Με αφορμή το βιβλίο του Κώστα Λαπαβίτσα,
«Η Υπόθεση της Αριστεράς Κατά της ΕΕ»



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Του Πέτρου Λινάρδου Ρυλμόν

Το πρόσφατο βιβλίο του Κώστα Λαπαβίτσα (The Left Case Against the EU, Η Υπόθεση της Αριστεράς Κατά της ΕΕ) αξίζει να διαβαστεί ως κριτική του θεσμικού πλαισίου και των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ως πρόταση για αριστερό πρόγραμμα, η οποία όμως αποκαλύπτει την εντυπωσιακή θεωρητική και πολιτική ανεπάρκεια της Αριστεράς στην οποία θέλει να ανήκει ο συγγραφέας. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πρόγραμμα, αλλά για ένα σύνολο τοποθετήσεων, για ρήξη με τους θεσμούς της ΕΕ και έξοδο από την ΟΝΕ, για φορολογικές και νομισματικές πολιτικές προς όφελος της εσωτερικής ζήτησης, για ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, για βιομηχανική πολιτική προς όφελος της εγχώριας παραγωγής, για τράπεζες ελεγχόμενες από το δημόσιο, για πρωτεύοντα ρόλο των δημοσίων επενδύσεων. Η κεντρική ιδέα πίσω από αυτές τις τοποθετήσεις είναι ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς σε μια χώρα της ΕΕ μπορεί να υλοποιήσει αυτό το “πρόγραμμα” χάρη στις αντίστοιχες πολιτικές της αποφάσεις.
Κατά την τρέχουσα ιστορική περίοδο, η προοπτική μιάς αριστερής κυβέρνησης είναι συνάρτηση μιας νίκης στις εκλογές, και τόσο στην Ευρώπη, όσο και στη Λατινική Αμερική, αφορά τη διακυβέρνηση του υπάρχοντος καθεστώτος, παρά την ύπαρξη, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, νησίδων εναλλακτικών τρόπων παραγωγής και μορφών λαϊκής εξουσίας. Μια γενικευμένη όμως ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων, απαιτεί αφενός τη μαζική εμπλοκή των λαϊκών τάξεων σε ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές και αφετέρου την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος σε ότι αφορά τις παραγωγικές σχέσεις, και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και άσκησης των σχετικών πολιτικών, μέσω νέων μορφών δημοκρατικών λειτουργιών. Αν παραβλέπει κάποιος αυτές τις προϋποθέσεις σημαίνει ότι έχει ως πρότυπο την εγκαθίδρυση “σοσιαλιστικών” καθεστώτων στη μεταπολεμική Ανατολική Ευρώπη, όπου όπως γνωρίζουμε εγκαθιδρύθηκαν μη καπιταλιστικά καθεστώτα χάρη στην παρουσία του Κόκκινου Στρατού.

Ο κόσμος της εργασίας

Η κλασική προσέγγιση του επαναστατικού μαρξισμού βασιζόταν στην οργάνωση της εργατικής τάξης στους χώρους παραγωγής, την κατάληψη της εξουσίας σε αυτούς τους χώρους καταρχάς, και την εγκαθίδρυση ενός νέου θεσμικού πλαισίου στο επίπεδο του κρατικού μηχανισμού. Η Οκτωβριανή Επανάσταση έδειξε την κρισιμότητα της εγκαθίδρυσης μιας συμμαχίας και μιας αυθεντικής εκπροσώπησης των λαϊκών τάξεων (σχέσεις της εργατικής εξουσίας με τους αγρότες, εξέγερση της Κροστάνδης), αλλά και την κρισιμότητα της διαθεσιμότητας ενός ανθρώπινου δυναμικού ικανού να στελεχώσει το νέο καθεστώς (αξιωματικοί και κομμισάριοι στον Κόκκινο Στρατό). Σε αυτή την κλασική μαρξιστική προσέγγιση τα υπάρχοντα μέσα παραγωγής, τα οποία κατορθώνει να ελέγξει η νέα εξουσία, ήταν η βάση της σχεδιασμένης πλέον παραγωγικής δραστηριότητας, και οι χώροι αυτοί είναι – κατά τον Γκράμσι – ένα από τα φυτώρια των οργανικών διανοουμένων της εργατικής τάξης.
Στις σημερινές συνθήκες, μετά την επέλαση του νεο-φιλελευθερισμού και την ανάπτυξη του γνωσιακού καπιταλισμού, ο κόσμος της εργασίας είναι διάσπαρτος, δεν αφορά μόνο τη μισθωτή εργασία, και διαθέτει ασύγκρητα υψηλότερες γνωσιακές ικανότητες. Η συγκρότησή του σε μια κοινωνική και πολιτική δύναμη που καθορίζει τα χαρακτηριστικά ενός νέου μη καπιταλιστικού καθεστώτος, απαιτεί τη λήψη αποφάσεων σε ότι αφορά μεγάλες ανακατανομές των μέσων παραγωγής και της ίδιας της παραγωγής, που είναι συνάρτηση επιλογών στο επίπεδο των αναγκών του συνόλου του πληθυσμού, των περιβαλλοντικών πολιτικών, της κατανομής του παραγόμενου εισοδήματος, στο επίπεδο δηλαδή μιας μεγάλων διαστάσεων ανασυγκρότησης. Είναι επομένως ορατό ότι αυτή η στρατηγική επιλογή απαιτεί μορφές δημοκρατικής οργάνωσης του κόσμου της εργασίας, που επωμίζονται κατευθύνσεις ανασυγκρότησης, και μορφές γνωσιακής παραγωγής και ενδυνάμωσης που επιτρέπουν τον απο κοινού σχεδιασμό και υλοποίηση αυτών των κατευθύνσεων.

Διαχείριση του υπαρκτού καπιταλιστικού καθεστώτος

Στις σημερινές συνθήκες εγκαθίδρυσης αριστερών κυβερνήσεων, η δυνατότητα ανταπόκρισης σε αυτές τις ανάγκες, είναι μια διαδικασία η οποία ξεκινάει με τη διαχείριση του υπαρκτού καπιταλιστικού καθεστώτος και απαιτεί τη υιοθέτηση μεταβατικών μέτρων και πολιτικών πολύπλευρης ενίσχυσης του κόσμου της εργασίας, και την εγκαθίδρυση νέων θεσμικών κατακτήσεων που ικανοποιούν διαπιστωμένες ανάγκες ή αιτήματα μαζικών κινημάτων, και βελτιώνουν με ορατό τρόπο τις συνθήκες ζωής των πολλών, και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών για την παραγωγή και την απασχόληση, το περιβάλλον και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Το σημαντικό δεν είναι να αναγγέλλει κανείς ρήξεις, αλλά να βελτιώνει το συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων και να εγκαθιδρύει θεσμικές λειτουργίες, οι οποίες μπορούν να ενταχθούν στην προοπτική ενός μετα-καπιταλιστικού καθεστώτος.
Η πολιτική στον τομέα της υγείας στην Ελλάδα είναι ένα θετικό παράδειγμα που επεκτείνει τη δημόσια υγεία προς όφελος της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων είναι μια απόφαση που μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της οργανωτικής ικανότητας του κόσμου της εργασίας, και του βιοτικού του επιπέδου. Στον τομέα της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας δεν φαίνεται να έχει γίνει κατανοητό ότι μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο για την επέκταση κοινωνικών μορφών οργάνωσης της παραγωγής και της προσφοράς υπηρεσιών, και το ίδιο ισχύει και για τους συνεταιρισμούς στον αγροτικό τομέα. Τα εργαλεία αναπτυξιακής πολιτικής μπορεί να γίνουν πολύ πιο αποτελεσματικά αν γίνουν εργαλεία άσκησης σχεδιασμένων δημόσιων πολιτικών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Μια αναπτυξιακή τράπεζα και η ενίσχυση θεσμών ελέγχου της λειτουργίας τους τραπεζικού συστήματος μπορούν να συμβάλουν επίσης στην μεγέθυνση της παραγωγής και της απασχόλησης με ταχύτερους ρυθμούς, ενώ η αξιοποίηση συμπληρωματικών μέσων πληρωμών μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη σε τοπικό επίπεδο.

Ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης

Η εμπειρία των “κινηματικών” δήμων στην Ισπανία δείχνει ότι η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος μιας καθεστωτικής αλλαγής. Από την άλλη μεριά, οι εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής, δείχνουν οτι μια αριστερή κυβέρνηση που δεν φροντίζει να ενισχύσει αποφασιστικά και με διάρκεια τις κοινωνικές τάξεις που την επέλεξαν και να εγκαθιδρύσει και ενισχύσει θεσμούς που μπορούν να εμποδίσουν την επιστροφή στο παρελθόν, κινδυνεύει από τη μεταστροφή του εκλογικού σώματος που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της απογοήτευσης σε κρίσιμα ζητήματα.
Η αξιοποίηση των πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού ενός κρατικού ή αυτοδιοικητικού μηχανισμού, για την υλοποίηση νέων στρατηγικών επιλογών, είναι αναμφίβολα μια δυνατότητα που δεν προκύπτει όμως αυτόματα με την εγκατάσταση των νέων υπουργών. Η πολιτική απόφαση είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, αλλά η επιλογή στόχων, προτεραιοτήτων, και η επιλογή διαδικασιών προετοιμασίας του πολιτικού και τεχνικού δυναμικού, και η εφεύρεση νέων θεσμικών λειτουργιών είναι αναπόφευκτες.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet