Το πολιτικό κλίμα σήμερα είναι ανησυχητικό. Ορισμένοι, μάλιστα, το παραλληλίζουν με αυτό της δεκαετίας του 1930. Η άποψη αυτή είναι χωρίς αμφιβολία απλοϊκή. Μπορούμε, ωστόσο, να κατανοήσουμε ορισμένες ομοιότητες. Ανάμεσα σε άλλες, τη βία σε όλες τις μορφές. Μια βία που προέρχεται από όλες τις πλευρές. Εμείς καταγγέλλουμε κυρίως, την αστυνομική βία. Πρόκειται για την πιο σκληρή, όχι μόνο γιατί αυτή ακρωτηριάζει –όπως συνέβη το περασμένο Σάββατο με τον άτυχο διαδηλωτή που έχασε τα δάχτυλά του– αλλά κυρίως γιατί αυτή η βία ασκείται από το κράτος. Αυτό το κράτος που διεκδικεί, σύμφωνα με τους δικαστές, «το μονοπώλιο της νομιμότητας». Δηλαδή κατέχει τα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν εν ονόματι του δικαίου.
Δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το ζήτημα χωρίς να αναρωτηθούμε για το ποιος υποστηρίζει και διασφαλίζει το δίκαιο. Ποια πολιτική; Ποια δικαιοσύνη; Ποια προνόμια; Και ποια είναι τα όρια της νομιμότητας που αναφέρεται; Η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα εδράζεται σε μια άλλη βία, βουβή και βέβαια αποδιαρθρωτική: την κοινωνική βία μιας πολιτικής, η οποία προς δόξα της δημοκρατίας, δεν σέβεται τους πιο στοιχειώδεις δημοκρατικούς κανόνες. Στην περίπτωση αυτή είναι γνωστό –και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε– τι συνέβη μετά το δημοψήφισμα του 2005.
Ωστόσο, είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε για τη βία που προέρχεται από το δρόμο. Αυτή η μορφή βίας φανερώνει μια βαθιά κρίση ηθική όσο και κοινωνική. Ποιο νόημα μπορεί να έχουν οι ψευτοεπαναστάσεις με τα χτυπήματα κατά της Εθνικής Αντιπροσωπίας; Οι επιθέσεις κατά των βουλευτών; Οι απόπειρες εμπρησμού της κατοικίας του προέδρου της βουλής; Πρόκειται για εκρήξεις οργής, ορισμένες φορές.
Η έκφραση μιας τεράστιας αποστέρησης (...) Ορισμένοι αναφέρονται σε αυτούς που ασκούν κριτική (γενικά) κατά των φόρων, οι οποίοι καταλήγουν να κουβαλούν τις βαλίτσες της Λεπέν. Ασφαλώς υπάρχουν οι μηχανορραφίες των ομάδων της άκρας δεξιάς, που βρίσκονται πολύ κοντά ιδεολογικά στον Εθνικό Συναγερμό (πρώην Εθνικό Μέτωπο) –και αυτό δεν δυσαρεστεί τη Μαρίν, κόρη του πατρός της- και οι οποίοι έχουν ένα «σχέδιο»: το χάος
Τέλος, υπάρχουν και οι ομάδες της «άκρας αριστεράς» (...) από τις οποίες μερικές επιτίθενται κατά των τραπεζών και σε ό,τι συμβολίζει τον πλούτο και μάλιστα τον ξέφρενο καταναλωτισμό, ακόμα και στους μικροκαταστηματάρχες. Αυτές τροφοδοτούν με εικόνες τα τηλεοπτικά κανάλια που τις προβάλουν με αγαλλίαση, αφήνοντας στο σκοτάδι τον αγώνα των «Κίτρινων Γιλέκων».
Αυτές οι μορφές βίας υπάρχουν και μπορεί να ενοχοποιούνται για τα σπασίματα. Όμως υπάρχουν χειρότερες, πολύ χειρότερες από το κάψιμο μιας πόρσε και από την καταστροφή μιας πρόσοψης κάποιας τράπεζας. Πρόκειται για τις ενέργειες αυτές τις αντισημιτικές στις μπουτίκ των εβραίων εμπόρων, όπου αναγράφονται συνθήματα στις βιτρίνες των καταστημάτων της αλυσίδας Bagelstein στο Παρίσι (και δεν είναι τα μόνα). Αυτά μας προκαλούν φρίκη. Όπως αυτός ο αγκυλωτός σταυρός που χαράχθηκε στο πρόσωπο της Σιμόν Βέιλ.

Γεγονότα που προκαλούν φρίκη

Ασφαλώς δεν πιστεύει κανείς πως οι ακροαριστεριστές είναι άγγελοι, όμως είναι εύκολο να δει κάποιος από που προέρχονται τα συνθήματα που μας θυμίζουν την ναζιστική Γερμανία.
Αυτά είναι έργα των περιθωριακών οργανώσεων, και όμως δεν βρισκόμαστε στη Γαλλία όπου οι Τομείς (οργανώσειςς εφόδου) που παρελαύνουν στους δρόμους, επιδιώκουν την αναρρίχηση τους στην εξουσία. Αυτούς μπορούμε να τους εμποδίσουμε!
Όμως εμείς όλοι αναπνέουμε τις ίδιες δυσοσμίες. Πού βρίσκεται το λάθος; Σ’ ένα κράτος δικαίου δεν υπάρχουν συλλογικές ευθύνες. Οι μόνοι ένοχοι είναι οι δράστες αυτών των ατιμωτικών ενεργειών. Και γι’ αυτό θα πρέπει να αναρωτηθούμε για το κλίμα που απελευθερώνει αυτές τις σκοτεινές δυνάμεις. Και για ό,τι μπορεί να εμφανιστεί στο προσεχές μέλλον, τη στιγμή που η κυβέρνηση συνεχίζει να παίζει επικίνδυνα παιχνίδια με την οργή των πολιτών. Έχουμε, συνεπώς, πολλές αφορμές να ανησυχούμε για τις δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι ο Εθνικός Συναγερμός, συγκεντρώνει (δημοσκοπικά) υψηλά ποσοστά.
Οι πράξεις βίας συμβάλλουν κυρίως στη δυσφήμιση του αγώνα των «Κίτρινων Γιλέκων», όταν μάλιστα εξομοιώνονται λίγο πολύ με χρονδροκομένο τρόπο με ανθρώπους όχι τόσο συμπαθείς. Η κυβέρνηση δεν αφήνει καμία ευκαιρία που να μην εκμεταλλεύεται αυτό το γεγονός. Θα πρέπει, όμως να δούμε από πού προέρχεται αυτό το δηλητήριο που διαχέεται στην κοινωνία μας, αν όχι από το αυξημένο αίσθημα κοινωνικής αδικίας και που από μια ανίσχυρη δημοκρατία (και αυτή η αδικία) συνεχίζεται!
Ακόμα και στη διάρκεια της «μεγάλης εθνικής διαβούλευσης» συνεχίζεται με την παρουσίαση ενός σχεδίου νόμου για την υγεία (...) και ενός σχεδίου «για ένα σχολείο της εμπιστοσύνης» (sic), με τα οποία προβλέπονται οι συγχωνεύσεις ακόμα περισσότερο των δημοσίων υπηρεσιών στις απομακρυσμένες περιοχές. Και έτσι γίνεται όλο και περισσότερο πιο δύσκολη η ζώνη της πλειοψηφίας των πολιτών.
Σε μια συνέντευξη στη «Λε Μοντ» ο ιστορικός Κριστόφ Μπεγιό σημειώνει ότι «εμείς γνωρίζουμε ένα επίπεδο βίας χωρίς προηγούμενο» στην V δημοκρατία. Ξεχνάει ίσως πολύ γρήγορα τον OAS με την έξοδο από το Αλγέρι και τη σφαγή της 17ης Οκτωβρίου του 1961. Θα πρέπει όμως να είμαστε δίκαιοι. Δεν βγαίνουμε από την κρίση παρά μέσα από τις εκλογές. Τις πραγματικές εκλογές, όχι μέσα από ένα ανούσιο δημοψήφισμα. Θα μπορούσαν οι ευρωεκλογές αυτές; Γιατί όχι; Με την προϋπόθεση ότι η αριστερά θα μας πρότεινε ένα εναλλακτικό αξιόπιστο και σαφές πρόγραμμα, το οποίο θα μας έδινε τη δυνατότητα να αποφύγουμε τον χωρίς ελπίδες ανταγωνισμό Μακρόν – Λεπέν.

Από το περιοδικό «Politis»

 

 

Τα «Κίτρινα Γιλέκα» συνεχίζουν...

Μετά από 13 εβδομάδες κινητοποιήσεων, τα «Κίτρινα Γιλέκα» δεν παραιτούνται, αντίθετα προτίθενται να συνεχίσουν παρά τις πολλαπλές πιέσεις που δέχονται από την κυβέρνηση, τα μίντια και εσχάτως από τις δημοσκοπικές εταιρίες που παρουσιάζουν μια φθίνουσα κατάσταση, καθώς και την εντεινόμενη αστυνομική βία που έχει προσλάβει ασυνήθιστες διαστάσεις, με σοβαρές συνέπειες για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τη δημοκρατία.
Η τελευταία κινητοποίηση το περασμένο Σάββατο χαρακτηρίστηκε από βίαια επεισόδια σε βάρος των διαδηλωτών, που είχε σαν αποτέλεσμα ένας φωτογράφος να χάσει τέσσερα δάχτυλα από τη χρήση της χειροβομβίδας κρότου λάμψης εκ μέρους της αστυνομίας. Η σοβαρότητα αυτών των επεισοδίων μεταφέρθηκε και στο Ευρωκοινοβούλιο. Ο πρόεδρος Μακρόν δεν φαίνεται να έχει την πολιτική βούληση για να κατανοήσει τα βαθύτερα αίτια αυτής της λαϊκής οργής που εκφράζεται εδώ και τρεις μήνες. Στην αρχή θεώρησε πως γρήγορα οι κινητοποιήσεις θα εκφυλιστούν. Στη συνέχεια, εξαναγκάστηκε να αναγνωρίσει μερικά αιτήματα και να ανακοινώσει μέτρα, χωρίς όμως καμία αποτελεσματικότητα. Τέλος, ξεκίνησε τη «μεγάλη εθνική διαβούλευση», η οποία ουσιαστικά εντάσσεται και εξυπηρετεί τα σχέδια του προέδρου Μακρόν για τις ευρωεκλογές, σύμφωνα με τους αναλυτές.
Ταυτόχρονα, μίλησε για την πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος την ίδια ημέρα με τις ευρωεκλογές, σε αντιπερισπασμό, προφανώς, της πρωτοβουλίας των πολιτών για δημοψήφισμα (RIP). Όλες αυτές οι πολιτικές πρωτοβουλίες του Μακρόν συνοδεύτηκαν με την αστυνομική βία και τα μέτρα καταστολής. Ο απολογισμός αυτής της πολιτικής είναι πλούσιος. Σύμφωνα με όσα ανέφερε στη Βουλή ο πρωθυπουργός Έντουαρντ Φιλίπ: «1,796 άτομα καταδικάστηκαν από τα μέσα Νοεμβρίου για τη συμμετοχή τους στις διαδηλώσεις (...) Και 1.422 είναι ακόμα τα άτομα που θα οδηγηθούν στα δικαστήρια. Εκτός από αυτούς, περισσότεροι από 1.300 πολίτες οδηγήθηκαν στο αυτόφωρο, ενώ για 316 άτομα έχουν εκδοθεί εντάλματα προφυλάκισης τους». Αυτά είναι μερικά από το μακρύ κατάλογο που έδωσε στη δημοσιότητα, όπως έγραψε η «Journal de Demanche».
Είναι φανερό πως ο πρόεδρος Μακρόν και η κυβέρνηση του θα συνεχίσουν την ίδια πολιτική με μεγαλύτερη ένταση για να ελέγξουν πλήρως την κατάσταση, προκειμένου να διατηρήσουν την «λεγόμενη ζώνη ασφαλείας». Σε αυτή την κατάσταση και την επικίνδυνη εκτροπή αναφέρεται το άρθρο που δημοσιεύουμε σήμερα από το περιοδικό «Politis».

Μ. Κ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet