Συνέντευξη με τον ούγγρο μαρξιστή φιλόσοφο G. M. Tamás

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Την συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης

Πώς θα χαρακτήριζες τη σημερινή κατάσταση στην Ουγγαρία; Η έννοια του «μεταφασισμού» μπορεί να μας βοηθήσει για να κατανοήσουμε αυτά που συμβαίνουν;

Ναι, είναι ένα μεταφασιστικό καθεστώς που δεν είναι καθόλου μοναδικό στην Ουγγαρία. Η άσκηση της εξουσίας είναι ανεπίσημη, παράλληλα με το κοινοβουλευτικό και το δικαστικό σύστημα που εξακολουθούν να ισχύουν επίσημα, αλλά χωρίς να είναι σημαντικά. Εκτός από τον πολυεθνικό τομέα που κυριαρχείται από το γερμανικό, αμερικανικό και κινεζικό κεφάλαιο, η εγχώρια οικονομία, η τοπική διοίκηση, τα πολιτικά θεσμικά όργανα και τα ΜΜΕ, ανήκουν απλώς στην ομάδα του Όρμπαν, εντελώς έξω από τον έλεγχο του κράτους, το οποίο διευθύνεται από την ίδια ομάδα. Αλλά αυτό που είναι σημαντικό είναι το «βαθύ κράτος», ή το «παράλληλο κράτος», όπου η κοινωνία είναι εντελώς ανίσχυρη. Η ιδεολογία του είναι αυτή του αποκλεισμού, ρατσιστική, μισογυνική, ομοφοβική, εθνικιστική (όχι πατριωτική, το έχουμε ξεπεράσει αυτό). Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει καμία φασιστική κινητοποίηση όπως στα προπολεμικά καθεστώτα, κανένα μαζικό κίνημα, όλα βασίζονται στον μηχανισμό του Όρμπαν και στα ακροδεξιά ΜΜΕ.

Τι προοπτικές υπάρχουν για την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής λύσης απέναντι στο καθεστώς Όρμπαν;

Υπάρχει μια διχασμένη, ασταθής και αδύναμη αντιπολίτευση, η οποία έχει καταλάβει αόριστα ότι οι εκλογές στο πλαίσιο ενός αυστηρά οργανωμένου αντιδημοκρατικού συστήματος είναι ανέλπιδες, αλλά ελλείψει οποιασδήποτε πολιτικής καινοτομίας εξακολουθεί να επικεντρώνεται στην εκλογική πολιτική εξαιτίας των παλαιών συνηθειών. Οι διαδηλώσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των φοιτητών εναντίον της αυξανόμενης καταστολής ενώνονται με τα κοινοβουλευτικά κόμματα, διακόπτονται οι κοινοβουλευτικές συνεδριάσεις κ.ο.κ., αλλά η ερμηνεία που δίνεται από τα ακροδεξιά (κρατικά ή παρακρατικά) ΜΜΕ παρουσιάζει όλη την αντιπολίτευση ως κομμουνιστές, ή φιλοδυτικούς ξένους πράκτορες, ή και τα δύο μαζί. Το μόνο θέμα που επιτρέπεται να συζητιέται δημόσια είναι η μετανάστευση. Ως εχθρός κηρύσσεται κάθε είδους υπερεθνική δομή από την Ε. Ε. ως τον ΟΗΕ, και όλοι παρουσιάζονται ότι θέλουν να κατακλύσουν την Ουγγαρία με μουσουλμάνους και μαύρους. Δεν υπάρχει καμία συζήτηση, μόνο εκστρατείες προπαγάνδας που χρηματοδοτούνται από το κράτος. Όλες οι έξοδοι είναι κλειστές, η αντιπολίτευση έχει απλώς μια συμβολική παρουσία που νομιμοποιεί το σύστημα. Η κριτική άποψη φτάνει μόνο στους νέους της μεσαίας τάξης κυρίως μέσω διαδικτυακών εφημερίδων, αρκετά άγνωστων στην πλειοψηφία. Η μόνη εναπομείνασα εναλλακτική λύση είναι ο αγώνας στο δρόμο.

Οι μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις του προηγούμενου διαστήματος γεννούν κάποια ελπίδα για την συνέχεια;

Καμία ελπίδα. Οι διαδηλώσεις στην Ουγγαρία, στην Ρουμανία και στην Σερβία, όπου συνήθως συμμετέχουν οι δυνάμεις της Αριστεράς και της Δεξιάς, είναι εκφράσεις αποτροπιασμού και απόγνωσης, θυμού και αγανάκτησης. Συχνά δείχνουν το μίσος κατά της διαφθοράς, που στην πραγματικότητα δεν αποτελεί διαφθορά αλλά συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης στα χέρια ομάδων πολιτικής εξουσίας και μηχανισμών, και είναι χωρίς κατεύθυνση. Εμφανίζονται και εξαφανίζονται μετά, δεν έχουν καμία σαφή ώθηση. Ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκαν ξανά κόκκινες σημαίες στους δρόμους της Βουδαπέστης, παράλληλα με νεοναζιστικά σύμβολα, ευρωπαϊκές μπλε σημαίες, και εθνικά πανό. Ένας ολικός εκλεκτισμός και ένα άγριο χάος. Οι άνθρωποι είναι απογοητευμένοι, ενώ η κατεδάφιση όλων των κρατικών θεσμών, ο κύριος στόχος είναι τώρα η Ακαδημία Επιστημών, τα ερευνητικά ινστιτούτα και τα πανεπιστήμια, συνεχίζεται αμείωτη. Οι νέοι διανοούμενοι φεύγουν από τη χώρα. Πρέπει να το πούμε χωρίς κανένα δισταγμό ότι αυτή είναι μια πλήρης καταστροφή.

Πιστεύεις ότι η τάξη πραγμάτων που προωθεί ο Όρμπαν είναι απειλή για την Ευρώπη;

Αυτό δεν είναι κάτι νέο. Οι αντιευρωπαϊκές και αντιδυτικές ιδεολογίες ήταν ανεξέλεγκτες στην περίοδο της κατάκτησης της εξουσίας από τους Ναζί τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 στη Γερμανία: είναι η κύρια παράδοση της ακροδεξιάς (στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν από τους σταλινικούς με το πρόσχημα του αντιαμερικανισμού στη δεκαετία του 1950), που εκμεταλλεύεται επιδέξια τη λαϊκή δυσαρέσκεια ενάντια στα ισχυρά και πλούσια δυτικά έθνη, «στους νικητές» των δύο παγκόσμιων πολέμων, οι οποίοι επίσης κατηγορούνται για «κομμουνισμό». Ο Όρμπαν δεν αποτελεί απειλή για την Ευρώπη, η οποία αποδυναμώνεται ούτως ή άλλως με τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία σε βαθιά πολιτική κρίση, και με την άνοδο των μεταφασιστικών ακραίων δυνάμεων σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα. Ο Όρμπαν είναι ένας μπαμπούλας, μια αλληγορία για τους αντιευρωπαίους που καταλαμβάνουν την Ευρώπη (και αυτό είναι γεγονός). Δεν δημιουργεί αυτή την κατάσταση, αλλά είναι μέρος της. Απολαμβάνει να κατηγορείται για την κρίση, γιατί αυτό τον κάνει να εμφανίζεται ως ένα είδος «παγκόσμιου ηγέτη», το οποίο, φυσικά, είναι ένα αστείο. Αλλά το αντιευρωπαϊκό συναίσθημα έχει βαθιές ρίζες, είναι μια σύνθεση όλων των αντιδιαφωτιστικών εκφάνσεων από τον αντιφιλελευθερισμό μέχρι τον αντισοσιαλισμό. Ήταν πρώτα οι Ναζί που ονομάτισαν τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό, τους φιλελεύθερους και τους μαρξιστές: πάλι, τίποτα το καινούριο. Η ουγγρική κυβέρνηση μας λέει τώρα ότι είμαστε Ανατολίτες, ένας τουρκικός λαός με ασιατικές ρίζες, πως οι καλύτεροι φίλοι μας είναι το Αζερμπαϊτζάν και το Τουρκμενιστάν, και ότι η κάθε «ευρωπαϊκή» νοθεία της παλιάς φυλετικής ταυτότητάς μας, από τους Αψβούργους μέχρι τους κομμουνιστές  και την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι η ρίζα όλων των κακών.

Στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα κάποιοι θεωρούν ότι μπορεί να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας με τον Όρμπαν, ενώ άλλοι είναι επικριτικοί απέναντί του.  Πώς το βλέπεις όλο αυτό;

Προφανώς, οι ευρωπαίοι συντηρητικοί δεν περιμένουν πολλά από την Ανατολική Ευρώπη. Θεωρούν ότι έχουν να κάνουν με βαρβάρους. Οι ευρωπαίοι σοσιαλιστές είναι ανεκτικοί με τους Σλοβάκους, Τσέχους, Ρουμάνους «σοσιαλδημοκράτες», ή ακόμα και με τους Σέρβους «σοσιαλιστές», αν και όλοι αυτοί είναι εθνικιστές, συντηρητικοί, συχνά ρατσιστές,, αντιφεμινιστές, και ομοφοβικοί. Στη Ρουμανία και στη Σερβία επίσης, οι συντηρητικοί λένε ότι τα κόμματα είναι βαθιά διεφθαρμένα: δεν μπορείτε να περιμένετε πολλά από τους «πρωτόγονους», αμόρφωτους Ανατολίτες. Οι προκαταλήψεις είναι αμοιβαίες, έτσι εξηγείται η αμοιβαία περιφρόνηση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Έχω μια πολύ χαμηλή εκτίμηση και για τις δύο.

Τελειώνοντας, να μιλήσουμε και για την ουγγρική Αριστερά. Γιατί είναι τόσο αδύναμη; Φταίει μόνο η κληρονομιά του «υπαρκτού σοσιαλισμού»;

Η αυθεντική ουγγρική Αριστερά ετοιμάζεται να δημιουργηθεί, και εγώ είμαι ένα μέρος της σε μεγάλο βαθμό. Σήμερα είναι μόνο η αρχή, κυρίως μεταξύ των νέων. Σε πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η «πολύ νέα Αριστερά» είναι ισχυρότερη, αλλά ακόμη και στη χώρα μας, η επίδραση του μαρξισμού, με τις πολλές τάσεις του, αυξάνεται. Όσον αφορά την «παλιά Αριστερά», σοσιαλιστές και άλλοι, μόλις τώρα, και μη πειστικά, ανακάλυψε ότι έχει κάποιες αντικαπιταλιστικές παραδόσεις (π.χ. προπολεμική  σοσιαλδημοκρατία), όταν ήρθε αντιμέτωπη με μαρξιστές φοιτητές κατά τη διάρκεια των πρόσφατων διαδηλώσεων. Δεν είναι η μνήμη του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (ο αντικομουνισμός δεν κατευθύνεται πρωτίστως εναντίον αυτού, αλλά εναντίον του σύγχρονου δυτικού «πολιτιστικού μαρξισμού» με το στυλ του Στιβ Μπάνον) που αποτελεί εμπόδιο: υπάρχει μια αρκετά συντηρητική νοσταλγία για το ειρηνικό και σταθερό πατερναλιστικό καθεστώς του Γιάνος Κάνταρ, μεταξύ άλλων και από πολλούς ηλικιωμένους υποστηρικτές του Όρμπαν. Επίσης, σε αντιδιαστολή με τις χώρες όπου ο αντιφασισμός είναι μέρος της εθνικής παράδοσης (κυρίως στο Νότο: Ελλάδα, πρώην Γιουγκοσλαβία, Ισπανία, Πορτογαλία), η Αριστερά θεωρείται ότι είναι εξωγήινη και «αντεθνική». Ή, όπως στη Ρωσία, εξομοιώνεται με το αυταρχικό εθνικό παρελθόν. Δείτε τη λατρεία του Στάλιν μέσα σε ένα χαρακτηριστικά δεξιό καθεστώς όπως αυτό του Πούτιν. Αλλά αυτό αλλάζει γρήγορα. Το ερώτημα είναι μόνο κατά πόσο μια διεθνιστική, αντικαπιταλιστική και γνήσια Αριστερά θα αναπτυχθεί επαρκώς πριν από την καταστροφή, η οποία θα μπορούσε να πάρει τη μορφή μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας ή μιας άτακτης και ανόητης κατάρρευσης με ταραχές και παράλογη αιματοχυσία. Προς το παρόν, η πρώτη εναλλακτική (όλο και περισσότερο δικτατορική, μια ημιαπολυταρχική εξέλιξη) φαίνεται να είναι η πιο πιθανή στην Ουγγαρία, αλλά όχι στις άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες όπου η αστάθεια μοιάζει να είναι μόνιμη. Επίσης, πιστεύω ότι πρέπει όλοι να ανησυχούμε για την Ελλάδα, όπου η ηγεμονία της Αριστεράς των τελευταίων ετών είναι, ή φαίνεται να βρίσκεται, σε σοβαρό κίνδυνο.


 

Σημείωση

Ο Γκασπάρ Μίκλος Ταμάς γεννήθηκε στο Κλουζ της Ρουμανίας (ανήκε στην ουγγρική μειονότητα) και το 1978 έφυγε ως αντιφρονούντος στη Βουδαπέστη, όπου ως οπαδός του ελευθεριακού σοσιαλισμού συγκρούστηκε με το κομμουνιστικό κόμμα Ουγγαρίας. Ήρθε σε επαφή με τη διάσημη σχολή σκέψης της Βουδαπέστης, με την μεγάλη παράδοση στην αριστερή ουγγρική φιλοσοφία, αλλά στην συνέχεια ακολούθησε μια διακριτή πορεία. Το θεωρητικό του έργο έχει επηρεαστεί έντονα από τους ιταλούς αυτονομιστές, την αμερικανική πολιτική του μαρξισμού, και την νέα ανάγνωση του Μαρξ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet