Η καλύτερη στιγμή για να επιμείνει στις θέσεις της



Το μπαράζ επιθέσεων σε όλα τα μέτωπα που δέχεται το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση, θυμίζει γενικευμένη επιχείρηση «τελικής λύσης» με χρησιμοποίηση του συνόλου της δύναμης πυρός. Η πολεμική ορολογία είναι μόνη που μπορεί να αποδώσει τη σκληρότητα της πολιτικής επίθεσης. Πρόκειται για ολοκληρωτικό πόλεμο με όλα τα μέσα.
Στην πολιτική επικαιρότητα, και σε εικοσιτετράωρη βάση, βρίσκονται με τη βοήθεια των συστημικών μέσων όλα τα μέτωπα ανοιχτά: κουκουλοφόροι στη Στουρνάρα, κατάληψη στην πρυτανεία του ΕΚΠΑ, νομοσχέδιο για τις φυλακές, μεταναστευτικό, ταξίδι στη Μόσχα, απόηχοι από ταξίδι στο Πεκίνο, χώρια ο καθημερινός ορυμαγδός από τα επιλεγμένα σχόλια και ρεπορτάζ του διεθνούς τύπου… Ακόμα και το ανύπαρκτο επεισόδιο στο βενζινάδικο της Αιδηψού έγινε αφορμή για τριήμερο πρωτοσέλιδων καταγγελιών κατά της προέδρου της Βουλής.
Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των επιθέσεων είναι η εμπέδωση μιας φιλοτεχνημένης εικόνας για μια κυβέρνηση ανίκανη που μας οδηγεί στην καταστροφή. Επιμύθιο σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη να υπογραφεί τώρα, χθες αν ήταν δυνατόν, μια συμφωνία με τους δανειστές (όποιο κι αν είναι το περιεχόμενο, δεν έχει σημασία), ώστε να ξαναγυρίσει η χώρα στην «κανονικότητα».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πασχαλινή δήλωση του κ. Σαμαρά από τη Μεσσηνία, όπου στις εκατό λέξεις που μεταδόθηκαν από τα μέσα, οι πενήντα ήταν επανάληψη της φράσης «να υπογράψουμε άμεσα, τώρα συμφωνία με τους δανειστές». Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι δηλώσεις ΠΑΣΟΚ και Ποταμιού, πολύ περισσότερο δε οι υποδείξεις των εντεταλμένων διαμορφωτών κοινής γνώμης.

Πιο βαρύ το κλίμα

Αν εξετάσουμε προσεκτικά τα δεδομένα, θα διαπιστώσουμε ότι το κλίμα των τελευταίων ημερών διαφέρει ουσιαστικά από το κλίμα τής αμέσως προηγούμενης περιόδου. Ενώ τώρα η κυβέρνηση πιέζεται να αποδεχθεί χωρίς χρονοτριβή τις απαιτήσεις των δανειστών, προκειμένου να αποφύγουμε την καταστροφή, την αμέσως προηγούμενη περίοδο η κυβέρνηση καταγγελλόταν ως ανίκανη να καταθέσει μια κοστολογημένη και χρονολογημένη λίστα μεταρρυθμίσεων, πράγμα που εξόργιζε, υποτίθεται, τους θεσμούς –μαζί και τους ενθάδε εκπροσώπους τους, εραστές των μνημονίων.
Αλλά και οι απαιτήσεις των δανειστών έγιναν διαφορετικές: δεν είναι οι ατέλειες των προτάσεων της ελληνικής κυβέρνησης που προτάσσονται, όσο η επιμονή της να απορρίπτει κάθε συζήτηση για θέματα που έχουν κριθεί με την ψήφο του λαού. Στην παρούσα φάση της διαπραγμάτευσης αυτό που δοκιμάζεται, κάτω από την αφόρητη πίεση της γενικευμένης πολιτικής επίθεσης, δεν είναι της κυβέρνησης για συμβιβασμό και τεχνοκρατική εξειδίκευση των προτάσεών της, αλλά η αντοχή της: μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει. Ή, αν θέλετε, ποια είναι τα πραγματικά όριά της.
Η τακτική που ακολούθησαν οι δανειστές μέχρι σήμερα, ήταν η τακτική των σταδιακών πιέσεων, που απέδωσε κάποιες σταδιακές υποχωρήσεις για χάρη του «έντιμου συμβιβασμού» ή της «αμοιβαία επωφελούς» λύσης. Είναι λογικό σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή που θίγονται ζητήματα εκτός της αρχικής συζήτησης (όπως συλλογικές συμβάσεις, κατώτατος μισθός, νέες ιδιωτικοποιήσεις, συνταξιοδοτικό, ΦΠΑ κ.λπ.), να γενικεύεται η επίθεση και να συγκεντρώνεται το σύνολο της δύναμης πυρός κατά της κυβέρνησης, ώστε να αισθανθεί και να φανεί όσο το δυνατό πιο αδύναμη, και συνεπώς έτοιμη για υποχωρήσεις.

Να σιγήσουν οι φωνές της λογικής

Ο κ. Σόιμπλε, που είχε εβδομάδες να μιλήσει, επιστρατεύτηκε και αυτός για να υπογραμμίσει ότι δεν πρέπει η Ελλάδα να περιμένει λύση τις επόμενες εβδομάδες και ότι «δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι αγορές ανησυχούν για το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της Ελλάδας ή εξόδου από την ευρωζώνη».
Είχαν προηγηθεί, βέβαια, οι δηλώσεις της κ. Μογκερίνι, επιτρόπου Εξωτερικών της ΕΕ: «Αν πέσει ένας, τότε θα πέσει ολόκληρο το σύστημα. Είμαι απόλυτα πεπεισμένη γι’ αυτό». Καθώς και η εκτίμησή της πως η υπόθεση της Ελλάδας δεν αφορά μόνο την ίδια, αλλά όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, που πρέπει να επιδείξουν ευελιξία και αλληλεγγύη.
Σε παρόμοιο  τόνο ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών κ. Σταϊνμάγερ υποστήριξε ότι «δεν πρέπει να λέγονται εύκολες κουβέντες για μια έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη». Την ίδια στιγμή που η επενδυτική εταιρία Exotix εκτιμούσε ότι Ελλάδα και ΕΕ έχουν ισχυρό συμφέρον να αποφευχθεί ένα Grexit, που θα είχε σημαντικές πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις για το σύνολο της Ευρώπης. Υπολογίζει, μάλιστα, το άμεσο κόστος μιας τέτοιας εξέλιξης σε 200 δισ. ευρώ, αλλά και σε τεράστιες γεωπολιτικές επιπτώσεις.
Στην απέναντι ακτή του Ατλαντικού, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ κ. Μπλανσάρ σημείωνε ότι, παρότι η ευρωζώνη είναι καλύτερα προετοιμασμένη σήμερα, οι επιπτώσεις από μια ελληνική έξοδο «δεν θα είναι περίπατος». Όταν, μάλιστα ρωτήθηκε αν εξαρτά την έξοδο από την πορεία των διαπραγματεύσεων, αρνήθηκε ρητά ότι τα συνέδεσε έστω και έμμεσα.

Ποιοι δεν θέλουν τη συμφωνία

Η πρόοδος των διαπραγματεύσεων, η εξειδίκευση των προτάσεων και η ρεαλιστική εκτίμηση των επιπτώσεων μιας ρήξης φαίνεται ότι διαμορφώνουν ένα πραγματικό πλαίσιο αντικειμενικά ευνοϊκό για μια συμφωνία. Αν η υπόθεση αυτή ισχύει, τότε ο μόνος τρόπος η πιθανή συμφωνία να γείρει προς τη μία πλευρά, την πλευρά των δανειστών, είναι να ασκηθεί αυτή ακριβώς τη στιγμή η μεγαλύτερη δυνατή πίεση στην ελληνική κυβέρνηση. Δεν είναι η επιλογή της εξόδου ή η αδιαφορία για μια έξοδο από την ευρωζώνη ή για μια χρεοκοπία της Ελλάδας, που οδηγεί την απέναντι πλευρά στη σκλήρυνση της στάσης. Είναι μάλλον η δυνατότητα, η πιθανότητα συμφωνίας.
Αν η ελληνική κυβέρνηση επιμείνει στα όρια που έχει θέσει, με αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα οδηγηθεί σε οποιουδήποτε είδους ρήξη, αλλά στη διαπίστωση στην πράξη των ορίων και των διαθέσεων της άλλης πλευράς. Αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να γίνει με προσομοίωση. Μόνο σε πραγματικές συνθήκες γίνεται. Και οι σημερινές συνθήκες το επιτρέπουν. Ίσως και να το επιβάλλουν.
Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι δεν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή για την πιστοποίηση των ορίων και της κυβέρνησης και των δανειστών. Αυτό που μπορεί να παρατηρήσει κανείς σ’ ένα τέτοιο ισχυρισμό, είναι ότι όσο αργότερα επιχειρηθεί μια τέτοια δοκιμασία, ένα τέτοιο τεστ, τόσο περισσότερο θα μοιάζει με απολυτήριες εξετάσεις.
Αν πάντως η κυβέρνηση επιλέξει να ακολουθήσει αυτή την τακτική, η δήλωση των προθέσεών της δεν αρκεί να γίνει με μια ανακοίνωση, ένα νον πέιπερ ή μια δημόσια δήλωση του πρωθυπουργού. Χρειάζεται να γίνει με κάθε επισημότητα και σαφήνεια, ώστε να μην μπορεί να εκληφθεί ως απλός ελιγμός.



Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet