Ένα σύντομο σχόλιο με αφορμή το βιβλίο της Whitney Chadwick, «Women, Art and Society»

Η θέση των γυναικών στην ιστορία της δυτικής τέχνης, ως δημιουργών σπουδαίων έργων τέχνης, γλυπτών και άλλων καλλιτεχνημάτων καθώς και ως αντικειμένων της έμπνευσης των άλλων, παραμένει αντιφατική. Η Whitney Chadwick (Γουίτνι Τσάντγουικ) επανεξετάζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι γυναίκες εργάστηκαν ως καλλιτέχνες από το Μεσαίωνα ως σήμερα, παρουσιάζοντας σε νέο πλαίσιο τα ζητήματα που σχετίζονται με αυτές.
Αντλώντας στοιχεία μέσα από την εικοσαετή έρευνα φεμινιστριών ιστορικών της τέχνης και ερευνητριών, η Chadwick παρουσιάζει τις αισθητικές και ιδεολογικές τάσεις που σφυρηλάτησαν την σχέση των γυναικών με την ιστορία της τέχνης και τις οπτικές τέχνες, εξερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο οι ιδέες για την αναπαράσταση τέμνουν τις αντιλήψεις για τη θηλυκότητα. Εφαρμόζοντας την μεθοδολογία της ιστορίας της τέχνης –αλλά και ταυτόχρονα αμφισβητώντας τα συμπεράσματά της κάτω από την κριτική του φεμινιστικού λόγου– η συγγραφέας παρέχει μια περιεκτική και εμπνευσμένη ματιά σε δέκα αιώνες γυναικείας ενασχόλησης με τον τομέα των καλών τεχνών.
Με τις παρατηρήσεις αυτές ο εκδότης του βιβλίου της W. Chadwick(1), εισάγει το αναγνωστικό κοινό στη σημαντική αυτή προσπάθεια ανασύστασης της γυναικείας καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Ρόζα Μπονέρ, «Spanish Muleteers Crossing the Pyrenees» (1857)

Στο παρελθόν η προσπάθεια αυτή απασχόλησε ένα πλήθος επιστημόνων και ερευνητριών, οι οποίες προέρχονται από τον τομέα της ιστορίας της τέχνης αλλά και άλλους επιστημονικούς κλάδους όπως, για παράδειγμα, τους τομείς της κοινωνικής ανθρωπολογίας, της κοινωνιολογίας καθώς και των γυναικείων σπουδών γενικότερα. Όπως υπαινίσσεται ο εκδότης του βιβλίου, οι ανθρωπιστικές αυτές επιστήμες συνετέλεσαν στη διεύρυνση και τον εμπλουτισμό του πεδίου έρευνας των εικαστικών τεχνών.
Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου της, η Chadwick κάνει σαφή την πρόθεσή της να δώσει προτεραιότητα στην ανάλυση της πολυφωνίας στο ζήτημα της γυναικείας τέχνης. Όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα, η συγγραφέας είναι αποφασισμένη να προχωρήσει πέρα από τη απλή περιγραφή της ζωής και του έργου των γυναικών ζωγράφων, στη διευθέτηση ουσιαστικότερων θεωρητικών ζητημάτων:
«Αυτό το βιβλίο δεν προσφέρει κάποια καινούργια αρχειακή πληροφορία ή βιογραφικό δεδομένο σχετικά με τις γυναίκες ζωγράφους. Αντ’ αυτού στηρίζεται απόλυτα στην έρευνα των άλλων και αναζητεί σε πρώτο επίπεδο να τοποθετήσει σε νέο πλαίσιο τα πολλά ζητήματα που έχουν ανακύψει από τη φεμινιστική έρευνα στον τομέα των καλών τεχνών.»(2)

Ιεραρχική κατανομή των καλλιτεχνών

Στη συνέχεια, η συγγραφέας επικεντρώνεται στο ζήτημα της ανεπάρκειας των παραδοσιακών μεθόδων και εργαλείων της ιστορίας της τέχνης να προσφέρουν το κατάλληλο επιστημονικό υπόβαθρο για την εξέταση της γυναικείας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Είναι γενικά γνωστό ότι η έννοια της «υψηλής τέχνης», αποτέλεσε στο παρελθόν και συνεχίζει να αποτελεί το κεντρικό πλαίσιο για την ιεραρχική κατανομή των καλλιτεχνών σε σπουδαιότερους και λιγότερο σημαντικούς. Κατά την Chadwick, η ίδια αυτή έννοια παρέχει και το μέσο με το οποίο το έργο των γυναικών καλλιτεχνών τοποθετήθηκε στο περιθώριο της καλλιτεχνικής δημιουργίας εν γένει. Όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί η συγγραφέας: «Γυναίκες ζωγράφοι, όπως η Μπ. Μορισό και η Φρ. Κάλο, έγιναν αποδεκτές από τους ρυθμιστικούς όρους της Ιστορίας της Τέχνης ως εξαιρέσεις και κάτω από το λάβαρο της έννοιας του «υψηλού».»(3)

Διακρίσεις και αποκλεισμός εις βάρος των γυναικών

Επιχειρώντας να προσδιορίσει μερικά από τα προβλήματα της σχέσης των γυναικών με την τέχνη και την ιστορία της, η Chadwick επαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα των διακρίσεων εις βάρος των γυναικών και του αποκλεισμού τους από τους χώρους καλλιτεχνικής εκπαίδευσης και διδασκαλίας: «Απομονωμένες από τα κέντρα ανάπτυξης των καλλιτεχνικών θεωριών και από ρόλους εκπαιδευτικούς, λίγες γυναίκες στάθηκαν ικανές να κληροδοτήσουν το ταλέντο και την εμπειρία τους απευθείας στις επόμενες γενιές. Προβλήματα που αφορούν την ταύτιση, τον καθορισμό της πατρότητας, το έργο στο σύνολό του και το μέγεθος ή τη σημασία του δεν ήταν δυνατό να επιλυθούν για πολλές καλλιτέχνιδες. Όμως, η ιστορία της τέχνης συνεχίζει να δίνει προτεραιότητα στην τεράστια παραγωγή και τη μνημειώδη κλίμακα ή σύλληψη, σε σχέση με το επιλεκτικό και το οικείο. Τελικά η ιστορική και κριτική αξιολόγηση των γυναικών έχει αποδειχτεί ότι είναι αδύνατο να διαχωριστεί από τις ιδεολογίες που καθορίζουν τη θέση της στη Δυτική κουλτούρα.»(4)
Στα επόμενα έντεκα περίπου κεφάλαια, η αφήγηση της Chadwick ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, τη χρονολογική διαδοχή των ιστορικών περιόδων. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία ανάδειξης των γυναικών καλλιτεχνών αρχικά μέσα από τις μεσαιωνικές συντεχνίες, τα αναγεννησιακά εργαστήρια και στη συνέχεια μέσα από τις επίσημες Ακαδημίες των Καλών Τεχνών, η εγκαθίδρυση των οποίων συνέπεσε με την άνοδο και σταθεροποίηση των ευρωπαϊκών μοναρχιών.

Μετά το τέλος του 19ου αιώνα, η γυναικεία καλλιτεχνική δημιουργία ακολούθησε μια ολοένα ανοδική πορεία και αξίζει να παρατηρηθεί ότι η αναφορά της Chadwick στη γυναικεία τέχνη του 20ού αιώνα είναι αρκετά συμπυκνωμένη. Άλλωστε όλοι, λίγο ως πολύ, γνωρίζουμε τις αφαιρετικές συνθέσεις της Μπάρμπαρα Κρούγκερ, τις φωτογραφίες της Σίντι Σέρμαν και τους σουρεαλιστικούς πίνακες της Φρίντα Κάλο. Ακόμα αρκετά στοιχεία είναι γνωστά για τις Ιμπρεσσιονίστριες Μορισό και Κασά, μολονότι οι αναφορές στις δύο αυτές σημαντικές φυσιογνωμίες είναι συγκριτικά λιγότερες σε σχέση με την εκτενή βιβλιογραφία που έχει αφιερωθεί στους άνδρες συναδέλφους τους.

Γυναίκες ζωγράφοι τριών και πλέον αιώνων

Σχεδόν, εντελώς, άγνωστες, όμως, στο αναγνωστικό κοινό είναι οι γυναίκες ζωγράφοι τριών και πλέον αιώνων, από τις αρχές του 15ου ως τα μέσα του 19ου αιώνα περίπου. Ως παράδειγμα, μπορούμε να αναφέρουμε τη ρομαντική ζωγράφο Ρόζα Μπονέρ, γνωστή για τη σκανδαλώδη, την εποχή εκείνη, συνήθειά της να επισκέπτεται ντυμένη με ανδρικά ρούχα τα σφαγεία των ζώων για να μελετήσει από κοντά την ανατομία τους. Αξίζει ακόμα να σταθούμε στην ιδιόρρυθμη εκείνη ομάδα Αμερικανίδων καλλιτεχνιδών, οι οποίες εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία, στις αρχές του 19ου αιώνα ιδρύοντας μια καλλιτεχνική αδελφότητα και απαιτώντας αυστηρή πειθαρχία από τα μέλη της που ήταν αποκλειστικά γυναίκες.

Αυτοπροσωπογραφία της Ελίζαμπεθ Λε Μπριν, 1782

Κατά τον προηγούμενο αιώνα, τα χρόνια δηλαδή πριν και μετά τη Γαλλική Επανάσταση, χαρακτηριστικό παράδειγμα γυναικείας ενασχόλησης με τις καλές τέχνες αποτελεί η Γαλλίδα, Ελίζαμπεθ Λε Μπριν, προσωπική ζωγράφος της άτυχης βασίλισσας Μαρί-Αντουανέτ και άξιο μέλος της δραστήριας εκείνης τάξης λόγιων γυναικών, οι χαρακτήρες των οποίων σκιαγραφήθηκαν σε έργα της εποχής, όπως π.χ. στις «Σοφολογιώτατες» του Μολιέρου ή στις «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακλόζ.
Στην αρχή της μεγάλης αυτής γραμμής γυναικών ζωγράφων του παρελθόντος, συναντά κανείς ένα πλήθος δημιουργών που εργάστηκαν στα αναγεννησιακά και μεταναγεννησιακά εργαστήρια και των οποίων τα ονόματα αναφέρουμε εδώ επιγραμματικά: Μ. Ρομπάστι, Ε. Σιράνι, Α. Τζεντιλέσκι, Ρ. Καριέρα. Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε διαβάζοντας το βιβλίο της Chadwick, οι φιλοδοξίες τους για ανάδειξη εμποδίστηκαν συχνά με βίαιο τρόπο από το ανδρικό καλλιτεχνικό κατεστημένο της εποχής.

Κρίσιμα ερωτήματα για τη δημιουργία τέχνης

Ως επίλογο στη συνοπτική αυτή αναφορά στο περιεχόμενο και τον τρόπο οργάνωσης του βιβλίου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η μελέτη και η ιστορική αποκατάσταση του έργου των γυναικών ζωγράφων θέτει πραγματικά κρίσιμα ερωτήματα για τη δημιουργία του έργου της τέχνης: αν δηλαδή η παραγωγή της τέχνης εξαρτάται αποκλειστικά από το ταλέντο ενός και μόνο δημιουργού, πως το εκπαιδευτικό σύστημα επιδρά στο μαθητή της τέχνης, με ποιο τρόπο τα προβαλλόμενα μέσω της διαφήμισης σεξουαλικά κλισέ διαμορφώνουν την αναπαράσταση των δύο φύλων.
Τα ερωτήματα αυτά παραμένουν αναπάντητα και έγκειται στο σύνολο των σημερινών ιστορικών της τέχνης να δώσουν απαντήσεις. Στο εξωτερικό, στον αγγλοσαξωνικό ιδίως χώρο, η πολυδιάστατη έρευνα στον τομέα αυτό οδήγησε στον επαναπροσδιορισμό του αντικειμένου της κριτικής της τέχνης. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η καθηγήτρια G. Pollock κάνει λόγο για την ύπαρξη πολλών διαφορετικών ρευμάτων στην Ιστορία της Τέχνης, στο βιβλίο της «Vision and difference: Femininity, feminism and the histories of art».
Στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο οι δημοσιεύσεις στον τομέα αυτό είναι περιορισμένες, μολονότι το ενδιαφέρον για θέματα που αφορούν στις γυναικείες σπουδές είναι διαρκώς εντεινόμενο.

Ευαγγελία Καρβούνη

Σημειώσεις

1. Whitney Chadwick, «Women, Art and Society» (London: Thames and Hudson, 1990). Οι μεταφράσεις στα ελληνικά είναι της γράφουσας.
2. Ibid 14
3. Ibid 10
4. Whitney Chadwick 10

 

 

 

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet