Με αφορμή τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τη δημιουργία «προοδευτικού μετώπου» απέναντι στην ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό, από διάφορες πλευρές προβάλλεται η ανάγκη (!) να «αλλάξει» ο ΣΥΡΙΖΑ και να αποκτήσει σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά. Ο Θόδωρος Μαργαρίτης, του ΚΙΝΑΛ, μάλιστα ζήτησε να διεξαγάγει ο ΣΥΡΙΖΑ συνέδριο, όπου θα αποφασίσει τη «μετεξέλιξή» του (άντε πάλι!) σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Άλλοι πάλι, π.χ. ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος στην ΕφΣυν, υποπτεύονται ότι όλα αυτά είναι κόλπα και απαιτούν αυτοκριτική και απτά δείγματα συμμόρφωσης. Από μια τρίτη πλευρά, τον πασοκικό κορμό του ΚΙΝΑΛ, επισημαίνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και απλώς προσπαθεί να ψαρέψει σε θολά νερά και να εμποδίσει την ανασυγκρότηση της «δημοκρατικής παράταξης» – που στην Ελλάδα ιστορικά (από τον Μεσοπόλεμο κιόλας) είναι μια άλλη ονομασία για τη συγχώνευση των δυνάμεων του φιλελεύθερου Κέντρου με μικρές σοσιαλδημοκρατικές-σοσιαλιστικές ομάδες. Μία ακόμα εκδοχή είναι (αυτό ισχυρίζονται δυνάμεις της εκτός ΣΥΡΙΖΑ Αριστεράς) ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ήδη σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.
Φαίνεται ότι η αποτυχία του εγχειρήματος του ΚΙΝΑΛ ως σύγχρονης ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας μετατοπίζει το ενδιαφέρον προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Ποιων το ενδιαφέρον, όμως; Κατά τη γνωμη μου, πρόκειται για μεμονωμένους πολιτικούς και διανοούμενους, προερχόμενους κυρίως από την Αριστερά, οι οποίοι στις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα είχαν γοητευτεί από μια εικόνα την οποία οι ίδιοι είχαν φτιάξει στο μυαλό τους για τη δυτικοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, τους είχε απογοητεύσει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, τους είχε γοητεύσει η εξέλιξή του επί Κώστα Σημίτη, σάστισαν μπρος στα συντρίμμια της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας και τώρα το ξαναπροσπαθούν.

Υπάρχει «αριστερσοσιαλδημοκρατία»;

Ενδιαφέρον παρουσιάζει μια αποστροφή σε πρόσφατο άρθρο του Γιώργου Γιαννουλόπουλου στην ΕφΣυν: «Εγώ είμαι οπαδός της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας», λέει εκεί, ξεχνώντας ότι, επί Ανδρέα Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ ήταν το αριστερότερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στην Ευρώπη. Τι είναι άραγε «αριστερή σοσιαλδημοκρατία» σε αντιδιαστολή (αυτό λέει ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος) με την σοσιαλδημοκρατία του Μπλερ και του Σρέντερ – γιατί δεν τολμάει να πει και του Σημίτη και του Ολάντ κ.ο.κ.; Για να πούμε π.χ. ότι ήταν η σοσιαλδημοκρατία του Βίλι Μπραντ αριστερή, θα πρέπει να ξεχάσουμε την απαγόρευση της απασχόλησης αριστερών στο Δημόσιο (μέχρι και οδοκαθαριστές και ταχυδρόμοι απολύθηκαν!), την οποία κατάργησε ο δεξιός Σρέντερ. Αν μιλήσουμε για την αυστριακή σοσιαλδημοκρατία, θα χρειαστεί να παραβλέψουμε ότι το αυστριακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα είναι ένα από τα πιο διεφθαρμένα κόμματα στην Ευρώπη. Θα πρέπει δηλαδή να αφήσουμε στην άκρη την πραγματική πολιτική και να μεταφερθούμε στον κόσμο της φαντασίας. Μια και αναφέρθηκα στον Γιώργο Γιαννουλόπουλο, μία παρατήρηση: δεν είναι κομψό να εγκαλείς τον ΣΥΡΙΖΑ ότι προσχηματικά μόνο αναφέρεται στην κριτική σκέψη και, για να το αποδείξεις, να προμηθεύεσαι επιχειρήματα από τον Μπογδάνο και τον Πορτοσάλτε, ιδίως όσον αφορά το ήθος και το ύφος της Αριστεράς στην Ελλάδα.
Λοιπόν, υπάρχει «αριστερή σοσιαλδημοκρατία»; Αν απαντήσουμε αρνητικά, χρειάζεται να παραβλέψουμε τη συμμαχία των σοσιαλδημοκρατών της Ισπανίας και της Πορτογαλίας με την Αριστερά, τις κινήσεις στο εσωτερικό της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας για μια νέα πλειοψηφία με την Αριστερά και τους Πράσινους, τη μεγάλη ανατροπή στο Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας. Όταν αφήνεις τις φαντασιώσεις και το κόλλημα με σχήματα του παρελθόντος, η πολιτική γίνεται περίπλοκη και ακατάλληλη για απλοϊκότητες.

Συνεργασία σοσιαλδημοκρατίας και κομμουνισμού

Η πραγματικότητα, αν προσπαθήσουμε να τη σχηματοποιήσουμε – γιατί αλλιώς πώς θα τη σκεφτούμε; –, είναι ότι και τα δύο μεγάλα πολιτικά ρεύματα του εργατικού κινήματος, η σοσιαλδημοκρατία και ο κομμουνισμός, κατέρρευσαν στο τέλος του 20ου αιώνα. Υπάρχουν διάφορες αναλυτικές προσεγγίσεις του προβλήματος και ο χώρος εδώ δεν είναι ο κατάλληλος ούτε είναι αρκετός για να τις παραθέσουμε και να τις συγκρίνουμε. Υπάρχουν και διάφορες προτάσεις για τη λύση του προβλήματος. Μία, και κατά τη γνώμη μου η μόνη ρεαλιστική, είναι αυτό που άρχισε στη Γερμανία με το κόμμα της Αριστεράς και συνεχίστηκε στην Ελλάδα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι η συνένωση δυνάμεων που έρχονται από την κομμουνιστική Αριστερά με δυνάμεις που έρχονται από τη σοσιαλδημοκρατική Αριστερά. Το αποτέλεσμα είναι κόμματα ούτε κομμουνιστικά ούτε σοσιαλδημοκρατικά ούτε μείγμα, αλλά κάτι νέο που η φυσιογνωμία του αποτυπώνεται στα προγράμματα και τα καταστατικά των δύο αυτών κομμάτων: οι φιλόσοφοι θα μας πουν ότι πρόκειται για την εγελιανή αναίρεση.
Ιστορικό ενδιαφέρον έχει ότι παρόμοιες σκέψεις είχαν γίνει και στο παρελθόν: διαβάζοντας την εισήγηση του Δημητρόφ στο 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, δεν βρίσκουμε μονάχα την αιτιολόγηση της συνεργασίας με τη σοσιαλδημοκρατία για την απόκρουση του φασισμού, αλλά και την ανάγκη να εμπλουτιστεί η κομμουνιστική πολιτική με τη σοσιαλδημοκρατική εμπειρία. Άλλες εποχές, βέβαια, και άλλα μυαλά, όμως είναι ένα στοιχείο που διαφοροποιούσε τη στάση των κομμουνιστών απέναντι στους «σοσιαλφασίστες», όπως τους έλεγαν λίγο παλιότερα.
Προπάντων, η αναφορά αυτή του Δημητρόφ μαρτυρεί την επιθυμία σύγκλισης και όσμωσης πέρα από τις άμεσες ανάγκες του αντιφασισμού. Και πράγματι, μετά το 1945, μετά την εμπειρία του φασισμού, την κοινή εμπειρία στα στρατόπεδα εξόντωσης και στις φυλακές, σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές εκφράζανε αυθόρμητα την επιθυμία για συμπόρευση, ακόμα και συγχώνευση. Αυτό δεν έγινε στη Δύση, επειδή το εμπόδισαν οι Αμερικανοί και οι σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες ενδώσανε. Στην Ανατολή έγινε, αλλά δεν πέτυχε, επειδή όσοι σοσιαλδημοκράτες διαφωνούσαν αναγκάστηκαν δια της βίας να «συμφωνήσουν» ή ξαναβρέθηκαν σε στρατόπεδα και φυλακές και επειδή, όσοι συμφώνησαν, διαπίστωσαν ότι εκείνο που τους πρόσφεραν ήταν η ένταξη σε κομμουνιστικά κόμματα ή σε σχήματα που ελέγχονταν από τους κομμουνιστές στην πιο απεχθή έκφραση του κομμουνισμού.
Σήμερα, όσα κομμουνιστικά κόμματα δεν μπόρεσαν να απαλλαγούν από τις βεβαιότητες του παρελθόντος είναι καταδικασμένα να φυτοζωούν στο περιθώριο, χωρίς ορατή επίδραση της δράσης τους στις πολιτικές, αλλά και τις κοινωνικές εξελίξεις. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, με τη σειρά τους, ζουν το δράμα της κατάπτωσης, έπειτα από μια μακρά διαδικασία προσαρμογής στο αστικό περιβάλλον που τα οδήγησε να το αποδέχονται και να το εγκρίνουν – αυτή η αποδοχή και έγκριση, βλέπεις, δεν έχει τελειωμό: πάει μέχρι και την αποδοχή του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, γιατί αυτός είναι το «πνεύμα του καπιταλισμού» – η μεταπολεμική περίοδος (1945-1990) του «κοινωνικού κράτους» ήταν η ιδιαίτερη κατάσταση με δικούς της προσδιορισμούς που δεν υπάρχουν πια. Ορισμένες φορές, όπως σε κρατίδια της Αυστρίας, πάει και μέχρι τη συνεργασία με την ακροδεξιά. Μπορεί σιγά σιγά ορισμένα από τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ή τμήματά τους να προσπαθούν να αποτινάξουν την κληρονομιά της «νέας σοσιαλδημοκρατίας», του «τρίτου δρόμου» του Μπλερ, να προτείνουν βελτιώσεις στη ζωή των εργαζομένων, όμως αυτά όλα, ακόμα και τα σημαντικότερα, δεν είναι σχέδιο για το μέλλον, δεν είναι αντιπαλότητα απέναντι στο ισχύον, εάν δεν περιλαμβάνουν τον στόχο της ένωσης όλων των δυνάμεων της Αριστεράς.

Η ελληνική σοσιαλδημοκρατία

Με την ελληνική σοσιαλδημοκρατία τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά από τα αντίστοιχα ρεύματα της Δυτικής Ευρώπης. Ξεκίνησε την πρόσφατη διαδρομή της, αφενός ως το αριστερότερο σοσιαλιστικό κόμμα στην Ευρώπη, αφετέρου ως αρχηγικό κόμμα, χωρίς δημοκρατική δομή και χωρίς οργανική σύνδεση με την εργατική τάξη. Μάλιστα, για να θεραπεύσει αυτό το έλλειμα, επιχείρησε και κατόρθωσε να διαβρώσει το συνδικαλιστικό κίνημα, να μετατρέψει τις κορυφαίες οργανώσεις του σε παρακολουθήματα του κόμματος και της κυβέρνησης, και να οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση της ηγεσίας Παναγόπουλου στη ΓΣΕΕ. Πολύ γρήγορα, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, άρχισε να προσαρμόζεται στην τότε φυσιογνωμία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας – την οποία προηγουμένως δεν έχανε ευκαιρία να καταγγείλει – και το αργότερο στην περίοδο Σημίτη προσχώρησε ολωσδιόλου στον «τρίτο δρόμο» των Μπλερ-Σρέντερ, στην πολιτική δηλαδή που τσάκισε τη ραχοκοκαλιά των γερμανών και των γάλλων σοσιαλδημοκρατών, γιατί διέρρηξε τους δεσμούς αυτών των κομμάτων με τις λαϊκές τάξεις. Η ηθική κατάπτωση ακολούθησε – κορυφή του παγόβουνου είναι η σειρά των υπουργών που κατηγορούνται και καταδικάζονται για καταχρήσεις και υπεξαιρέσεις, ενώ άλλοι απέφυγαν πρόσφατα το εδώλιο του κατηγορουμένου με την ψυχή στο στόμα.
Ωστόσο, αυτό το κόμμα εξέφρασε, μέχρι το 2012-2013, την ελληνική σοσιαλδημοκρατία, κι ας διαφωνούσαν κάποιοι αριστεροί εστέτ. Η κατάσταση άλλαξε με τη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ, όταν στελέχη του συμμετέχουν στο νέο αριστερό σχέδιο, την οικοδόμηση του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό το νέο σχέδιο το αποδέχτηκε η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που ψήφιζαν το ΠΑΣΟΚ, πολλοί άνθρωποι που είχαν στο παρελθόν υποστηρίξει τη Νέα Δημοκρατία και περίπου οι μισοί οπαδοί του ΚΚΕ. Οι μεγάλες κινητοποιήσεις – από το Κοινωνικό Φόρουμ, το αντιπολεμικό κίνημα εναντίον των εισβολών στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, την υπεράσπιση του δημόσιου Πανεπιστημίου, τη νεανική εξέγερση μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, το «κίνημα των πλατειών» ως το δημοψήφισμα του 2015 – έφεραν στο πολιτικό προσκήνιο τη μέχρι τότε «αόρατη κοινωνία» των λαϊκών τάξεων και αυτήν εξέφρασε πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ.

Οι δρόμοι είναι δύο

Σε αυτήν την εικόνα θα αντιτάξουν κάποιοι αδυναμίες, στρεβλώσεις, υπαναχωρήσεις πριν και ύστερα από τις εκλογικές νίκες του 2015. Και λοιπόν; Τι πρέπει να γίνει τώρα;
Οι δρόμοι είναι δύο. Ο ένας, που προτείνουν διάφοροι, προπάντων από τη μεριά του ΚΙΝΑΛ, αλλά όχι μόνο, είναι η οπισθοδρόμηση σε μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική που χρεοκόπησε, επέτρεψε στα δεξιά κόμματα να κυριαρχήσουν στην Ευρώπη και έκανε την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία παρακολούθημα της δεξιάς πολιτικής. Αποτέλεσμα είναι η αποστροφή των λαϊκών μαζών προς το σχέδιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, σχέδιο που γίνεται όλο και εχθρικότερο απέναντι στις λαϊκές τάξεις, όλο και αντιδημοκρατικότερο, όλο και πιο επιθετικό προς τον υπόλοιπο κόσμο και, έτσι, υποθάλπει την επάνοδο της ακροδεξιάς, του ρατσισμού και του φασισμού και δημιουργεί κινδύνους για την ειρήνη.
Ο άλλος δρόμος είναι το υπαρκτό σχέδιο της αναγέννησης της Αριστεράς. Ένα σχέδιο που εφαρμόζεται ήδη σε κυβερνητικό επίπεδο στη Νότια Ευρώπη, στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία με διαφορετικούς πρωταγωνιστές σε κάθε χώρα, διαφορετικά προβλήματα, διαφορετικές συγκρούσεις, σχέδιο επισφαλές, όπως όλα τα μεγάλα σχέδια, αλλά το μόνο ελπιδοφόρο.

Θόδωρος Παρασκευόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet