Του Ορέστη Αθανασίου

Διατυπωμένη στην αρχαιοπρεπή γλώσσα που χρησιμοποιούν οι ιεράρχες η ανακοίνωση της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος πριν δέκα περίπου ημέρες δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας: «Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος εμμένει στην απόφαση να συνεχισθεί ο διάλογος με την Πολιτεία, αλλά “να εμμείνη στο υφιστάμενο καθεστώς μισθοδοσίας των Κληρικών και των Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος„. Προσδιορίζει έτι περαιτέρω τα θέματα, στα οποία θα συνεχισθεί ο διάλογος με την Πολιτεία, ήτοι τις οργανικές θέσεις των Κληρικών και των Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων, την αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα εκκλησιαστική περιουσία έως το 1939, τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας μετά τις Συμβάσεις της 18.9.1952».

Ενταφιασμός με όλες τις δέουσες θρησκευτικές τιμές

Παρότι αναφέρεται σε συνέχιση του διαλόγου με την κυβέρνηση, η ανακοίνωση αυτή διαγράφει και τα τελευταία ψήγματα του προσυμφώνου του περασμένου Νοεμβρίου μεταξύ Αλ. Τσίπρα και αρχιεπισκόπου. Την ενταφιάζει με όλες τις δέουσες θρησκευτικές τιμές. Ήταν μια εξέλιξη που είχε προδιαγραφεί από την πρώτη απόφαση των μητροπολιτών στις 16 Νοεμβρίου 2018 λίγες μέρες μετά τη συνάντηση στο Μαξίμου.
Υπενθυμίζουμε ότι τότε Αλ. Τσίπρας και Ιερώνυμος είχαν ανακοινώσει ένα πλαίσιο συμφωνίας 15 σημείων, στα οποία προβλεπόταν πως η παύση της μισθοδοσίας των κληρικών από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών, ότι το ποσό της μισθοδοσίας θα συνεχίσει να καταβάλλεται με μορφή επιδότησης σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας καθώς και η δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.
Το σχέδιο αυτό περιείχε εξαρχής μια ρήτρα που καθιστούσε σχεδόν αδύνατη την υλοποίησή του: να μην ψηφιστεί από τη βουλή ως νόμος που αφορά τις σχέσεις κράτους-Εκκλησίας, αλλά ως συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, δηλαδή δεν θα μπορεί να τροποποιηθεί με άλλο νόμο αλλά μόνο αν συμφωνήσει και η Εκκλησία. Δηλαδή, η όποια ρύθμιση επαφίεται στην καλή της διάθεση.

Νέα μορφή εναγκαλισμού κράτους εκκλησίας

Τέτοια διάθεση δεν υπήρξε. Από την πλευρά μεγάλης μερίδας ιεραρχών προβλήθηκε ως αντίρρηση η μεταφορά της μισθοδοσίας από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών παρότι και η πρώτη μορφή του σχεδίου η Πολιτεία αναγνώριζε ότι χρωστά στην Εκκλησία για περιουσία που απαλλοτρίωσε στο παρελθόν (και μάλιστα χωρίς να διευκρινίζεται πόσα χρήματα οφείλει). Όταν η κυβέρνηση απέσυρε αυτή τη διάταξη διατηρώντας το υφιστάμενο καθεστώς, φάνηκε πως το μείζον ζήτημα που πυροδότησε την αντίδραση των μητροπολιτών αλλά και του Φαναριού (που ελέγχει τις μητροπόλεις των «Νέων Χωρών») ήταν αυτή καθαυτή η διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ένα εκκλησιαστικό ΤΑΙΠΕΔ δηλαδή), παρά το γεγονός ότι το πλαίσιο λειτουργίας του ήταν ασαφές αφού αναφερόταν γενικά σε «περιουσιακά στοιχεία των οποίων η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα αμφισβητείται, από το έτος 1952 και εφεξής» θα δημιουργούσε μπελάδες στην ίδια την Εκκλησία. Θα έπρεπε να καταγραφούν τα διαμφισβητούμενα περιουσιακά στοιχεία, να ξεκαθαριστεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς και να γίνει αποτίμησή τους. Και πάλι όμως δεν θα είχε τις εξουσίες του κοσμικού ΤΑΙΠΕΔ, αφού θα διαχειριζόταν περιουσίες που εθελοντικά θα παραχωρούσαν οι Μητροπόλεις, ενώ έσοδα και υποχρεώσεις θα επιμερίζονταν εξίσου στο Ελληνικό Δημόσιο και την Εκκλησία. Και για να μη βγει ριγμένη η Εκκλησία διευκρινιζόταν πως τα έσοδά του «με κανένα τρόπο δεν σχετίζονται και δεν συναρτώνται με τις ετήσιες καταβολές της Πολιτείας προς το Ταμείο Μισθοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος».
Κοντολογίς, αντίθετα από όσα έλεγαν οι σκληροί της ιεραρχίας που απομόνωσαν τον Ιερώνυμο και του υπαγόρευσαν την πλήρη αναδίπλωση που επισφραγίστηκε με τη τελευταία απόφαση, δεν ήταν μια παραχώρηση στον «άθεο» Τσίπρα από την «αριστερά του Κυρίου», αλλά για μια νέα μορφή εναγκαλισμού του κράτους με την Εκκλησία.
Οι ιερείς με βάση την τελευταία μορφή του σχεδίου όχι μόνο θα εξακολουθήσουν να πληρώνονται από το δημόσιο, εξασφαλίζοντας προνόμια που δεν έχουν εκατομμύρια άλλοι πολίτες της χώρας, αλλά κατοχυρώνουν αυτό το δικαίωμα στο διηνεκές ακόμη και αν ψηφιστεί η αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος. Η εκκλησιαστική περιουσία εξακολουθεί να μην είναι καταγραμμένη, ενώ το ελληνικό δημόσιο αναγνωρίζει εκ του προοιμίου ότι οφείλει γι’ αυτή. «Τι σόι ουδετερόθρησκο κράτος είναι αυτό όταν συνδιαχειρίζεται με την Εκκλησία την περιουσία;» αναρωτιόταν ο Σταύρος Ζουμπουλάκης σε συνέντευξή του στην «Εποχή» πριν μερικούς μήνες. Την απάντηση την έδωσε η απόφαση της ιεραρχίας.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet