Μια συζήτηση με τον Δημήτρη Σερεμέτη, αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, μέλος της διοίκησης του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου



Στη συζήτηση συμμετείχαν οι Κωστής Γιούργος Παύλος Κλαυδιανός και Μπάμπης Κοβάνης

Όλο και πιο σταθερά η οικονομία γίνεται το κεντρικό πεδίο σύγκρουσης αξιωματικής αντιπολίτευσης και κυβέρνησης, παρά τις οξείες αψιμαχίες σε δευτερεύοντα ή τριτεύοντα, τρέχοντα. Είναι και δική σου εκτίμηση;
Νομίζω ότι συμφέρει όποια πλευρά έχει να καταθέσει θέσεις προοδευτικές και ρεαλιστικές το να πάει η συζήτηση ακριβώς στην ουσία, στην οικονομία: στον τρόπο με το οποίο η οικονομία θα ξεπεράσει τις συνέπειες που είχαν οι πολιτικές της μνημονιακής λιτότητας και θα αναπτυχθεί. Πρέπει να συζητήσουμε με ποιον τρόπο θα μπορέσουμε, από εδώ και εμπρός, να βαδίσουμε. Να χαράξουμε την αναπτυξιακή μας στρατηγική. Ποια είναι η πλευρά που έχει καθαρές θέσεις που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας είναι ένα ερώτημα. Οι πολίτες οφείλουν να προβληματιστούν και να διακρίνουν.

Θετικός απολογισμός, σε ένα πολύ αρνητικό κλίμα


Όντως ο Αλέξης Τσίπρας έχει επανειλημμένως πει «η οικονομία είναι το ατού μας». Το υπηρετεί, ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό στην καθημερινή του παρέμβαση;
Βλέπω ότι συχνά διολισθαίνει στο αντίθετο. Σε αντιπαραθέσεις τις οποίες σχεδιάζει η αντιπολίτευση, επειδή εκτιμά ότι την συμφέρουν επικοινωνιακά. Είναι αστοχία; Έχω την αίσθηση ότι γλιστρά και παγιδεύεται. Γιατί κάποια ευτελή θέματα και τα σχετικά πυροτεχνήματα που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή αντιπαράθεση, δημιουργούν πραγματικά πολύ θόρυβο, χάρη στη συνδρομή των μέσων ενημέρωσης. Κάπως έτσι επιβάλλεται αυτό που λέγεται «ατζέντα» την καθημερινή πολιτική συζήτηση. Όποιος μπορεί να ορίζει την ατζέντα και έχει την πρωτοβουλία να θέτει τα ζητήματα, αναγκάζει, έως ένα βαθμό, τον αντίπαλο να τρέχει από πίσω.

Η προσέγγισή σου υποδηλώνει ότι εσύ πιστεύεις ότι υπάρχουν στοιχεία ικανά να πείσουν ότι η οικονομία βρίσκεται σε πορεία, μετά την έξοδο από την κρίση, ανοδική, με θετική προοπτική.
Υπάρχει, χωρίς αμφιβολία, ένας θετικός απολογισμός. Σε ένα πολύ αρνητικό κλίμα, σε ένα πολύ προβληματικό πλαίσιο συνεργασίας με τους ευρωπαίους, το αποτέλεσμα είναι θετικό. Αν θέλετε είναι πολύ καλύτερο από ό,τι περιμέναμε πάρα πολλοί από εμάς. Οι προοπτικές έχουν να κάνουν, σε μεγάλο βαθμό με αυτά τα θέματα που αφορούν τον κόσμο και περιμένει να ακούσει. Νομίζω ότι η απαίτηση της κοινωνίας είναι αυτή, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες που υπάρχουν, και είναι πολλές. Δεν μπορώ να πω ότι μπήκαμε οριστικά σε μια θετική, αναπτυξιακή διαδρομή. Επειδή, όμως, πρέπει να μην καθυστερούμε, πρέπει να γίνει σοβαρή συζήτηση για την αναπτυξιακή στρατηγική. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που βεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Το πιο πρόσφατο είναι η κάλυψη του δεκαετούς ομολόγου, οι σταθερές δημοσιονομικές επιδόσεις, η αύξηση της απασχόλησης. Οι έπαινοι που ακούγονται απ’ όλες τις πλευρές δεν έχουν μικροπολιτική σκοπιμότητα. Έχουν ουσία.

Αναφέρεσαι κυρίως σε ευρωπαίους αξιωματούχους;
Μιλώ για τη γενική αναγνώριση ότι αυτή τη στιγμή η χώρα έχει την πιο αξιόπιστη και παραγωγική ηγεσία που είχε τα πολλά τελευταία χρόνια το υπουργείο Οικονομικών - και δεν μιλώ μόνο για την περίοδο της κρίσης. Μπορώ να υποστηρίξω ότι αξιόπιστοι, πραγματικά, δεν υπήρξαμε ποτέ πριν. Είναι η μόνη περίοδος όπου αυτό που λέμε γίνεται, σε όλα τα επίπεδα. Όσες δεσμεύσεις αναλαμβάνουμε, καλώς ή κακώς, - σε μεγ��λο βαθμό εξαναγκασμένοι τις αναλαμβάνουμε- τις τηρούμε και αυτό αναγνωρίζεται. Δεν ήταν η προϊστορία της συνεργασίας μας με τους Ευρωπαίους τέτοια.

Το λένε, έμμεσα, αξιωματούχοι σε διάφορες ευκαιρίες.
Μα φυσικά, πώς να μην το αναγνωρίσουν;


Η αντιπαράθεση δημιουργεί εικόνα αστάθειας


Πρόσφατα, η ΝΔ και ο Κ. Μητσοτάκης επιχειρούν να ιδιοποιηθούν θετικές εξελίξεις, όπως η έκδοση δεκαετούς ομολόγου, λέγοντας ότι είναι αποτέλεσμα της πρόβλεψης των αγορών πως θα νικήσει η ΝΔ.
Πρόκειται για ισχυρισμό που δεν έχει καμιά απολύτως σοβαρότητα. Πρώτα απ’ όλα διότι αυτοί επιτελείς των οργανισμών και των μηχανισμών που πρωταγωνιστούν σε αυτά δεν αξιολογούν με κριτήριο τις προβλέψεις των δημοσκοπήσεων και τις βραχυπρόθεσμες προσδοκίες κάποιων πολιτικών σχολιαστών. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο η οξύτητα της πολιτικής έντασης που διατηρείται εδώ και καιρό θα αρκούσε για να ωθήσει τους παράγοντες των χρηματοπιστωτικών αγορών σε πολύ αρνητικές εκτιμήσεις. Το τρέχον επίπεδο του πολιτικού διαλόγου είναι ένα κλίμα εντελώς συγκρουσιακό και εξαιρετικά αρνητικό για τον οποιοδήποτε λέγεται διεθνής επενδυτής, χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο κτλ., γιατί υποδηλώνει αστάθεια του πολιτικού συστήματος. Οι κύκλοι αυτοί δεν είναι δυνατό να εξαρτούν τις προβλέψεις τους, τις προοπτικές της κερδοφορίας τους εν τέλει, από δημοσκοπήσεις, ελεγχόμενες, μάλιστα, από κάθε άποψη. Οι μελέτες λένε ότι δεν κρίνουν, απολύτως, ούτε καν με βάση τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας. Παίρνουν σοβαρά υπόψη το κλίμα που δημιουργείται και σε αυτό συντρέχουν πολλοί παράγοντες. Παίζει ρόλο το επίπεδο της αντιπαράθεσης που εδώ είναι πολύ αρνητικό, όπως είπα γιατί δημιουργεί εικόνα αστάθειας. Το επιτόκιο, με βάση την κατάσταση της οικονομίας, θα μπορούσε πράγματι να είναι χαμηλότερο. Ο επενδυτής θέλει να εξασφαλίσει ότι θα πάρει το υψηλότερο δυνατό επιτόκιο, αλλά για μια περίοδο της οποίας η εξέλιξη θα είναι κατά το δυνατό εγγυημένη και ελεγχόμενη.

Αυτό συμπίπτει με αυτό που λέει η κυβέρνηση, ότι δηλαδή υπάρχει ένας καθαρός διάδρομος 10 – 12 ετών.
Μα το λέει και το ΔΝΤ, ότι δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα διαχείρισης του χρέους μέχρι το 2032. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, όπως και ότι τα διεθνή επιτόκια είναι πάρα πολύ χαμηλά. Η χώρα αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία για χρηματοπιστωτικές τοποθετήσεις αυτήν την περίοδο. Και για τις επενδύσεις ισχύει το ίδιο. Ωστόσο, για τις επενδύσεις σε φυσικό κεφάλαιο δεν εκδηλώνεται η ίδια διάθεση. Και εκείνες, τις παραγωγικές επενδύσεις δηλαδή, τις έχουμε πολύ μεγαλύτερη ανάγκη από τις τοποθετήσεις στα δεκαετή ομόλογα.

Αναζητείται χρυσή τομή για το κόκκινα δάνεια

Θα ξαναέλθουμε στο θέμα αυτό που είναι και κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης με τη ΝΔ. Πάμε αλλού. Προσφάτως δυο εκθέσεις, μια της Κομισιόν και μία του ΔΝΤ επέλεξαν να δείξουν μια αυξημένη αυστηρότητα ως προς την εποπτεία. Είναι έτσι;
Θα έλεγα ότι αυτό συναρτάται, κυρίως, με το στοιχείο υπερβολής που παρατηρείται σε ορισμένες κυβερνητικές διακηρύξεις. Οι δανειστές κατανοούν ασφαλώς ότι στο πλαίσιο μιας προεκλογικής χρονιάς δεν είναι δυνατό να μην γίνει μια κάποια πλειοδοσία υποσχέσεων απ’ όλες τις πλευρές. Άλλωστε, η αντιπολίτευση πρωτοστατεί σε αυτήν την πλειοδοσία, π.χ. με τις μεγαλοστομίες ότι θα μειώσουν τα συμφωνημένα πρωτογενή πλεονάσματα, ότι θα διορθώσουν θεαματικά τη φορολογία κτλ. Μεγαλόστομες, όμως, θεωρώ ότι είναι και οι διαβεβαιώσεις ότι δεν θα μειωθεί το αφορολόγητο και μια σειρά άλλα λιγότερο ή περισσότερο σοβαρά. Ίσως, οι δανειστές κρίνουν ότι για να κατέβουν λίγο οι τόνοι έχει νόημα κάποια πράγματα να ειπωθούν από την πλευρά τους πιο αυστηρά. Εκτιμώ ότι δεν υπάρχει εδώ κάτι περισσότερο.

Τα κόκκινα δάνεια είναι κεντρικό σημείο στον δύσκολο διάλογο που αναπτύσσεται. Υπάρχει ουσιαστική διαφορά.
Ναι υπάρχει ουσιαστική διαφορά, είναι σοβαρό το πρόβλημα. Οι λύσεις που βρίσκονται στο νομοπαρασκευαστικό στάδιο αποτελούν νομίζω ικανοποιητικούς συμβιβασμούς.. Υπάρχει σημαντική διαφωνία αναφορικά με την προστασία της πρώτης κατοικίας που έχει υποθηκευθεί για επιχειρηματικά δάνεια.

Εδώ η διαφορά είναι και ιδεολογική.
Όχι μόνο. Έχει μια κάποια πραγματική βάση. Σε ορισμένο βαθμό, ο δανεισμός που δόθηκε, με ευθύνη κατά βάση των τραπεζών, υπήρξε «αεριτζίδικος». Είναι ένα πραγματικό ζήτημα ότι η παραγωγική μηχανή δεν μπορεί να παίρνει το μήνυμα ότι οι καταχρηστικές πρακτικές όχι μόνο δεν τιμωρούνται αλλά «επιβραβεύονται». Είναι ιδεολογικό θέμα η εμμονή ότι το ζήτημα αυτό είναι αποκλειστικά θέμα του λεγόμενου “moral hazard”, της πρακτικής εκείνης που σημαίνει, όπως θα λέγαμε, ότι «κάνεις μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα». Αλλά οι λεγόμενοι «στρατηγικοί κακοπληρωτές» υπάρχουν κι αυτοί. Άρα υπάρχει και ένα πραγματικό ζήτημα. Πρέπει λοιπόν να βρεθεί μια χρυσή τομή που θα υπερασπίζεται αυτόν που δεν μπορούσε να πληρώσει το δάνειό του λόγω της κρίσης, χωρίς να προστατεύει τους κακοπληρωτές.

Ανάγκη για επιτάχυνση της οικονομικής μεγέθυνσης


Το ΔΝΤ επικεντρώνει και κινδυνολογεί στο δημοσιονομικό. Εμπλέκει μάλιστα και τις δικαστικές αποφάσεις. Εσύ τι νομίζεις;
Ως προς τα δικαστικά, είναι αντικειμενικό αυτό. Χωρίς αυτά η διαδρομή μπορεί να είναι εξαιρετική. Οι δημοσιονομικές προβλέψεις είναι πάρα πολύ καλές και θα μπορούσε κανείς να ελπίζει σε μια φορολογική μεταρρύθμιση πραγματικά αναπτυξιακή και κοινωνικά πιο ισορροπημένη. Θα ήταν πολύ θετικό να ανοίξει αυτή η συζήτηση αν και δεν είναι εφικτό να ωριμάσει πριν τις εκλογές. Είναι κάτι που πρέπει να αρχίσει, όμως, να συζητιέται και να οργανώνεται. Η προοπτική αυτής της αναγκαίας φορολογικής μεταρρύθμισης, νομίζω, θα υπονομευόταν από μια καθυστερημένη εισβολή των δικαστικών οργάνων στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν βλέπω το ζήτημα των αναδρομικών πρωτίστως ως αποκατάσταση αδικιών. Όχι γιατί δεν έγιναν αδικίες. Έγιναν και ήταν απαράδεκτες, αλλά δεν μπορεί με καθυστέρηση τόσων χρόνων να «αφυπνίζονται» οι δικαστές και να ασκούν δημοσιονομική πολιτική! Όφειλαν να το κάνουν πολύ νωρίτερα και είχαν τη δυνατότητα. Αν υπάρξουν τελικά τέτοιες αποφάσεις οι επιπτώσεις θα είναι σοβαρές και για το ισοζύγιο πληρωμών, με δεδομένη μια παραγωγική μηχανή τόσο αδύναμη όπως η δική μας.

Μια και μιλάμε για παραγωγική μηχανή σε ανησυχεί αυτό το -0,03% που καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ του τέταρτου τριμήνου του 2018;
Καθόλου, πιστεύω ότι θα αναθεωρηθεί όπως συνέβη και πέρυσι. Εκτιμώ ότι η πρώτη εκτίμηση είναι τόσο συντηρητική διότι έχει ξανααυξηθεί η φοροδιαφυγή, σ’ όλα τα επίπεδα. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν κατά συνέπεια χαμηλότερη την ιδιωτική κατανάλωση, κάτι που μάλλον δεν είναι αληθές και αργότερα, εκτιμώ ότι θα διορθωθεί.

Πώς βλέπεις την πορεία του ΑΕΠ ή σωστότερα την ικανότητα της παραγωγικής μηχανής;
Είτε αποδεχθούμε την εκτίμηση για αύξηση κατά 2,Ι% που κάνει το ΔΝΤ, είτε το 1,9% που υποστηρίζει η ΕΛΣΤΑΤ είμαστε πάρα πολύ πίσω, διότι το πλήγμα που έχει δεχθεί η ελληνική οικονομία δεν διορθώνεται με 2% τον χρόνο. Είναι, βέβαια, σημαντικός και κοινωνικά και οικονομικά ακόμη κι αυτός ο ρυθμός, αλλά η ανάγκη που υπάρχει είναι για μια επιτάχυνση πολύ πιο σημαντική της οικονομικής μεγέθυνσης. Πρέπει να ξεπεράσουμε το 3% και πλέον. Για να το υπογραμμίσω θα έλεγα ότι χρειαζόμαστε ρυθμό κοντά στο 5%! Αυτή είναι η ανάγκη της ελληνικής οικονομίας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν εφικτό διότι αρχίζει πάλι η ύφεση σε όλη την υπόλοιπη η Ευρώπη. Είναι αρνητικό στοιχείο ότι το 2018 έκλεισε με επενδύσεις που δεν επιβεβαίωσαν την αυξητική τάση του 2017. Υπάρχει όμως ανάγκη για περισσότερες και μεγάλες επενδύσεις.

Το 3,5% πλεόνασμα είναι αφαίμαξη, αλλά χρειάζεται σοβαρότητα


Εδώ είναι και το πεδίο κριτικής της ΝΔ. Θα φτιάξει, λέει, εκείνη ένα φιλοεπενδυτικό κλίμα κτλ, κτλ. Ιδίως με μείωση της φορολογίας.
Οι επιχειρήσεις πάντοτε θέλουν να μειωθεί η φορολογία. Όπου και όποτε ρωτήσεις, αυτό θα σου πουν. Το θεωρούν το μεγαλύτερό τους πρόβλημα στη Γερμανία, την Ελλάδα, παντού. Είναι ένα ζήτημα η υψηλή φορολογία αλλά δεν είναι το κυρίαρχο. Για την υλοποίηση επενδύσεων προέχουν οι προοπτικές κερδοφορίας. Χωρίς αυτές περιορίζονται οι επενδύσεις, όποιοι κι αν είναι οι φορολογικοί συντελεστές. Αν μιλάμε, πχ, για επένδυση που απευθύνεται στην εσωτερική αγορά χρειάζεται μια σθεναρή εγχώρια ζήτηση. Αν στρέφεται στις εξαγωγές χρειάζεται διατηρήσιμη εξωτερική ζήτηση. Αυτή τη στιγμή η Ευρώπη ξαναμπαίνει σε ύφεση, το διεθνές εμπόριο υποφέρει από τα προστατευτικά μέτρα Τραμπ. Η ελκυστικότητα της οικονομίας προς τις επενδύσεις πρέπει να υποστηριχθεί και σε αυτό θα συνέβαλε πχ, η αντιμετώπιση της παραοικονομίας, η βελτίωση της δικαστικής υποστήριξης που είναι ανεπαρκέστατη κ.ά.

Πρόβλημα υπάρχει και με το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Υποεκτελείται.
Σίγουρα. Μια καλή ιδέα, εδώ προχωρεί η κυβέρνηση, είναι η κατάρτιση εφεξής ενός τριετούς προγράμματος, κάτι που θα συνέβαλε δραστικά να μετατραπεί το ΠΔΕ από απλός ταμειακός λογαριασμός σε πραγματικό πρόγραμμα επενδύσεων. Το τριετές πρόγραμμα, πιστεύω, να επιτρέψει στις κυβερνήσεις να εντάσσουν στο ΠΔΕ σημαντικά έργα για τις δημόσιες υποδομές.

Εδώ συναντάμε και την υποχρέωση για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ. Άνοιξε πρόσφατα μια συζήτηση, γι’ αυτό.
Δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι ο 3,5% είναι μια πραγματική αφαίμαξη. Θα έπρεπε να μην έχει υπάρξει. Αλλά εάν αυτή τη στιγμή εκβιαστεί μια τέτοια συζήτηση, όπως επιδιώκει η ΝΔ, νομίζω ότι τα πράγματα δεν θα πάνε καλά ούτε στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης ούτε στις προοπτικές να καταλήξει κάποια στιγμή σε κάτι θετικό. Χρειάζεται περισσότερη σοβαρότητα. Η κυβέρνηση, αυτή τη στιγμή, δείχνει σύνεση που δεν θέτει το ζήτημα, αν και είναι κοινό μυστικό ότι η οικονομία επιβαρύνεται πολύ από αυτή τη δέσμευση. Και πολύ κακώς λέει η ΝΔ ότι θα το θέσει όταν και αν αναλάβει αμέσως. Αυτός είναι αναμφίβολα ο λαϊκισμός, διότι γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι Ευρωπαίοι δεν θα το δεχθούν έτσι.

Υπάρχουν συγκριτικά πλεονεκτήματα στην πραγματική οικονομία ανεκμετάλλευτα ακόμη;
Νομίζω, ναι υπάρχουν σε όλους του γνωστούς κλάδους για τους οποίους μιλάμε. Το γεγονός ότι μέρος του ανθρώπινου δυναμικού συστηματικά απασχολείται σε έργα χαμηλότερων απαιτήσεων από αυτά που αντιστοιχούν στις πραγματικές του δεξιότητες δείχνει ότι υπάρχει μια δυναμική προοπτική. Μια επενδυτική ενίσχυση των παραγωγικών δομών, θα μπορούσε, ενδεχομένως, αυτούς τους ανθρώπους να τους αξιοποιήσει έτσι ώστε να αυξηθεί σημαντικά η παραγωγικότητα. Αυτή τη στιγμή έχουμε πρόβλημα με την παραγωγικότητα πολύ μεγάλο. Και πώς να μην έχουμε όταν ένας μηχανικός, για παράδειγμα, ετεροαπασχολείται σε διοικητικές δουλειές ή εγκλωβίζεται σε ακόμη λιγότερο εξειδικευμένα έργα; Νομίζω ότι σε όλους τους κλάδους, στην επεξεργασία ποτών και τροφίμων, στα καύσιμα και λιπαντικά, στον τουρισμό, στη φαρμακοβιομηχανία κ.ά. έχουμε αντίστοιχη υστέρηση. Εάν γίνονταν επενδύσεις που προάγουν τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και αξιοποιηθούν πιο αποδοτικά οι εργαζόμενοι σε θέσεις εργασίας υψηλότερων απαιτήσεων, τότε πραγματικά θα εκδηλωθούν όλα τα δυνητικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Απαιτούνται επενδύσεις σε φυσικό κεφάλαιο και τις σύγχρονες τεχνολογίες που να αξιοποιούν ανθρώπινο δυναμικό.

Οι υπερβολές φθείρουν την κυβερνητική αξιοπιστία


Υπάρχει και ένα ζήτημα σχετικά με το ηθικό του κόσμου. Αυτή η καθημερινή καταστροφολογία, καχυποψία, από τον Τύπο, αποθαρρύνει, κάθε πρωτοβουλία, όταν πάει να εμπεδωθεί ότι κάτι πάει να αλλάξει.
Θεωρώ ότι εδώ πρέπει να ξεπεραστεί μια εγγενής αντιξοότητα. Δεν είμαι ειδικός στα επικοινωνιακά, δεν ξέρω πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί. Χωρίς, όμως, σοβαρότητα το κλίμα δεν αλλάζει. Αυτό είναι, πραγματικά, ένα βαρύ φορτίο για την κυβέρνηση. Είναι αναγκασμένη, είναι υποχρεωμένη να είναι σοβαρή και να δείξει σοβαρότητα σε όλα. Να σύρει σε αντίστοιχη σοβαρότητα και την αντιπολίτευση. Και όπου ξεγλιστρά και κάνει παραχωρήσεις και της ξεφεύγει καμιά μεγάλη κουβέντα, κακώς της ξεφεύγει. Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα για να αλλάξει το κλίμα, είναι η εδραίωση της εμπιστοσύνης. Υπάρχει μία διάχυτη επιφυλακτικότητα στην κοινωνία. Η κυβέρνηση, διότι αυτήν αφορά η εμπιστοσύνη, δεν μπορεί να παρασύρεται σε αντιπαραθέσεις ανούσιες και διαλυτικές όσο και αν είναι υποχρεωμένη κάτι να απαντήσει. Αλλά ούτε μπορεί να υπόσχεται πράγματα που δεν υλοποιούνται στο χρονοδιάγραμμα που προαναγγέλλεται, όπως συμβαίνει με την παράταση της εκκρεμότητας των κόκκινων δανείων, της ρύθμισης για τις 120 δόσεις. Θα ήταν όλα καλύτερα εάν οι υποσχέσεις που δόθηκαν ήταν πιο μετριοπαθείς, πιο συγκρατημένες εφόσον δεν είχε ωριμάσει αρκετά η λύση. Οι υπερβολές φθείρουν την κυβερνητική αξιοπιστία.
Επειδή αναφερθήκαμε στην αναπτυξιακή στρατηγική θα ήθελα να προσθέσω ότι οι ανάγκες επιτάσσουν να πάμε πολύ πιο πέρα από τα κόκκινα δάνεια, τις 120 δόσεις κ.ο.κ. Σε ένα πρόσφατο άρθρο του ο καθηγητής Κ. Χατζημιχάλης θέτει το ζήτημα για την αναγκαία μετατόπιση της υποστήριξης προς τις παραγωγικές δραστηριότητες από την προσοδοθηρία. Στη χώρα μας πρέπει όλο και πιο σθεναρά να υποστηρίζεται ο παραγωγικά εργαζόμενος, ο επιχειρηματίας που παράγει αντί για τον ενδιάμεσο, τον μεταπράτη, τον προσοδοθήρα, τον αεριτζή, αυτόν που εκμεταλλεύεται τη θέση του για να αποσπά και να ιδιοποιείται εισόδημα που δημιουργούν άλλοι. Δεν είναι κάτι που λύνεται σήμερα – αύριο, είναι θέμα προοπτικής, αλλά οφείλουμε να το ανοίξουμε. Η Αριστερά οφείλει να δείξει το πραγματικό της ενδιαφέρον για τον κόσμο που παράγει και όχι για τον κόσμο που βγάζει λεφτά και ξοδεύει. Βγαίνοντας από τη λιτότητα να αναζητήσει την ανάπτυξη της παραγωγικής εργασίας και, ειδικότερα, την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet