Του Αλέξανδρου Δεληστάθη*

Ο όρος γυναικοκτονία φάνηκε να εμφανίζεται από το πουθενά στο δημόσιο λόγο με αφορμή τη φρικτή δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη στη Ρόδο. Ακούστηκε από τα κινήματα και τις οργανώσεις, εντάχθηκε στο λόγο των φορέων της πολιτείας που έχουν την ευθύνη για τις πολιτικές ισότητας των φύλων, βρέθηκε σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Και προκάλεσε αντιδράσεις, ως νεολογισμός ή ακόμα και ως ρατσιστικός εναντίον των γυναικών (αφού τους αφαιρεί την ανθρώπινη ιδιότητα) αλλά και των ανδρών. Και μετά το όνομα της Ελένης προστέθηκε το όνομα της Αγγελικής, αλλά και άλλες για τις οποίες μάθαμε μόνο την ηλικία ή την εθνικότητα, σε μία λίστα που φαίνεται να μεγαλώνει με ταχύτητα. Μέσα σε 12 μήνες (Μάρτιος 2018 – Μάρτιος 2019) 12 γυναίκες και κορίτσια υπήρξαν θύματα γυναικοκτονιών στη χώρα μας.

Επειδή είναι γυναίκα

Καταρχάς ας διευκρινίσουμε ότι ο όρος δεν καλύπτει κάθε δολοφονία γυναίκας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, που άρχισε να γίνεται ευρέως γνωστός, χρησιμοποιείται για τις δολοφονίες γυναικών και κοριτσιών που διαπράττονται εξαιτίας του φύλου τους. Το 2012, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας όρισε τη γυναικοκτονία ως φόνο εκ προμελέτης μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα, αναγνωρίζοντάς την ως την ακραία κατάληξη του συνεχούς της βίας κατά των γυναικών. Την ίδια χρονιά συμπόσιο, που διοργανώθηκε με πρωτοβουλία του ΟΗΕ και συμμετοχή κυβερνητικών και μη κυβερνητικών οργανώσεων, κατέληξε στη Διακήρυξη της Βιέννης στην οποία κατονομάζονται 10 μορφές γυναικοκτονίας, με κάποιες από αυτές να μας είναι οικείες. Όπως, για παράδειγμα, η δολοφονία γυναικών και κοριτσιών για λόγους «τιμής» ή η δολοφονία ως αποτέλεσμα της βίας μεταξύ (στενών/ ερωτικών) συντρόφων.
Να πούμε επίσης ότι η χρήση του όρου δεν έχει να κάνει κατ’ ανάγκη με τη διαφορετική ποινική αντιμετώπιση των γυναικοκτονιών από τις ανθρωποκτονίες από πρόθεση, για τις οποίες ο νόμος προβλέπει την ανωτάτη των ποινών. Αυτό που πρέπει να επιδιώξουμε είναι η κατανόηση του χαρακτήρα και της δυναμικής του φαινομένου στη χώρα μας, προκειμένου να μπορέσουμε να οργανώσουμε όλους τους τρόπους πρόληψης και αντιμετώπισής του. Για να το καταφέρουμε θα πρέπει να απαντήσουμε σε μια σειρά ερωτήματα, όπως:
• ποια είναι η έκταση των γυναικοκτονιών και πώς μπορούμε να τις καταμετρήσουμε,
• ποιες κινδυνεύουν περισσότερο από τις γυναικοκτονίες και αν υπάρχει τρόπος να αποτιμήσουμε τον κίνδυνο,
• ποιες είναι οι πηγές πληροφόρησης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη συλλογή στοιχείων για τις γυναικοκτονίες.
• Κι ακόμα, εφόσον το έγκλημα διαπράττεται εξαιτίας του φύλου αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ταυτότητα φύλου του θύματος;
Είναι προφανές ότι πρόκειται για ένα περίπλοκο κοινωνικό φαινόμενο που απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση και συντονισμό μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων (ακαδημαϊκή κοινότητα, κινήματα/οργανώσεις, πολιτεία).

Σιωπή που πρέπει να διαρρηχθεί

Κι αυτό που πρέπει να κάνουμε σε κάθε περίπτωση είναι να διαρρήξουμε τη σιωπή γύρω από τις γυναικοκτονίες. Να ανατρέψουμε τον κυρίαρχο μιντιακό λόγο που επιχειρεί να απαξιώσει τις ζωές των θυμάτων ή και να τα καταστήσει ανάξια πένθους. Σε μια περίοδο που διαπιστώνεται γενικευμένη ενίσχυση του σεξισμού, της ρητορικής μίσους, των απειλών κατά των γυναικών – ιδιαιτέρως όσων κατέχουν θέσεις ευθύνης και όσων τολμούν να καταγγείλουν την έμφυλη βία - της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας και του ρατσισμού είναι κρίσιμο να συγκροτηθούν νέες μορφές δράσης και συνεργασίας με φεμινιστικές και αντισεξιστικές συλλογικότητες, ΛΟΑΤΚΙ+ και αντιρατσιστικές οργανώσεις, για το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα σε μια ζωή χωρίς έμφυλη βία και σε μια ζωή αξιοβίωτη. Για μια λίστα που θα σταματήσει να γεμίζει με νέα ονόματα.

* Αντιπρόεδρος ΚΕΘΙ.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet