσκιο των δημιουργών που προαναφέρατε πόσο είναι δυνατόν να ανθίσει η έμπνευση ενός νέου μουσικού;
Αυτή η ερώτηση είναι κομβική γιατί φωτίζει την παράξενη διαδρομή που είχα στις πρώτες δύο μου δουλειές στις οποίες δεν αναγνωρίζονται οι βασικές επιρροές μου. Πράγματι ένιωθα βαρύ τον ίσκιο των καλλιτεχνών που θαύμαζα και άκουγα, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να γράψω τίποτα πρωτότυπο κοντά στη δική τους γλώσσα. Έτσι έκανα έναν, ας το πούμε, ελιγμό πατώντας επάνω στην πιο ανάλαφρη πλευρά μου και έπιασα το νήμα από μουσικές φόρμες που δεν με «βάραιναν». Είδα γράφοντας πως δημιουργούσαν μια «φρέσκια» ασυνήθιστη χημεία με τα ελληνικά λόγια. Πειραματίστηκα για να προχωρήσω... Έπαιξε ρόλο πως αυτό το αποτέλεσμα άρεσε και στον παραγωγό μου Νίκο Ξυδάκη και μου έδωσε το πράσινό φως αυτή την ευαίσθητη πρώτη περίοδο.
Τώρα, στον τρίτο προσωπικό μου δίσκο φαίνεται για πρώτη φορά ξεκάθαρα η σύνδεση μου με τη μεγάλη παράδοση της ελληνικής μπαλάντας. Άνθρωποι που εκτιμώ πολύ, όπως ο Κώστας Θωμαΐδης και ο Πάνος Χρυσοστόμου, μου επισήμαναν αμέσως το ξεχωριστό μελωδικό -για μένα- τοπίο που ανοίγουν τραγούδια όπως το «Κάποτε στη Ράδα» και το «Βάρκα στο σπίτι». Ο «βαρύς ίσκιος» των μεγάλων δασκάλων μου έχει πια φωτιστεί.

Ως τραγουδοποιός -ερμηνευτής, συνθέτης, στιχουργός- συχνά διαλέγετε και στίχους άλλων.
Όταν μου δίνουν ωραίους στίχους που με εκφράζουν, νιώθω μια ευλογία που κάποιος έχει κάνει ένα πρώτο βήμα για μένα. Αρκεί να δω πως τα λόγια που παίρνω στα χέρια μου έχουν μέσα τους θέρμη και μπορούν να συνομιλήσουν με τις μουσικές μου. Έχω μια ευελιξία σε αυτό, μπορώ να δουλέψω και σαν συνθέτης και σαν τραγουδοποιός. Είναι και μια γοητευτική δημιουργική περιπέτεια από ποια λέξη πρέπει να ξεκινήσω να μελοποιώ, ποιο είναι το περιεχόμενο του τραγουδιού και πώς θα μπορέσω να το φανερώσω... Λόγου χάρη το «Βόλτα στο Θησείο», σε στίχους της Φωτεινής Λαμπρίδη, με οδήγησε το ίδιο γρήγορα στην κατεύθυνση που χρειαζόταν, άλλα τραγούδια πάλι όχι. Μου πάει να γράφω και από κοινού στίχους με άλλους, όπως διαπίστωσα στην τελευταία μου δουλειά, που συνυπογράφω τους στίχους σε δύο τραγούδια με τη Νικόλ Κατσάνη.

Εκτός από τη μουσική σας ωριμότητα, διακρίνω στον καινούργιο σας δίσκο διαφορά στο υλικό και στη σχέση του με ό,τι έχει προηγηθεί.
Υπάρχουν δύο βασικές διαφορές σε αυτό το άλμπουμ σε σχέση με τα προηγούμενα. Το ένα είναι πως άρχισα να ανοίγομαι και προς ένα πιο «ελληνικό» άκουσμα, προς τη μελωδική μπαλάντα χωρίς δισταγμό πια. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «Βάρκα στο σπίτι». Ήμουν έτοιμος για αυτή την «αναμέτρηση» και μου έδωσε την καλύτερη αφορμή και το πιο στέρεο έδαφος ο Μάνος Ελευθερίου με τους στίχους του. Η άλλη διαφορά είναι πως ενώ οι προηγούμενοι δίσκοι μου είχαν σχέση πιο πολύ με διαβάσματα και φανταστικούς κόσμους, η «Βάρκα στο σπίτι» είναι ένας βιωματικός κύκλος τραγουδιών. Περιέχει μέσα τη χαρμολύπη του καιρού μας, την κρίση, αληθινές συναντήσεις...

Αυτό το υπέροχο τραγούδι που γράψατε σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου πρόλαβε να το ακούσει;
Ναι, ευτυχώς. Όταν μου εμπιστεύτηκε τους στίχους μου είπε να μην βιαστώ και σαν να το ήξερε: Μου πήρε πράγματι πολύ χρόνο για να κατασταλάξω στο αποτέλεσμα που ακούμε στο cd. Μου έδωσε όλο το χρόνο που χρειαζόμουν ο γλυκός, σοφός Μάνος. Όταν πήρε έτοιμη τη δουλειά στα χέρια του, του άρεσε πολύ. Ύστερα συμπεριέλαβε σχεδόν σε όλες τις ραδιοφωνικές εκπομπές του στον Αθήνα 9.84 τραγούδια από το άλμπουμ, με συγκίνησε πολύ. Η συνάντηση μαζί του μου έδωσε ένα μάθημα ζωής, ως ανθρώπου και ως καλλιτέχνη.

***


Λεωνίδας Μαριδάκης, «Βάρκα στο σπίτι», Εκδόσεις Μετρονόμος




Ο Λεωνίδας Μαριδάκης, με την τρίτη αυτή συλλογή του, ασκείται στην επώδυνη προσωπική δοκιμασία να αγωνισθεί στο σύγχρονο ελληνικό μουσικό στίβο της απαιτητικής σύνθεσης. Έχοντας ως δεδομένο την κατακτημένη συνέπεια του μουσικού του ύφους, είναι ίσως η πρώτη φορά που διακρίνω με ευχάριστη έκπληξη ώριμη συνθετική γραφή, χαμηλών τόνων και απαλλαγμένη από την ενοχή των επιρροών. Εμπνέεται από τους αξιόλογους στίχους των Φωτεινής Λαμπρίδη, Νικόλ Κατσάνη, Ειρήνης Σουργιαδάκη, Πάνου Αντωνάτου και Μάρκου Μαριδάκη, αφουγκράζεται με ευαισθησία την ποιητική τους διάσταση και μας παραδίδει όμορφα τραγούδια. Ιδιαίτερη μνεία στο ομότιτλο με το δίσκο «Βάρκα στο σπίτι», σε στίχους που του εμπιστεύθηκε ο μεγάλος Μάνος Ελευθερίου.
Ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια που έχω ακούσει ποτέ. Με τραγούδια όπως αυτό, αλλά και το «Μαίρη Πόππινς», το «Κάποτε στη Ράδα» ή το «Αστυπάλαια», ο Λεωνίδας Μαριδάκης έχει κιόλας πετύχει να βρει το δικό του (ιδιωτικό) συνθετικό χώρο. Από την παρούσα δουλειά του αναδύεται κάτι πολύ σημαντικό, μια εκ βαθέων καλλιτεχνική συνείδηση που βρίσκει κάτι από την παράδοση και τους σφυγμούς της και το φιλτράρει με ευαισθησία και ταλέντο. Εδώ όταν λέω παράδοση εννοώ και την πολύτιμη κληρονομιά των σύγχρονων σπουδαίων συνθετών μας. Ο τραγουδοποιός Λεωνίδας Μαριδάκης, με την εκφραστική φωνή, μας καταθέτει ένα δίσκο αξιόλογο, ένα ώριμο βήμα προς τα μπρός. Με τη σιγουριά ότι δεν πρόκειται να μας διαψεύσει, του ευχόμαστε καλοτάξιδο. Και σε σας καλή ακρόαση.

Λιάνα Μαλανδρενιώτη
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet