Πολλά χρόνια πριν γράψει ο Μυριβήλης το μυθιστόρημα Ζωή εν τάφω και το δημοσιεύσει στην εφημερίδα του Καμπάνα (1923 - 1924), είχε δημοσιεύσει ανταποκρίσεις από το μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν ταυτοχρόνως στρατιώτης και πολεμικός ανταποκριτής. Τις ανταποκρίσεις του τις δημοσίευσε, με μορφή χρονογραφημάτων, στις εφημερίδες Σάλπιγξ και Ελεύθερος Λόγος της Λέσβου το 1915 και 1916 και λίγες το 1917.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1916 δημοσίευσε στον Ελεύθερο Λόγο το χρονογράφημα «Μια μεγάλη μέρα της ζωής μου». Απ’ αυτό μαθαίνουμε για τις δυσκολίες του στρατού, ειδικά του Λεσβιακού Συντάγματος, ασκεί κριτική στους άκαπνους θαμώνες των καφενείων, και ταυτοχρόνως υπερπατριώτες των λόγων, υπερασπίζεται τους επίστρατους για την προσφορά τους στην πατρίδα. Ταυτόχρονα ασκεί κριτική στον πόλεμο.

Αριστείδης Καλάργαλης

 

Μια μεγάλη μέρα της ζωής μου


Του Στράτη Μυριβήλη


Θα σας διηγηθώ μερικές αναμνήσεις από την τελευταία μας επιστράτευση.
Το σημερινό είναι ένα κομματάκι από τα πιο χαρακτηριστικά και τα πιο δυστυχισμένα της δεκάμηνης ασκόπου και παραλόγου τυραγνίας του Συντάγματός μας. Σημειώνω εδώ μια παρατήρηση αρκετά περίεργη. Από όλα τα Σώματα την μεγαλυτέραν μερίδα εις εξευτελισμούς και δυστυχίας την είχε το Ε΄ Σώμα, από όλες τις Μεραρχίες του, η 15η Μεραρχία των Νήσων, και από όλα τα Συντάγματα της μεραρχίας, το 43ο το Λεσβιακό.
Είμαστε προφυλακή. Ο λόχος μου στη Λιγκοβάνη· είμαστε εις τελείαν επαφήν με τα Αγγλογαλλικά στρατεύματα, και η αποστολή μας, όπως μας έλεγαν, ήτανε να προφυλάγουμε τον τομέα μας από την εισβολή των κομιτατζήδων η οποία εθεωρείτο ως σίγουρη και επικείμενη. Η υπηρεσία εγένετο με διαρκείς περιπόλους και δίκτυο διπλοσκοπών. Εργασία πολύ δύσκολη γιατί διαρκώς έβρεχε (υψόμετρο 600 τόσων μέτρων) και γιατί η περιπολία εγένετο πάνου σε μια κορυφογραμμή την ημέρα και στο μάκρος μιας λαγκαδιάς τη νύχτα.
Ήταν η εποχή που το Σύνταγμα, ξεχωριστά το τυραγνισμένο του 1ο τάγμα, ευρίσκετο στα χειρότερα χάλια που μπορούσε να φτάσει. Τα παπούτσια των φαντάρων είχανε λιώσει. Ο λόχος π.χ. σε δύναμη 150 ανδρών (οι περισσότεροι έλειπαν σε άδεια) είχε 75 - 80 ξυπόλητους τελείως. Εβγάζαμε την υπηρεσία με τους παπουτσωμένους, έπειτα όταν… ανεπαύοντο οι κουρασμένοι αυτοί, επέρναμε τα παπούτσια τους και τα βάζαμε σε άλλους. Είχαμε δηλαδή περιορισμένα ζευγάρια άρβυλα διά την υπηρεσία όλου του λόχου. Και έτσι συνέβαινε, όποιος δεν είχε υπηρεσία, ή υποχρεωτικώς να κοιμάται στην κουβέρτα του, ή να μένει στο οίκημα ή στ’ αντίσκηνο φυλακισμένος, εκτός αν προτιμούσε να κάνει τον περίπατό του μέσα στους λασπωμένους δρόμους τελείως ξυπόλητος.
Παραλλήλως με την υπόδηση επήγαινε και η τροφή. Ήτο τελείως καθορισμένον το μενού και τελείως στερεότυπο. Μπακαλιάρος (βακαλάος, όπως τον έλεγε το φύλλον οψωνίου) και ρύζι. Τις πρώτες μέρες οι άνδρες το έφαγαν. Αργότερα το τσιμπολογούσαν με αηδία, και στο τέλος δεν έπαιρναν καθόλου. Τους μαγείρους τους έλεγαν «νεκροθάφτες» γιατί εμαγείρευαν το φαΐ, κατέβαιναν τα καζάνια, εχτυπούσε συσσίτιο κανονικότατα, και κατόπιν εγίνοντο μεγάλοι λάκκοι και εθάπτετο σιωπηλώς το ρύζι και ο βακαλάος.
Οι στρατιώται έπαιρναν το ψωμί, αν είχαν λεφτά αγόραζαν λίγο γάλα ή τσάι και τυρί, και αν δεν είχαν έκλεβαν απλούστατα τα κρεμμύδια, τα σκόρδα και ότι φαγώσιμο είχαν φυτέψει οι κάτοικοι. Αν τύχαινε και καμιά όρνιθα δεν γλίτωνε βέβαια.
Και όμως η υπηρεσία έβγαινε τακτικότατη, οι στρατιώτες δεν έβγαζαν τσιμουδιά παραπόνου μπροστά στους ντόπιους βουλγαροφώνους, και όταν κουβέντιαζαν με Γάλλους ή Εγγλέζους στρατιώτες τους διηγούντο ότι τρώνε πέντε φορές τη βδομάδα κρέας – νηστεία Τετάρτης και Παρασκευής – και μαζί ένα πλήθος ορεκτικά, τα οποία έκαμαν τους λαίμαργους Εγγλέζους να ξερογλύφουνται. Και τους εξυπνότερους Φραντσέζους, οι οποίοι μας ονόμασαν ήδη με την επιγραμματικότητα της φυλής των: «L’ armée sans souliers» να ρωτάνε γιατί αφού υπάρχει τόσος πλούτος εδεσματολογίου, να μην υπάρχει και σχετική φροντίς υποδήσεως.
Οι φαντάροι μας απαντούσαν ότι και αυτοί οι αξιωματικοί μας είναι κατάπληκτοι, διότι τόσον καιρό άργησεν ο ανεφοδιασμός, και το πράγμα απεδίδετο εις έλλειψιν συγκοινωνίας. Σαν έβλεπαν κανένα ξένο στρατιώτη να κοιτάζει τα γυμνά πόδια κανενός σκοπού έλεγαν, με μιαν ωραία περηφάνια γνησίως ελληνική:
- Μην βλέπ’ς αυτού (στα πόδια δηλαδή) βλέπει ιδώ (στην καρδιά) τσ’ ιδώ! (στο όπλο που ήταν τούρκικο λάφυρο).
Και οι Φραντσέζοι χαμογελούσαν καλόκαρδα, γιατί εννοούσαν πολύ καλά την παντομίμα, και έλεγαν μ’ ένα εγκάρδιο τόνο:
- Mais oui! oui!
Αυτά τα γράφω και τα ξαναθυμούμαι με περηφάνια Έλληνος και ιδιαιτέρως Λεσβίου, και θέλω περισσότερο να διαβαστούνε από τους πολύ κομ - ιλ - φω κυρίους, που μεταξύ δύο ωραίων κυριών, και δύο ροφημάτων τσιγαρέτου της δραχμής, διπλώνουν τόνα πόδι πάνω στο άλλο στα βελούδα του «Εθνικού» και κάνουν μ’ ένα υπέρτατον μορφασμόν περιφρονήσεως:
- Οι επίστρατοι! πφ! αι διακορευθείσαι παρθένοι…
Είναι πολύ εύκολο πράγμα, δυστυχώς, το να κριτικάρει κανένας εις την διαπασών της πατριωτικής ευγλωττίας και κατόπιν ενός καλού γεύματος εις την «Μπριττάνια». Και είναι πολύ δύσκολο δυστυχώς να κοιτάζει κανένας βαθιά, πολύ βαθιά, τι συμβαίνει μέσα στη ψυχή ενός ανθρώπου που επί δέκα μήνες, δεν έκανε άλλο παρά να υποφέρει μίαν τρομεράν πίεσιν ηθικήν και σωματικήν, ένα τρομερό μαστίγωμα του ατομικού του εγωισμού, της εθνικής τους περηφάνιας, μίαν νουμεροποίησιν που πνίγει πολύ επωδύνως το εγώ, το παντός άλλου υπέρτερον εγώ, κάτω από χίλιων ειδών εξουθενώσεις και κτηνωδίες. […]
- Κύριοι, μη βρίζετε τους επιστράτους. Μόνο αγαπάτε τους όσο μπορείτε, και αν ξέρετε τον τρόπο δυναμώστε τους την ψυχή που έχει κουραστεί εις το απροχώρητον.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet