«…Οι εκλογές γίνονται ένα παιχνίδι γύρω από ονόματα και εικόνες, παρά μια ευκαιρία να συζητήσουν οι πολίτες με τους πολιτικούς γύρω από την ποιότητα των υπηρεσιών. Το σενάριο αυτό μπορεί να φαίνεται ακραίο, αλλά δεν είναι παρά μια προέκταση της διαδικασίας που μας είναι σήμερα τόσο οικεία, ώστε περνά πια απαρατήρητη: εννοώ τη σταδιακή εξομοίωση της δημοκρατικής διαδικασίας των εκλογών, της ύψιστης έκφρασης των πολιτικών μας δικαιωμάτων, με μια διαφημιστική καμπάνια η οποία στηρίζεται, ανοιχτά πια, στις τεχνικές χειραγώγησης που χρησιμοποιούνται στην προώθηση προϊόντων…»
Κόλιν Κράουτς, Μεταδημοκρατία

Του Κ. Η. Εμμανουήλ

Αν ο δυτικός πολιτικός πολιτισμός διατηρεί την υπερηφάνεια του για το βάθος και την ποιότητα της δημοκρατικότητάς του, η πραγματικότητα του 21ου αιώνα, με τον εμπεδωμένο καπιταλισμό και τον ηγεμονικό νεοφιλελεύθερο Λόγο, έρχεται να τσαλακώσει ό,τι απέμεινε από την αισιοδοξία των μεταπολεμικών κινημάτων. Η επανάκαμψη των νεοναζιστικών μορφωμάτων, λόγου χάρη, καταδεικνύουν την πανουργία της ιστορίας, αφού οι διακηρύξεις «ενάντια στο φασισμό δεν μπορεί να έχουν ίχνος ειλικρίνειας, όταν μένουν ανέπαφες οι κοινωνικές καταστάσεις που τον παράγουν σαν φυσική αναγκαιότητα»(Μπέρτολτ Μπρεχτ).
Με τον κατακερματισμό της εργατικής τάξης και την ταξική συνείδηση να υποχωρεί, τη λαϊκή κυριαρχία να μην θεωρείται πλέον ζητούμενο και τη λογική της ανάθεσης σε «αρίστους» να κυριεύει ��ο δημόσιο βίο, η έκπτωση σε μια νέου τύπου ολιγαρχία μοιάζει περίπου αναπόδραστη. H κρίση εμπιστοσύνης στην πολιτική διαδικασία και, συνακόλουθα, στους πολιτικούς, αλλά και η απόσταση μεταξύ του πολίτη και των κέντρων λήψης των αποφάσεων -απόσταση που μοιάζει αβυσσαλέα- διευκολύνουν τις παρεμβάσεις της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» στην πολιτική ζωή. Το κεφάλαιο μοιάζει να προελαύνει κι εδώ ανεξέλεγκτα, δίχως καν το ανάχωμα της αντίδρασης λαϊκών κινητοποιήσεων.
Το πράγμα μοιάζει φυσικό για τους πολιτικούς σχηματισμούς που τοποθετούνται εντός της παραδοσιακής δεξιάς. Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την υποχώρηση του κράτους, με τις αντίστοιχες κυβερνήσεις να εκχωρούν ολοένα και περισσότερες δραστηριότητες σε ζωτικούς τομείς στους ιδιώτες-επιχειρηματίες, αυξάνει την πολιτική επιρροή της αστικής τάξης. «Οι νέες ηγεμονικές ομάδες δεν διαθέτουν μόνο περισσότερη δύναμη και πλούτο σε κοινωνίες που γίνονται ολοένα και πιο άνισες, αλλά παίζουν επίσης και τον προνομιακό εκείνο πολιτικό ρόλο που πάντα διέκρινε τις κυρίαρχες τάξεις» (Κ. Κράουτς). Τα λαϊκά στρώματα περιορίζονται στο ρόλο των υποτελών: έτσι κι αλλιώς, έχουν από τα πριν πεισθεί πως η διακυβέρνηση αποτελεί ταξικό «προσόν» άλλων.

Αποπολιτικοποίηση της πολιτικής

Ο εκφυλισμός είναι προφανής. Η κυρίαρχη τάξη δεν περιορίζεται πια να κυβερνά διά των πολιτικών κομμάτων που προασπίζουν την ελεύθερη αγορά, τις ιδιωτικοποιήσεις κ.ο.κ. και, άρα, τα συμφέροντά της. Εμπλέκει στην πολιτική ζωή τους φυσικούς εκπροσώπους της –ανθρωπολογικά υποδείγματα που τα «κατάφεραν», πρότυπα για τον κοσμάκη. Ο οποίος και τα πριμοδοτεί δια της ψήφου του.
Οι τεχνικές χειραγώγησης έχουν εξάλλου σαφή κατεύθυνση: την αποπολιτικοποίηση του πολιτικού, με την ταυτόχρονη αποϊδεολογικοποίηση και την αντικατάσταση των ιδεών με το θέαμα. Οι εκλογές, λοιπόν, ως καταναλωτικό προϊόν. Βλέπουμε έτσι την κατάρτιση των ψηφοδελτίων των κομμάτων να μην είναι πια απότοκη των αποφάσεων του συνόλου των μελών ενός κόμματος, που βασίζεται στα μέλη και στα κινήματά του, αλλά μιας «πεφωτισμένης» κλειστής ομάδας που επιλέγει πρόσωπα επί τη βάση μιας ήδη διαμορφωμένης, με αγοραία κριτήρια, δημοφιλίας. Οι όροι του διαγκωνισμού των μη πολιτικών, ενίοτε και των πολιτικών, αστέρων, κυρίως στη διεκδίκηση της χαλαρής, λεγόμενης, ψήφου των ευρωεκλογών, είναι απαράλλακτοι εκείνων της άγρας πελατών για την καλύτερη, επί παραδείγματι, οδοντόκρεμα.
Η παθογένεια της εποχής εγγίζει όλο το πολιτικό φάσμα. Κι αν στα κόμματα της δεξιάς η εκπροσώπηση της ολιγαρχίας με αυθεντικό δικό της –βλέπε Τραμπ, Μπερλουσκόνι, Μαρινάκη κ.ο.κ.- προσωπικό στην πολιτική δεν κάνει διαφορά, μιας και η υπεράσπιση των συμφερόντων του κεφαλαίου είναι ταυτοτικό ιδεολογικό τους στοιχείο, στην αριστερά τα πράγματα διαφέρουν.

Μεταδημοκρατικές υποψηφιότητες

Διότι αν η αστική μεταδημοκρατία απέμεινε το μόνο υπαρκτό πολίτευμα σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο, η αριστερά καλείται τούτο ακριβώς να το αλλάξει, υποβάλλοντας ένα διαφορετικό υπόδειγμα. Κι όμως. Σε ό,τι αφορά τα καθ’ ημάς, μόνο στο πλαίσιο της μεταδημοκρατίας μπορεί να εξηγηθεί η υποψηφιότητα της –παραιτηθείσας- Μυρσίνης Λοϊζου, ως ενδεικτική περίπτωση ενός, τάχα, δυνατού μπραντ νέιμ (βλέπε διαφημίσεις προϊόντων) που όμως φάνηκε να μην διαθέτει, ούτε κατ’ ελάχιστο, την πολιτική εκείνη αυτοσυνειδησία, η οποία θα προστάτευε, εαυτήν και αλλήλους, από όσα ακολούθησαν.
Ενδεικτική επίσης περίπτωση μεταδημοκρατικού πολιτικού προσωπικού αποτελεί και η υποψηφιότητα του Πέτρου Σ. Κόκκαλη. Μπραντ νέιμ και τούτος, άλλης κοπής, φέρει εντός του, συνειρμικά, το κεφάλαιο και τον οπαδισμό ταυτοχρόνως. Επιχειρηματίας και παράγοντας αθλητισμού, του «προοδευτικού τόξου» μεν, ταξικός αντίπαλος δε για το σύγχρονο προλεταριάτο. Διότι αριστερά δεν είναι μοναχά η αλληλεγγύη στον κατατρεγμένο –μια στάλα ανθρωπιάς αρκεί για τούτο-, ούτε τα –γενικόλογα- περί της κλιματικής αλλαγής. Είναι, πρωτίστως, ιδίως στους κατ’ επάγγελμα επιχειρηματίες, ο τρόπος που αντιμετωπίζεις την αλφαβήτα του μαρξισμού: την έννοια του κέρδους, την εκμετάλλευση της υπεραξίας, τα συμφέροντα κόσμου της εργασίας, το ρόλο του προλεταριάτου ως επαναστατικό υποκείμενο της ιστορίας εν τέλει.
Αλλά οι μεταδημοκρατίες δείχνουν να μην χρειάζονται τα ανωτέρω, ως θεωρίες ηττημένες και, άρα, ξεπερασμένες. Στους αποϊδεολογικοποιημένους «προοδευτικούς» εξάλλου χωρά και ο Μακρόν –αρχηγός κράτους δίχως κόμμα-, χωρά και η Μέρκελ, ίσως, αντιπαραβολικά με τον Όρμπαν.
Κι όμως: κανένας από τους ευκαιριακούς συμμάχους, κανένα μεταδημοκρατικό υποκατάστατο, δεν δύναται να προωθήσει τις ιδέες της Αριστεράς όσο οι παραδοσιακοί κομματικοί σχηματισμοί, ακόμα κι αν τούτοι έχασαν τη μαζικότητά τους, ακόμα κι αν φαντάζουν παρηκμασμένοι ή γραφικοί. Από κοντά και οι, ίσως αθέατες, δυνάμεις των κινημάτων εκείνων, συνδικαλιστικών ή άλλων, που επαναφέρουν το ζήτημα της ταξικής ταυτότητας και μάχονται ενάντια στις ανισότητες που επιφέρει η καπιταλιστική ολοκλήρωση.
Ενίοτε δε οι τακτικισμοί κάνουν μεγαλύτερη ζημιά από τα προσωρινά κέρδη που, πιθανώς, αποφέρουν.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet