Διονύσης Χαριτόπουλος, «Πειραιάς βαθύς» (εκδόσεις Τόπος, 2018, σελ. 226)

Ενα ζήτημα που ανακύπτει συχνά και απασχολεί πολλούς αναγνώστες είναι αν πρέπει να εμπιστευόμαστε τον συγγραφέα. Εδώ λ.χ., στο «Πειραιάς βαθύς», ο Διονύσης Χαριτόπουλος γράφει στο τέλος: «Τα γεγονότα αποτυπώνονται όπως συνέβησαν. Τα αποσπάσματα των εφημερίδων της εποχής “εντός εισαγωγικών” είναι όλα αυθεντικά. Μόνο κάποια ονόματα έχουν αλλαχτεί προς χάρη των επιγόνων». Αμέσως παρακάτω παραθέτει λίστα εφημερίδων και το Ιστορικό Αρχείο Πειραιά ως γραπτές πηγές του, ενώ γράφει επίσης ότι έχει πάρει και προφορικές μαρτυρίες.
Το κάνουν κάποιοι συγγραφείς αυτό και το ερώτημα που συνήθως ανακύπτει είναι αν το κάνουν για να ενημερώσουν απλώς τον αναγνώστη τους για μια πραγματικότητα, ότι δηλαδή χρησιμοποίησαν πραγματικά περιστατικά, ή για να τον εμπλέξουν συναισθηματικά περισσότερο στην ανάγνωση, μέσω μιας μικρής εξαπάτησης που είναι μέρος του συγγραφικού τους παιχνιδιού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναισθηματική εμπλοκή επιτείνεται από το γεγονός ότι τα «εντός εισαγωγικών» είναι συνήθως οι τίτλοι των ιστοριών του βιβλίου.
Η απάντηση δεν είναι αναγκαστικά η ίδια πάντα. Και σε τελική ανάλυση το ερώτημα δεν είναι αν ο συγγραφέας είναι ειλικρινής ή ψεύδεται, αλλά αν η διαπραγμάτευση του θέματός του γίνεται κατά τρόπο βαθύτερα αληθινό ή όχι. Αν μπαίνει στο πετσί των ηρώων του, αν μεταφέρει σωστά το κλίμα ενός τόπου και μιας εποχής, εν πάση περιπτώσει αν ο κόσμος τον οποίο αποδίδει ή πλάθει είναι στην ουσία του αληθινός, άρα και αυθεντικός. Και σ’ αυτό δεν μπορεί κανείς να έχει σπουδαίες αμφιβολίες, σε ό,τι αφορά τον συγκεκριμένο συγγραφέα.

Αυθεντική αφήγηση της πραγματικότητας

Τα πειραιώτικα βιώματά του, έστω και αν σήμερα ζει στην Αθήνα, είναι τόσο βαθιά, τα διαβάσματά του γύρω από την πρόσφατη ιστορία της είναι τόσο πολλά, η αγάπη του για την ιδιαίτερη αυτή πόλη, τη μόνη, όπως λέει ο ίδιος, που δεν χτίστηκε στα πρότυπα της Αθήνας, είναι τέτοια, που αυτά που γράφει δεν μπορεί παρά να είναι μια αυθεντική, δική του αφήγηση της πραγματικότητας. Και αυθεντική και δική του, με την έννοια ότι η μόνη αντικειμενική πραγματικότητα είναι αυτή στην οποία καταλήγει ο καθένας μας χωριστά. Και αυτό που καθιστά τη δική του αφήγηση αυθεντική είναι ότι έχει καταλήξει σε αυτή μετά από μεγάλη εσωτερική επεξεργασία, τόσο μεγάλη που να ζητάει από μόνη της να εκφραστεί μέσω της γραφής.
Από εκεί και πέρα μπαίνει στο παιχνίδι ο ίδιος ο συγγραφέας και η τέχνη του της γραφής. Τι κρατάει και τι αφαιρεί, πού δίνει έμφαση και πού περνάει τα πράγματα en passant, τι επίγευση καταφέρνει να αφήσει η συνταγή του στο τέλος, ως τέρψη στον αναγνώστη. Γιατί προφανώς ο Πειραιάς δεν ήταν μόνο τόπος εγκλημάτων, όπως μπορεί κανείς να ερμηνεύσει (λαθεμένα) τα γραφόμενα στον Χαριτόπουλο, έστω και αν ο τελευταίος λέει ότι «στον Πειραιά, αν ήσουν άοπλος ήσουν ξεγραμμένος» και ότι όλοι κουβαλούσαν κουμπούρια. Επιλέγει αυτή τη φέτα ζωής να αναδείξει γιατί είναι ισχυρό στοιχείο της παλιάς πειραιώτικης ταυτότητας, έστω και αν δεν είναι το μοναδικό.

Λιμανίσιο χαρμάνι πάσης φύσεως ταυτοτήτων

Αλλά και για έναν άλλο λόγο, πιστεύουμε, κάνει αυτή την επιλογή. Γιατί ο Πειραιάς, ως λιμανίσιο χαρμάνι πάσης φύσεως ελληνικών ταυτοτήτων, ως χωνευτήρι κάθε είδους εσωτερικού μετανάστη και πρόσφυγα, εκπροσωπεί όχι μόνο έναν «Πειραιά βαθύ» αλλά και μια «Ελλάδα βαθιά». Είναι η ακραία εκδοχή του τι είμαστε όλοι όσοι ζούμε σε αυτό τον τόπο, είναι οι προγονικές μας αμαρτίες, ό,τι θα μπορούσαμε υπό προϋποθέσεις να έχουμε γίνει, οι σκελετοί που όλοι κρύβουμε στα οικογενειακά ντουλάπια, μιας κοινωνίας που πέρασε βίαια σε αυτό που λέγεται νεωτερικότητα, προερχόμενη από μια βαθιά φτώχεια και καθυστέρηση.
Αυτή εντέλει είναι η βαθύτερη συγγραφική απάτη του Χαριτόπουλου και ταυτόχρονα η μεγάλη του δόξα, ότι βρήκε στον Πειραιά το μοντέλο να δείξει τι είναι ή από πού προέρχεται η Ελλάδα όλη. Η Ελλάδα όλη είναι ένα λιμάνι, ένα λιμάνι από όπου έρχεσαι ή φεύγεις αλλά στο οποίο η ανάμιξή σου με το ξένο είναι επιφανειακή. Ακόμα και ο μετανάστης, σήμερα, σκέφτεται κανείς συνειρμικά, είναι αποδεκτός σαν ξένος ταξιδιώτης ή ικέτης, θα του δοθούν αν γίνεται οι πρώτες βοήθειες, αλλά μόνο αν χάσει την ταυτότητά του θα ενταχθεί, μόνο αν γίνει «Πειραιώτης» θα χαθεί εντασσόμενος, και ούτως ή άλλως ούτε θα επηρεάσει ούτε βαθύτερα θα βοηθηθεί.

Το βαρύ παρελθόν σημερινών συμπεριφορών

Για να επιστρέψουμε όμως στη βασική θεματική του βιβλίου, που δεν μιλάει για τον σημερινό μετανάστη αλλά για τον αλλοτινό, που μεταλλάχθηκε σε «Πειραιώτη», θα επαναλάβουμε ότι σε αυτή βρίσκει κανείς το βαρύ παρελθόν που έχουν πίσω τους σημερινές συμπεριφορές. Εγκλήματα στυγνά, εγκλήματα άλλα που γεννά η φτώχεια, εγκλήματα τιμής, ένα κράτος δυσλειτουργικό, μεροληπτικό, ταυτόχρονα εχθρικό και ανεκτικό, όπως και σήμερα αλλά σε πολύ πιο ακραίες μορφές. Ακόμα και σεξουαλική παραβατικότητα βλέπει κανείς, όπως στην πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, που θυμίζει την επικαιρότητα με την υπόθεση Νίκου Γεωργιάδη. Στο διήγημα «Ανομολόγητα πάθη και έρωτες της καλής κοινωνίας» έχουμε την περίπτωση ενός εύπορου εμπόρου, παντρεμένου, που του αρέσουν όμως τα μικρά θηλυπρεπή αγόρια. Μπαίνει ένα τέτοιο στο μαγαζί του, αυτός ξελογιάζεται, με τα πολλά το πηγαίνει στην Καστέλα για φαγητό και μετά το ξεμοναχιάζει στα σκοτεινά σκαλάκια του Παρασκευά, όταν εμφανίζεται ένας νταής που δηλώνει θείος του αγοριού και θέλει να σκοτώσει τον έμπορο. Αυτός φωνάζει βοήθεια, ποιος να τον ακούσει στις ερημιές, το παιδί φεύγει, αλλά ως δια μαγείας εμφανίζεται αστυνομικός και τον σώζει. Ο αστυνομικός μεσολαβεί για τη διαπραγμάτευση με τον νταή ο οποίος πουλάει την τιμή του έναντι ενός σεβαστού ποσού. Αργότερα θα αποκαλυφθεί ότι ο αστυνομικός, ο νταής και κάποια αγόρια αποτελούν συμμορία που σκηνοθετεί αυτές τις καταστάσεις, καταδικάζονται, αλλά τα θύματα - παιδεραστές δεν μαθαίνει ποτέ κανείς ποια είναι. Δεν υπήρχε τότε… Βαξεβάνης.

Στα νύχια ενός απάνθρωπου συστήματος

Μιλάμε για τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, η φτώχεια θέριζε, αλλά θέριζαν και τα ζητήματα τιμής, όπως και τα όπλα, ιδίως σε κάτι περιοχές όπως τα Μανιάτικα, που στο βιβλίο παρουσιάζονται -και προφανώς ήταν- ως κράτος εν κράτει. Υπάρχουν και πολλές «σπλάτερ» ιστορίες, άγρια εγκλήματα, αλλά εμάς προσωπικά μας άρεσε ιδιαίτερα μια ιστορία ακραίας ψυχολογικής βίας. Ο τίτλος της είναι «Ο απίστευτος Γολγοθάς μιας αγνής νέας εκ της νήσου Άνδρου» (τίτλος άρθρου εφημερίδας, μάλλον), που περιγράφει περίπου τα εξής: μια ανήλικη κοπέλα, η Μαρουσώ, φτάνει στον Πειραιά με σκοπό να δουλέψει υπηρέτρια σε σπίτι. Δεν ξέρει τίποτα ούτε από τη ζωή ούτε από τον Πειραιά, έχει μόνο τη διεύθυνση ενός γραφείου. Εκεί την υποδέχεται ένα μούτρο, την βάζει να περιμένει σε ένα γραφείο, ξαφνικά μπαίνουν δύο τύποι και επιχειρούν να την βιάσουν. Το σκάει τελευταία στιγμή από ένα παράθυρο με σκισμένα ρούχα και τη νύχτα, που κοιμάται σε παγκάκι, την συλλαμβάνει η αστυνομία και την βάζει στο κρατητήριο με τις πόρνες που είχαν μαζέψει τη νύχτα από το δρόμο. Μετά ο γιατρός της Αστυνομίας, χωρίς να καταλάβει τι συμβαίνει και παρά τις διαμαρτυρίες της τη στέλνει στο Λοιμωδών, της έκαναν με το ζόρι θεραπεία και δέκα μέρες μετά της έδωσαν εξιτήριο ως «ιαθείσα». Μετά από πολλές ακόμα περιπέτειες το θέμα της έγινε πρωτοσέλιδο, η αστυνομία δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι έκανε γκάφα, οι καθηγητές που την εξέτασαν κατέθεσαν ότι ήταν παρθένα, οι γιατροί της αστυνομίας επέμεναν ότι δεν ήταν παρθένα και αυτή, μόλις κατάφερε να ξεφύγει από τα νύχια ενός απάνθρωπου συστήματος, πήγε ξανά στο λιμάνι εξουθενωμένη και ταπεινωμένη και πήρε το πρώτο πλοίο για να επιστρέψει στην Άνδρο!
Ο «Πειραιάς βαθύς», με τον οποίο ο Διονύσης Χαριτόπουλος ολοκλήρωσε την «Τριλογία του Πειραιά», είναι ένα βιβλίο πολύ ενδιαφέρον, που συνεπαίρνει τον αναγνώστη και έχει διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης. Οι δεκαετίες που περιγράφει, πολύ πιο χαοτικές από τις σημερινές, έχουν, τουλάχιστον για τον αναγνώστη, τη γοητεία, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μιας κοινωνίας-χαμαιτυπείου, όπου όλα επιτρέπονται και όλα απαγορεύονται ταυτοχρόνως.

Μανώλης Πιμπλής
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet