Η Ευρώπη μπορεί να παραμένει γερμανική, αλλά η Γερμανία συνεχίζει να ασχολείται με τα εσωτερικά της προβλήματα και να αρνείται να διευκρινίσει πώς φαντάζεται το μέλλον της. Την ώρα που σε ολόκληρη την Ευρώπη το νεοφιλελεύθερο αφήγημα καταρρέει και οι κοινωνίες αναζητούν διέξοδο σε όποιον τους κουνήσει αντισυστημική σημαία στο Βερολίνο ασχολούνται με το πότε θα διαλυθεί ο κυβερνητικός συνασπισμός και αν η Ανγκέλα Μέρκελ θα επιλέξει την πρόωρη συνταξιοδότηση.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Την περασμένη εβδομάδα το περιοδικό «der Spiegel» καλούσε ανοικτά τα δύο κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού στη Γερμανία να δώσουν ένα τέλος στη συνεργασία τους, το αργότερο το ερχόμενο φθινόπωρο, όταν και θα έχουν συμπληρωθεί δύο χρόνια από τις τελευταίες εκλογές και έτσι κι αλλιώς οι Σοσιαλδημοκράτες έχουν δηλώσει ότι θα πρέπει να κάνουν τον πρώτο μίνι απολογισμό αυτής της συνεργασίας. Η προτροπή του περιοδικού δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό και δείχνει να εκφράζει μια γενικότερη ανησυχία για τη στασιμότητα, στην οποία φαίνεται να έχει εισέλθει η χώρα για μια σειρά από λόγους. Μια κυβέρνηση που και οι δύο μετέχοντες την βλέπουν λίγο ως αγγαρεία, μια καγκελάριος που όλοι αναρωτιούνται πότε θα παραδώσει τα κλειδιά και μια αντιπολίτευση που δείχνει να κρατιέται σε σταθερά υψηλά επίπεδα αυξάνοντας τον εκνευρισμό των κυβερνώντων, αλλά και την ανησυχία της κοινής γνώμης που ακούει ξαφνικά προεκλογικές εξαγγελίες των δύο εταίρων διαμετρικά αντίθετες.

Αγεφύρωτες διαφορές σε Βερολίνο και Παρίσι

Όλα αυτά πιθανώς να αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν μετά τις ευρωεκλογές, στις οποίες όλα τα κόμματα αποδίδουν ξαφνικά ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτήρα, χωρίς ωστόσο κανένα από αυτά να έχει να προτάξει μια συγκεκριμένη πρόταση για το πώς φαντάζεται το μέλλον της Ευρώπης, την οποία σε όλες σχεδόν τις υπόλοιπες χώρες την θεωρούν «γερμανική».
Την ώρα που κάποιοι ευελπιστούν ότι η κυρία Μέρκελ θα ανακαλύψει τον κρυμμένο της ευρωπαϊκό εαυτό και θα αποφασίσει να αναλάβει περισσότερες ευθύνες, ίσως από κάποια υψηλόβαθμη θέση των ευρωπαϊκών θεσμών η καγκελάριος κρατά κλειστά τα χαρτιά της. Αυτό που ωστόσο δεν μπορεί να κρυφτεί είναι το γεγονός ότι σε μια σειρά από τομείς- κλειδιά οι διαφορές μεταξύ Βερολίνου και Παρισίων παραμένουν αγεφύρωτες, αφού και οι δύο πίσω από τις φιλοευρωπαϊκές ρητορείες καλύπτουν εθνικές φιλοδοξίες. Η δυσφορία της γαλλικής πλευράς για το μεγαλόπνοο σχέδιο του αγωγού North Stream 2, που εκτιμάται ως ιδιαίτερα «εγωϊστικό» από γερμανικής πλευράς είναι χαρακτηριστική. Αλλά δεν είναι και η μόνη. Ακόμα και πίσω από κάποιες κοινές εξαγγελίες για περισσότερη συνεργασία, είτε αυτές αναφέρονται στον τομέα της στρατιωτικής βιομηχανίας, είτε στο πολυσυζητημένο θέμα της διαμόρφωσης ενός κοινού προϋπολογισμού οι τόνοι που χρησιμοποιούν οι δύο πλευρές είναι πολύ διαφορετικοί. Και οι συμβιβασμοί που υποτίθεται ότι προκύπτουν ειδικά στο δεύτερο ζήτημα φαντάζουν ως μη λειτουργικοί και κυρίως ανεπαρκείς να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις μιας Ευρώπης, που βλέπει τις ανισότητες να διογκώνονται και το όνειρο της σύγκλισης να απομακρύνεται όλο και περισσότερο. Ο ίδιος ο γάλλος πρόεδρος Μακρόν φέρεται να χαρακτήρισε φωναχτά ως «ξεπερασμένες» τις γερμανικές θέσεις για την Ευρώπη, όταν ρωτήθηκε σχετικά από ένα δημοσιογράφο. Αλλά δεν έχει καμιά δυνατότητα να επιβάλει τις δικές του.
Ο γερμανικός Τύπος ακολουθεί μια διττή τακτική απέναντι στον γάλλο πρόεδρο. Από τη μια, απέφυγε να επικρίνει τις μεταρρυθμίσεις του στον κοινωνικό, εργασιακό τομέα που οδήγησαν στον ξεσηκωμό των κίτρινων γιλέκων στην πατρίδα του, οι οποίες έτσι κι αλλιώς απηχούν το γερμανικό πνεύμα. Από την άλλη, έχει φροντίσει να τον απαξιώσει ως μάλλον ονειροπόλο σε σχέση με τις ιδέες του για μια πιο στενή ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Έλλειψη στρατηγικής;

Όλα αυτά ουσιαστικά δεν είναι παρά ένα είδος αντιπερισπασμού ή μια ακόμα προσπάθεια της γερμανικής πλευράς να κερδίσει χρόνο, μέχρις ότου ξεκαθαρίσει το τοπίο και αποφασίσει και η ίδια η γερμανική «ελίτ» τι επιδιώκει από την Ευρώπη. Ο μόνος που φαίνεται να έχει μια ξεκάθαρη θέση για το πώς βλέπει το μέλλον είναι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ο πρόεδρος πλέον του γερμανικού κοινοβουλίου τάραξε τα νερά ζητώντας για μια ακόμα φορά την κατάργηση της αρχής της ομοφωνίας για να μπορέσει να προχωρήσει η Ευρώπη με εκείνους που θέλουν. Την πρόταση αυτή έχει κάνει αρκετές φορές και με διάφορες μορφές τις τελευταίες δεκαετίες της πολιτικής του δράσης. Και ως ένα βαθμό την είχε εφαρμόσει και στην πράξη ως άτυπος επικεφαλής του Γιούρογκρουπ, όταν αυτός αποφάσιζε και καλούσε τους υπολοίπους να συμφωνήσουν μαζί του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ίσως να έχουν δίκιο αυτοί που καλούν να λάβουν τέλος μια ώρα αρχύτερα οι πολιτικές εκκρεμότητες στη Γερμανία, να αποφασίσει η Ανγκέλα Μέρκελ αν θα αποσυρθεί συνολικά από την πολιτική σκηνή, έτσι ώστε να μπορέσουν και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι να καταλάβουν ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στο Βερολίνο και πώς φαντάζεται το μέλλον της ηπείρου μας και το ρόλο της Γερμανίας. Οι κυρίαρχες ομάδες διαμόρφωσης πολιτικής είναι αρκετά ευφυείς για να καταλαβαίνουν ότι το μοντέλο της σκληρής, μονόπλευρης λιτότητας έχει πλέον ξεπεράσει κατά πολύ τις αντοχές όλων των ευρωπαϊκών μύθων. Αλλά δεν δείχνουν και διατεθειμένες για σοβαρές υποχωρήσεις, μεγαλώνοντας έτσι τα πολιτικά αδιέξοδα.
Η γερμανική πολιτική ελίτ μοιάζει με ένα μικρό παιδί, που έχει σπάσει το παιχνίδι του και έχει μείνει αποσβολωμένο να το κοιτάζει, προσπαθώντας να σκεφτεί αν υπάρχει τρόπος να το ξανακολλήσει. Το γεγονός ότι το «καλύτερο» που έχει να προτείνει αυτή τη στιγμή η συστημική Γερμανία για την Ευρώπη είναι η ανάδειξη στην θέση του προέδρου της Κομισιόν του Μάνφρεντ Βέμπερ, ενός βαυαρού αρχοντοχωριάτη, που φλερτάρει ανοικτά με τις ακροδεξιές ιδέες φαντάζει ταυτόχρονα ως κακόγουστο αστείο, αλλά και ως θανάσιμη απειλή.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet