Η πληροφορία της υπουργοποίησης των κ.κ. Μωραΐτη και Τόλκα ανακάλεσε την τελευταία παράγραφο σημειώματός μας δημοσιευμένου μια εβδομάδα νωρίτερα.* Εκκινώντας από την επείγουσα ανάγκη σύμπηξης «ενός προοδευτικού μετώπου που, με όρους καθαρής αντιπαράθεσης σε ένα γερασμένο κομματικό σύστημα, θα απευθυνθεί συγκροτημένα και σοβαρά στον λαό», είχαμε αναφερθεί στους λόγους για τους οποίους ο σχετικός διάλογος πρέπει να επισπευσθεί. Στο βαθμό που (ορθώς) κρίνεται επιβεβλημένο η ημερήσια διάταξη να συμπεριλάβει ζητήματα όπως «το νέο κοινωνικό κράτος, η αναπτυξιακή πολιτική, η αναδιανομής του εισοδήματος, η επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας, το ύψους του μισθού, το νέο παραγωγικό μοντέλο», έως και την αναψηλάφηση «του ρόλου και της φύσης του κράτους», στον ίδιο βαθμό πρέπει να αξιολογηθεί έγκαιρα αν «όλα [μαζί] αυτά τα προαπαιτούμενα επιταχύνουν ή επιβραδύνουν τη σύγκληση που απαιτούν οι καιροί». Αυτά γράφαμε, παρακινημένοι από τον φόβο, που δεν είναι μόνο δικός μας, το ζητούμενο να «χαθεί στη μετάφραση». Ο διάλογος –ανοιχτός, ούτως ή άλλως— θα εκταθεί σε βάθος χρόνου. Οι αποφάσεις, αν και συνδεδεμένες με αυτόν, δεν έχουν τέτοια ευχέρεια. Τον χρονισμό επιβάλλει η συγκυρία, οι επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις· για την τοπική αυτοδιοίκηση και το ευρωκοινοβούλιο, άμεσα, και, βέβαια, για το εθνικό κοινοβούλιο.
Συνακόλουθα, η υπόθεση «σύμπηξη προοδευτικού μετώπου» υπόκειται σε δύο, θα λέγαμε, χρονικότητες.
Στον βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα τοποθετούνται κινήσεις όπως η υπουργοποίηση των κ.κ. Τόλκα και Μωραΐτη. Ενδέχεται να υπάρξουν ανάλογες κινήσεις –όχι υπουργοποιήσεις, το πιθανότερο— στο μικροδιάστημα μέχρι τις αυτοδιοικητικές και τις ευρωεκλογικές αναμετρήσεις. Θα εκπλαγούν ξανά όσοι παρέλειψαν να αξιολογήσουν με την απαιτούμενη σοβαρότητα την υπουργοποίηση της κ. Ξενογιαννακοπούλου, της κ. Παπακώστα και της κ. Ζορμπά νωρίτερα.
Όσοι εξεπλάγησαν από τον τελευταίο ανασχηματισμό μένοντας στα επιφαινόμενα —την υπουργοποίηση δύο στελεχών του περιβάλλοντος του κ. Γ. Παπανδρέου, οι οποίοι, υπενθυμίζουμε, τον ακολούθησαν στην έξοδό του από το ΠΑΣΟΚ στα τέλη του 2014, ως αντίδραση στις επιλογές της τότε ηγεσίας του— θα εκπλήσσονταν λιγότερο αν είχαν παρακολουθήσει προσεκτικότερα τον ειρμό των κινήσεων του πρωθυπουργού εδώ και πάνω από ένα χρόνο.
Ο Αλέξης Τσίπρας, ήδη τον Μάρτιο του 2018, δήλωνε: «Θα χαιρόμασταν ειλικρινά εάν το ΠΑΣΟΚ έβρισκε ξανά τον προοδευτικό του προσανατολισμό, αλλά και το κουράγιο να ανοίξει έναν ειλικρινή και χωρίς προκαταλήψεις διάλογο με την κυβερνώσα Αριστερά, τον ΣΥΡΙΖΑ, για την προοπτική της προοδευτικής διακυβέρνησης μετά το τέλος των μνημονίων. Εμείς, πάντως, θα είμαστε εκεί». Ο σκληρός ηγετικός πυρήνας του ΠΑΣΟΚ δεν ανταποκρίθηκε. Επέλεξαν να συνεχίσουν στη γραμμή της ουσιαστικής προσέγγισης με τη δεξιά του κ. Μητσοτάκη, καλυπτόμενοι προσχηματικά πίσω από ένα μίγμα εξόφθαλμα ασύμβατων μεταξύ τους πολιτικών: τη γραμμή των «ίσων αποστάσεων» και τη γραμμή της «στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ».
Στον μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα, μετά τις εκλογές του Μαΐου, κάποιοι θα συνεχίσουν να εκπλήσσονται …αμετανόητα. Είναι όσοι θα συνεχίσουν να μην βλέπουν ότι η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος αντιλαμβάνεται την προσέγγιση με το χώρο της ευρύτερης «κεντροαριστεράς» —βγάζοντας από την αδράνεια μια ενδιαφέρουσα σύνθεση προσώπων, ιδεών και προτάσεων— με όρους στρατηγικού σχεδιασμού και όχι εποχικής αλίευσης εντυπώσεων.
Στον εν εξελίξει μεταμνημονιακό μετασχηματισμό του πολιτικού χάρτη, ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβέρνηση και ως κοινωνικά δεσπόζουσα πρόταση, έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων — και τουλάχιστον δύο «γερά χαρτιά» στο χέρι: την έξοδο από τη μνημονιακή επιτροπεία και την επιτυχή ολοκλήρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Συν ένα τρίτο: την ειλικρινή διάθεση να ηγηθεί του κοινού εγχειρήματος χωρίς ηγεμονισμούς — διάθεση που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εκτιμάται σαν τέτοια από εκείνους στους οποίους απευθύνεται, δημόσια πρόσωπα με μακρά διαδρομή και σημαντικό ίχνος στο χώρο της ευρείας κεντροαριστεράς.
Σε αυτή την κατεύθυνση αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον η δημοσιοποίηση, το μεσημέρι της Δευτέρας σε συνέντευξη Τύπου σε γνωστό «χώρο συνάντησης» στο κέντρο της Αθήνας , του κειμένου που καλεί σε μια νέα προοδευτική συμμαχία με τις υπογραφές 80 προσώπων του δημόσιου βίου προερχόμενων από το ευρύτερο προοδευτικό και δημοκρατικό πολιτικό φάσμα. Η κίνηση, οργανωμένη από την Πρωτοβουλία Πολιτών «Γέφυρα», εκτείνεται από το «πρώιμο εκσυγχρονιστικό μπλοκ του Κώστα Σημίτη και το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ έως την ανανεωτική αριστερά» και η πρόσκλησή της θα απευθύνεται άμεσα και στο ΚΙΝΑΛ.
Έμμεσα και εξ αντικειμένου, ανεξάρτητα από τις αφετηριακές προθέσεις του εγχειρήματος, η πρόσκληση «για μια νέα προοδευτική συμμαχία» μπορεί να προσληφθεί και ως θετική πρόκληση απευθυνόμενη «εντεύθεν», προς όλες τις δυνάμεις που συγκροτούν την ανανεωτική, αντιδογματική, ριζοσπαστική αριστερά υπό τη σκέπη του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκληση προς την πλουραλιστική αριστερά να επανεπεξεργαστεί τις θέσεις της για την πολιτική των συμμαχιών μέσα στην νέα ιστορική συγκυρία. Πρόκληση, παραπέρα, να εμπλουτίσει την αναζήτησή της για το είδος του κόμματος που απαιτούν οι νέες συνθήκες, κόμμα εξωστρεφές, ανοιχτό στις προκλήσεις των καιρών.

Κωστής Γιούργος

* «Η Εποχή», Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019, «Τι κάνουν τα κόμματα όταν γεράσουν».
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet