Διερωτάται κανείς, σε ποιο φανταστικό ακροατήριο απευθύνονται; Ποια εικόνα έχουν για τους πολίτες, για τη νοημοσύνη των εκλογέων στους οποίους απευθύνονται;
Εξακολουθεί ο κ. Μητσοτάκης να θεωρεί «αδαή πλειοψηφία» τους πολίτες που εμπιστεύτηκαν την ψήφο τους στην Αριστερά; Θεωρεί ότι παραμένουν το ίδιο άβουλοι και αμνήμονες, και σαν τέτοιοι εύλογα θα πειστούν να προσέλθουν να καταθέσουν την αφέλειά τους στα ταμεία του κόμματός του; Ή πιστεύει μήπως ότι, χάρις στην φωτισμένη αντιπολίτευση την οποία ασκεί, αφυπνίστηκαν και είναι έτοιμοι να του δώσουν το σκήπτρο στην πρώτη ευκαιρία;
Εξακολουθεί η κ. Γεννηματά να θεωρεί όσους ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ απολωλότα πρόβατα που θα επιστρέψουν άβουλα και μεταμελημένα; Ή πιστεύει ότι θα το πράξουν συνειδητά, έχοντας προηγουμένως συγκρίνει τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ με τα πεπραγμένα της κυβέρνησης της Αριστεράς, οπότε εύλογα θα αποφανθούν υπέρ της πρώτης;
Ένα είναι βέβαιο. Οι δύο θα συνεχίσουν στην ίδια γραμμή, τη γραμμή της συμπόρευσής τους, μέχρι τις κάλπες. Πιθανότατα και μετά από αυτές. Αλλά μόνο αν διαμορφωθούν τέτοιες πλειοψηφίες που θα τους επιτρέψουν να συγκυβερνήσουν. Διότι αν αυτό δεν συμβεί, αν αποδειχθεί εκλογικά ότι η συμπόρευση τους δεν απέδωσε (πολλώ μάλλον αν αποδειχθεί ότι τους έβλαψε κιόλας), τότε ο πολιτικός χώρος που καταλαμβάνουν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ που υποστεί τεκτονικές καθιζήσεις.
Αποκλείουν παντελώς οι ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ το ισχυρό ενδεχόμενο να συμβεί αυτό; Κατά τη γνώμη μας, όχι. Ανομολόγητα δεν το αποκλείουν. Αλλά συνεχίζουν επειδή, απλούστατα, δεν υπάρχει επιστροφή, έχουν κάψει όλα τους τα καράβια.
Είναι οι ίδιοι το μέτρο των αδιεξόδων στα οποία θαλασσοδέρνονται.
Αφήνοντας προς το παρόν ασχολίαστη την επιλογή του μεν κ. Μητσοτάκη να στρέψει το κόμμα του προς την άκρα δεξιά, της δε κ. Γεννηματά να προσδέσει το δικό της κόμμα στο αφήγημα της ΝΔ περί «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή ολοσχερούς επικράτησης της Δεξιάς, προκειμένου αμφότεροι να αλιεύσουν τις ψήφους που θα παρατείνουν την πολιτική τους ύπαρξη, ας σταθούμε στην επιλογή των δύο κομμάτων αναφορικά με το Μακεδονικό.
Η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν ένα πολιτικό διακύβευμα «διπλής όψεως». Εσωτερικής και εξωτερικής — με αντίκτυπο εντός συνόρων και εκτός συνόρων. Εντός συνόρων η πρόκληση βραχυπρόθεσμη: το θυμικό των ανθρώπων, απόλυτα κατανοητό. Εκτός συνόρων η πρόκληση μακροπρόθεσμη: η υπηρέτηση του συμφέροντος της χώρας, επ’ ωφελεία, σε τελική ανάλυση, των ανθρώπων της.
Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ επέλεξαν το πρώτο, αδιαφορώντας για τις συνέπειες από την παραμέληση του δεύτερου — συνέπειες για τη χώρα, αλλά και για τους ίδιους, και για το κύρος το οποίο θα πρέπει να διαθέτουν όχι μόνο όταν (και εάν) κληθούν να κυβερνήσουν, αλλά και ως αντιπολίτευση, που η φωνή της θα πρέπει να βρίσκει ευήκοα ώτα στην Ενωμένη Ευρώπη αλλά και στον κόσμο.
Με άλλα λόγια, τι κατάλαβαν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ από τον εμφατικό τρόπο που αποδοκιμάστηκε η συμπεριφορά τους στο Μακεδονικό τόσο από την ευρωπαϊκή Δεξιά όσο και την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία;
Όχι σπουδαία πράγματα, θα λέγαμε, κρίνοντας από ένα ακόμη πιο πρόσφατο δείγμα γραφής. Από το μέτωπο που συνέπηξαν κατά την τελευταία συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, μετά από επίμονο αίτημα και των δύο, στον απόηχο, υποθέτουμε, της επίσκεψης του Αλέξη Τσίπρα στην Τουρκία — την οποία επίσκεψη ο κ. Μητσοτάκης επεδίωξε να απαξιώσει εκ των προτέρων, εκτιμώντας, πέραν πάσης διπλωματικής λογικής, αλλά και συγκεκριμένης ευρωπαϊκής πολιτικής αντίληψης, ότι από ελληνικής πλευράς «δόθηκε υψηλό αντιστάθμισμα για μια κάποια ασαφή περίοδο εκτόνωσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις» — χωρίς, φυσικά, να μπει στον κόπο να εξηγήσει ποιο αντιστάθμισμα εννοούσε.
Μετά από τέτοιας λογής προχειρότητες εκ μέρους του αρχηγού του, δεν εκπλήττει το αίτημα που κατέθεσε, με την έναρξη του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, ο εκπρόσωπος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης: Επικαλούμενος ως επιχείρημα το ότι η χώρα βρίσκεται «σε έτος εκλογικό», ο κ. Κουμουτσάκος ζήτησε η απερχόμενη, όπως είπε, κυβέρνηση να μην προχωρήσει (τους επόμενους πολλούς μήνες, υποθέτουμε) «σε μείζονες αποφάσεις όσον αφορά καίρια και ζωτικά ζητήματα της χώρας».
Με άλλα λόγια, η αξιωματική αντιπολίτευση ζητά οι κυβερνήσεις να μην προβαίνουν, κατά το τελευταίο, ας πούμε, έτος της θητείας τους, σε πρωτοβουλίες ή κινήσεις «που μπορούν να δεσμεύσουν τις επόμενες κυβερνήσεις της χώρας» — αυτολεξεί ο κ. εκπρόσωπος…
Θα μπορούσε η αξιωματική αντιπολίτευση να το εισηγηθεί και ως συνταγματική τροπολογία όταν θα επανεκκινήσει τώρα το Μάρτιο η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Δεν θα το κάμει, φευ... Δύσκολα θα μπορούσαν, ακόμη και αυτοί να φανταστούν μια χώρα που για μήνες δεν θα έπαιρνε σοβαρές αποφάσεις για να μη δυσκολευτούν οι… επόμενοι. Ως εάν (πέραν όλων των άλλων) να ήταν προεξοφλημένο και γνωστό ποιοι θα ήταν αυτοί οι επόμενοι… Εκτός αν εδώ εξυπονοείται ότι μπορούν και να παραβλεφθούν οι κάλπες… Αλλά θα ήταν, ομολογουμένως, υπερβολικό να χρεωθεί κάτι τέτοιο ακόμη και στην συγκεκριμένη αξιωματική αντιπολίτευση.
Λιγότερο παράδοξο –έως και αναμενόμενο— ακούγεται ό, τι ακολούθησε, ως αντήχηση της τοποθέτησης του κ. Κουμουτσάκου: η τοποθέτηση του κ. Ανδρέα Λοβέρδου, κατά την οποία ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ ζήτησε «από τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών να αποφύγουν στους τελευταίους δύο ή το πολύ πέντε μήνες που θα είναι ακόμα στις θέσεις τους να δεσμεύσουν τη χώρα σε σοβαρά θέματα εξωτερικής πολιτικής».
Θα σοβαρευτούμε οδεύοντας προς τις εκλογές ή θα συνεχίσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, έρμαια της επιλογής μας —ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία— να προχωρήσουμε μαζί;
Όχι τίποτε άλλο, κύριοι, αλλά μας ακούν κι οι ξένοι… Οι χρηματαγορές, οι επενδυτές, ο κ. Ερντογάν, οι οίκοι αξιολόγησης, οι Βρυξέλλες …

Κωστής Γιούργος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet