Κώστας Μελάς: «Ο Μύθος των Αποτελεσματικών  Αγορών», εκδόσεις Αγγελάκη



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η χρηματιστηριοποίηση και η διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας των αναπτυγμένων χωρών της Δύσης αποτελεί πλέον ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός, που τις συνέπειές του αισθάνεται ολόκληρος ο πλανήτης.
Θα μπορούσαμε να ορίσουμε την χρηματιστηριοποίηση ως την αυξανόμενη σημασία των χρηματοπιστωτικών αγορών, των χρηματοπιστωτικών αντιλήψεων, των χρηματοπιστωτικών θεσμών και των χρηματοπιστωτικών ελίτ στη διαχείριση της οικονομίας και στη διοίκηση των οργανισμών σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Η χρηματιστικοποίηση

Η χρηματιστικοποίηση μετατρέπει τις λειτουργίες της οικονομίας αλλά και τους θεσμούς εντός των οποίων λειτουργεί. Έτσι η έννοια της χρηματιστικοποίησης καλύπτει ένα ευρύ φάσμα φαινομένων: την αποκανικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και τη δημιουργία εξ αυτού του γεγονότος, νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, την απελευθέρωση της κίνησης των διεθνών κεφαλαίων και την αυξανόμενη αστάθεια των αγορών των συναλλαγματικών ισοτιμιών, μια στροφή προς την αγοραία αντίληψη λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την ανάδειξη των θεσμικών επενδυτών ως των μεγαλύτερων παικτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές, την πτώση και την άνοδο των τιμών των στοιχείων του ενεργητικού, την ανάδυση των μετόχων ως κυρίαρχων παραγόντων στο χρηματοπιστωτικό παιγνίδι, ουσιαστικά την αλλαγή του ρόλου των τραπεζών στην οικονομική διαδικασία. Επίσης, ουσιαστική είναι και η επίδραση στον ιδεολογικό και ψυχολογικό τομέα λειτουργίας των συμμετεχόντων στην αγορά.
Σε επίπεδο επιχείρησης, η χρηματιστηριοποίηση ανάδειξε πάνω από όλα την κυριαρχία των μετόχων και τη μεγιστοποίηση της αξίας των μετοχών ενάντια σε όλους τους υπόλοιπους στόχους της επιχείρησης. Η αλλαγή αυτή ήλθε παράλληλα με τη δημιουργία και την ανάδυση διαφόρων μορφών «θεσμικών» κεφαλαίων – συνταξιοδοτικών, αμοιβαίων, αντιστάθμισης (pension funds, mutual funds, hedge funds) οι διαχειριστές των οποίων εκμεταλλευόμενοι το μέγεθός τους επιδιώκουν συνεχώς και ακαταπαύστως τη μεγιστοποίηση των αποδόσεων τους χρησιμοποιώντας υποτίθεται όλες τις γνωστές χρηματιστηριακές μεθόδους (καλύτερη πληροφόρηση, διαφοροποίηση των επενδύσεων και άρα των κινδύνων, χαμηλότερα συναλλακτικά κόστη κτλ.). Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι τα μεγάλα «θεσμικά» κεφάλαια στη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους αποτελούνται από τις ατομικές – μικρές αποταμιεύσεις των μισθωτών, των εργαζομένων, των αυτοαπασχολούμενων κτλ - οι οποίοι επιζητούν συνεχώς υψηλότερες αποδόσεις, η επίτευξη των οποίων γίνεται εμμέσως πλην σαφώς εις βάρος των δικών τους εργασιακών κατακτήσεων, της απασχόλησης, της σωστής ανταμοιβής της εργασίας τους κτλ. Επιβάλλεται, επομένως, στο σύνολο της οικονομίας η λογική των βραχυπρόθεσμων ή σωστότερα η λογική των αποδόσεων σε συνεχή πραγματικό χρόνο ως μέτρο αποτίμησης όλων των οικονομικών ενεργειών, του κράτους, των επιχειρήσεων, της εργασίας.
Παράλληλα με αυτές τις εξελίξεις διαπιστώνεται η εξάπλωση στον χώρο της ακαδημαϊκής σκέψης των αντίστοιχων υποστηρικτικών θεωρητικών κατασκευών της συγκεκριμένης προβληματικής. Όλα τα εμφανιζόμενα υποδείγματα στηρίζονται στην απλή πεποίθηση της δυνατότητας ποσοτικοποίησης και υπολογισμού των μεταβλητών της αξίας των χρηματοοικονομικών προϊόντων. Η δυνατότητα αυτή, υποστηρίζεται, προέρχεται από τη χρήση μαθηματικών και στατιστικών εργαλείων και προσεγγίσεων. Ένα τυπικό πρόβλημα της αριθμητικά προσδιορισμένης ποσοτικής ανάλυσης είναι η ανάπτυξη υποδειγμάτων για την αποτίμηση, αντιστάθμιση, διαχείριση κινδύνου και σύνθετων παραγώγων προϊόντων. Χρησιμοποιούνται μαθηματικά και στατιστικά υποδείγματα που βασίζονται στα πλέον πρόσφατα επιτεύγματα των συγκεκριμένων κλάδων. Παράλληλα, επιχειρείται να μεταφερθεί στα χρηματοοικονομικά υποδείγματα όχι μόνο η προερχόμενη «τεχνογνωσία» από το χώρο των φυσικών επιστημών αλλά και η λογική που τις διέπει.

Το υπόδειγμα της αποτελεσματικής αγοράς

Από τη δεκαετία του 1970, η χρηματοοικονομική βρίσκεται απόλυτα εγκλωβισμένη στην πνευματική έλξη και στη διανοητική επήρεια του υποδείγματος της αποτελεσματικής αγοράς.
Το παράδειγμα που προέρχεται από τον ακαδημαϊκό χώρο έγινε εξαιρετικά δημοφιλές και εκτός της πανεπιστημιακής κοινότητας, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει συνολικά σε αυτό που ονομάζουμε πλανητικές αγορές.
Κύρια χαρακτηριστικά του υποδείγματος είναι τα ακόλουθα:
Πρώτον, οι χρηματοπιστωτικές αγορές κατανέμουν αποτελεσματικά τους αποταμιευτικούς πόρους στα πλέον ελπιδοφόρα επενδυτικά σχέδια, μεγιστοποιώντας έτσι την κοινωνική ευημερία.
Δεύτερον, οι τιμές των στοιχείων του ενεργητικού αντανακλούν τα βασικά οικονομικά μεγέθη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ότι το ίδιο το σύστημα δεν παράγει κρίσεις, φούσκες και καταρρεύσεις.
Τρίτο χαρακτηριστικό του παραδείγματος της αποτελεσματικής αγοράς είναι η ικανότητα των αγορών για αυτορρύθμιση. Οι θιασώτες του εν λόγω υποδείγματος υποστηρίζουν ότι οι χρηματοοικονομικές αγορές μπορούν να οδηγηθούν σε τέλεια ρύθμιση και συνεπώς οι ρυθμιστικοί κανονισμοί από τις κυβερνήσεις ή τις κεντρικές τράπεζες είναι περιττοί, ακόμη και επιζήμιοι, γιατί στην ουσία πρόκειται για γραφειοκρατικούς μηχανισμούς που μόνο εμπόδια θέτουν στην ομαλή λειτουργία της αγοράς.

Γιατί καταλήγει πάντα σε αποτυχία

Μετά από 40 σχεδόν χρόνια η εμπειρική έρευνα έχει δείξει ότι η αγορά δεν είναι καθόλου αποτελεσματική. Σε όλες τις αγορές των χρηματοοικονομικών προϊόντων, οι αποδόσεις δεν κατανέμονται κανονικά. Οι αποδόσεις παρουσιάζουν μια κατανομή με πλατιά ουρά, δηλαδή μεγάλες αλλαγές στις τιμές της εμφανίζονται με πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα από την πιθανότητα που λαμβάνεται από μια κανονική κατανομή. Η εμφάνιση της πλατιάς ουράς συνδέεται στενά με την εμφάνιση των φουσκών και των καταρρεύσεων.
Η εμπειρική διερεύνηση της γενικής υπόθεσης «τυχαίου περιπάτου» αλλά και της ειδικότερης υπόθεσης της αποτελεσματικής αγοράς σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία, οδηγεί σχεδόν αβίαστα στην ανάδειξη τόσο σημαντικών αδυναμιών που ισοδυναμούν με απόρριψη της βασικής θεωρητικής υπόθεσης. Οι χρηματοοικονομολόγοι με διάφορους τρόπους κάνουν τα υποδείγματά τους όλο και πιο σύνθετα ελπίζοντας να «πλησιάσουν» την πραγματικότητα, χωρίς όμως επιτυχία. Ενώ αυτές οι προσπάθειες εντάσσονται σαφέστατα στην προσπάθεια διεύρυνσης της θετικής ευρετικής του υποδείγματος, γεγονός απολύτως θεμιτό, αποδεικνύονται όχι γόνιμες. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε με απλά λόγια ότι οι χρηματοοικονομολόγοι προσπαθούν να ταιριάξουν «τον κανόνα» πάνω στα δεδομένα ώστε ενδεχομένως να ανταποκρίνεται σε αυτά. Η όλη προσπάθεια, παρά τις συγκυριακές ελπίδες που δημιουργεί λόγω τυχαίων γεγονότων, τους τόνους χαρτί που καταναλώνεται και τις αμέτρητες ώρες συζητήσεων, καταλήγει πάντα σε αποτυχία. Το γιατί μπορεί να ειπωθεί με πολλούς τρόπους που ουσιαστικά συμπυκνώνονται σε ένα: το ανθρώπινο περιβάλλον διαρκώς μεταβάλλεται με αποτέλεσμα τα γεγονότα να καθίστανται απρόβλεπτα. Υπάρχει και στην εξελικτική βιολογία ένα παρόμοιο πρόβλημα όταν τίθενται ζητήματα πρόβλεψης στη γενετική των πληθυσμών.
Για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων το πρωταρχικό υπόδειγμα που χρησιμοποιείται είναι η αρχή ή νόμος των Hardy – Weinberg, μια απλή εξίσωση πιθανοτήτων που βασίζεται στη στοιχειώδη μεντελιανή γενετική. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες που έχουν καταβάλει οι πληθυσμιακοί γενετιστές να βελτιώσουν τα υποδείγματά τους κάνοντάς τα πιο σύνθετα και προφανώς πλησιέστερα προς τη φύση δεν έχουν καταφέρει να παράγουν ακριβείς προβλέψεις για την εξέλιξη της φύσης. Παράγουν ακριβείς προβλέψεις στους εικονικούς κόσμους του εργαστηρίου οι οποίοι περιορίζονται από τις επιλεγμένες προς αξιολόγηση υποθέσεις ή συχνά ταιριάζουν σε προσεκτικά χειριζόμενους πληθυσμούς ζώων και φυτών. Στο εργαστήριο αδυνατούν, όπως είπαμε, να προβλέψουν την εξέλιξη της φύσης. Οι θεωρητικοί των αποτελεσματικών αγορών και όσοι τους ακολουθούν, βασιζόμενοι σε αρχές που προκύπτουν μόνο από την περιγραφή και τη στατιστική ανάλυση, βρίσκονται σε απόλυτα μειονεκτική θέση. Αγνοούν τα θεμελιακά προβλήματα των επιστημών . Ή μάλλον, μερικοί από αυτούς, τα αγνοούν σκοπίμως έχοντας σαφή γνώση για αυτά. Συμπεριφέρονται με αυτό τον τρόπο πιστεύοντας ότι έτσι δεν εμπλέκονται στις σοβαρά και περίπλοκα προβλήματα των θεμελιωδών επιστημών. Η τακτική τους είναι να επιχειρούν τη λύση των προβλημάτων σε επίπεδο μικροθεμελίωσης, χρησιμοποιώντας όσο το δυνατόν μικρότερο αριθμό υποθέσεων. Με αυτόν τον τρόπο στοχεύουν στην κατασκευή υποδειγμάτων με ευρύτατη δυνατόν εφαρμογή και για το λόγο αυτό προβαίνουν σε τεχνικές αφαιρέσεις τόσο ακραίες, ώστε τα υποδείγματα δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε περισσότερο από απλές ασκήσεις εφαρμοσμένων μαθηματικών, οι οποίες ως τέτοιες είναι εσωτερικά συνεπείς αλλά τίποτε περισσότερο όσον αφορά στην εξήγηση και κατανόηση της πραγματικότητας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet