Του Νικόλα Βρούσαλη*

Ενώ η συζήτηση για την αναθεώρηση του συντάγματος έχει περιοριστεί σε ένα ανέπνευστο μπρος-πίσω περί δημοψηφισμάτων και περί άρθρου 16, η Ελλάδα υποφέρει από συνεχή υποβάθμιση και κακοδιαχείριση των δημοσίων υπηρεσιών. Η αναθεώρηση του συντάγματος μπορεί να βοηθήσει την επίλυση αυτού του προβλήματος. Θεωρητικά, η λύση είναι απλή: αν θέλουμε αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, τότε μπορούμε να αναγκάσουμε βουλευτές και υπουργούς να τις χρησιμοποιούν, ως κομμάτι των βουλευτικών τους υποχρεώσεων. Αυτή η υποχρέωση δεν θα περιόριζε την ελευθερία του βουλευτή, ενώ, ταυτόχρονα, θα εξασφάλιζε τη συμβατότητα των κινήτρων με τις εξαγγελίες του. Εξηγούμαι.
Μια απλή εξήγηση για τη χαμηλή ποιότητα των δημοσίων υπηρεσιών στην Ελλάδα είναι ότι τα κίνητρα των θεσμικών φορέων είναι ασύμβατα με την εξυγίανση των υπηρεσιών αυτών. Συχνά τα κίνητρα των ελλήνων βουλευτών, για παράδειγμα, έχουν να κάνουν λιγότερο με τη βελτίωση της ποιότητας του δημοσίου και περισσότερο με πρακτικές βολέματος των δικών τους ανθρώπων. Έστω ότι ένα κόμμα έχει δημοκρατική εντολή να βελτιώσει τις δημόσιες υπηρεσίες. Τότε το πρόβλημα της ασυμβατότητας κινήτρων ανάμεσα στη δημοκρατική εντολή και το πολιτικό προσωπικό έχει μια απλή λύση: το πολιτικό προσωπικό να έχει νομική υποχρέωση να χρησιμοποιεί αποκλειστικά δημόσιες υπηρεσίες για την κάλυψη των βασικών αναγκών του. Κάθε βουλευτής, για παράδειγμα, να είναι υποχρεωμένος, για όσο κατέχει το αξίωμα, να πηγαίνει σε δημόσιο νοσοκομείο, να στέλνει τα παιδιά του σε δημόσιο σχολείο και πανεπιστήμιο, να χρησιμοποιεί αποκλειστικά δημόσιες συγκοινωνίες, κλπ. Η πολιτική ισότητα ανάμεσα στο μάγειρα και το θαμώνα προϋποθέτει ότι ο μάγειρας πρέπει να είναι διατεθειμένος να φάει τη σούπα που μαγείρεψε για το θαμώνα.
Τα δημοκρατικά διαπιστευτήρια αυτής της ιδέας είναι άψογα. Το άρθρο 52 του συντάγματος, για παράδειγμα, προβλέπει κυρώσεις για δημόσιους λειτουργούς που παραβιάζουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν την «ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης». Μια νομική εφαρμογή αυτής της ιδέας θα επέβαλλε σε κάθε βουλευτή να χρησιμοποιεί τις δημόσιες υπηρεσίες για την κάλυψη των βασικών αναγκών του. Ή, ακόμα καλύτερα, μια τέτοια υποχρέωση θα μπορούσε να εισαχθεί στο ήδη υφιστάμενο ασυμβίβαστο των βουλευτών (άρθρο 57 του συντάγματος), ορίζοντας τη χρήση ιδιωτικών υπηρεσιών ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του βουλευτή, στο βαθμό που συναφής δημόσια υπηρεσία είναι διαθέσιμη.

Ομοίως με άλλα ασυμβίβαστα

Μια προφανής ένσταση είναι ένας τέτοιος νομικός εξαναγκασμός των βουλευτών παραβιάζει τις ελευθερίες τους. Η ένσταση προσκρούει στην προφανή απάντηση ότι, αφενός, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να γίνει βουλευτής και, αφετέρου, όλοι οι βουλευτές υπάγονται ήδη σε μια σειρά από ασυμβίβαστα, όπως αυτά προβλέπονται από το άρθρο 57. Τα ασυμβίβαστα αυτά καθορίζουν, χωρίς να περιορίζουν, την ελευθερία και τα δικαιώματα των βουλευτών. Για παράδειγμα, το σύνταγμα ορίζει ότι κάποιος δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα βουλευτής και εργολάβος δημοσίων έργων. Η δικαιολόγηση είναι ότι ο εργολάβος βουλευτής θα τείνει να προάγει το προσωπικό του συμφέρον -και όχι το δημόσιο. Γι’ αυτόν το λόγο, όσο είναι βουλευτής, στερείται το δικαίωμα να συμμετέχει σε εργολαβικές δραστηριότητες. Στην ίδια δικαιολόγηση υπάγεται το ασυμβίβαστο ανάμεσα στην ιδιότητα του βουλευτή και τη χρήση συναφών ιδιωτικών υπηρεσιών: αν είναι θεμιτή η απαγόρευση στο βουλευτή να επωφελείται προσωπικά από το χτίσιμο ενός δημόσιου σχολείου, τότε είναι θεμιτή η απαγόρευση να επωφελείται προσωπικά στέλνοντας τα παιδιά του στο Κολλέγιο Αθηνών.
Ας υποθέσουμε ότι η εξαναγκαστική χρήση των δημοσίων υπηρεσιών για βουλευτές γίνεται νόμος. Τι κάνουμε αν ο βουλευτής μετακομίσει σε περιοχή με καλά νοσοκομεία και σχολεία; Η πολιτική αυτή βγάζει νόημα μόνο αν αναθέτει δημόσιες υπηρεσίες με τυχαίο τρόπο. Δηλαδή, αν ο βουλευτής μετακομίσει στο Κολωνάκι, τότε δεν θα μπορεί να στείλει τα παιδιά του στο Μαράσλειο και να νοσηλεύεται στο ΝΙΜΤΣ. Η επιλογή του σχολείου και του νοσοκομείου θα πρέπει να γίνεται με αδιάβλητη κλήρωση, ώστε να εγγυάται ότι ο εκάστοτε βουλευτής θα καταλήξει σε λιγότερο προνομιούχες δημόσιες υπηρεσίες. Διαφορετικά δεν θα έχει κίνητρο να τις βελτιώσει.
Έχει εφαρμοστεί πουθενά, με επιτυχία, αυτή η πολιτική; Η απάντηση είναι πως όχι. Το πιο κοντινό παράδειγμα είναι το κόμμα των Economic Freedom Fighters (EFF) της Νότιας Αφρικής. Το 2013, τα μέλη του EFF που εκλέχτηκαν στο κοινοβούλιο έδωσαν όρκο ότι θα χρησιμοποιούν αποκλειστικά δημόσιες υπηρεσίες, τον οποίο και τήρησαν. Φυσικά, η πιθανότητα να ψηφίσει κάποιος νομοθέτης έναν τέτοιο αυτο-περιορισμό είναι απειροελάχιστη· βρισκόμαστε στο πλαίσιο του φαντασιακού. Ωστόσο, η ιδέα των EFF ήταν απόλυτα εύλογη: μια άμεση και απλή λύση στο πρόβλημα της ασυμβατότητας των κινήτρων του πολιτικού προσωπικού με την αναβάθμιση των δημοσίων υπηρεσιών είναι ο εξαναγκασμός του πρώτου να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες που του έχουν ανατεθεί να βελτιώσει.

*Επίκουρος καθηγητής στην πολιτική φιλοσοφία, Παν/μιο Leiden (Ολλανδία) και επισκέπτης αναπληρωτής καθηγητής, Παν/μιο Aarhus (Δανία).
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet