* Γιατί επιχειρείται συντηρητική μετατόπιση των διαχωριστικών γραμμών



Απορροφημένοι σχεδόν αποκλειστικά από την παρακολούθηση της πορείας των διαπραγματεύσεων και των συγκρούσεων, εντός και εκτός, περί αυτήν, δείχναμε να έχουμε ξεχάσει ότι εξ ίσου σημαντικά, αν όχι σημαντικότερα συχνά, είναι όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό μέτωπο.
Δύο εξελίξεις συνέβαλαν στην αλλαγή αυτής της πραγματικότητας:
Πρώτον, η κυβέρνηση, παρά τις καθυστερήσεις και τις δυσκολίες, άρχισε να προωθεί το νομοθετικό έργο, οπότε οι αντιπαραθέσεις σε συγκεκριμένα εσωτερικά ζητήματα έγιναν σαφείς και απέκτησαν περισσότερο ταξικό πρόσημο.
Δεύτερον, η αντιπολίτευση, ιδίως η αξιωματική, διαβλέπει ότι δεν έχει πολλά περιθώρια να αντιπαρατεθεί πειστικά στην κυβέρνηση με βάση τη στρατηγική της τελευταίας στις διαπραγματεύσεις, καθώς η εξέλιξή τους πια την οδηγεί μπροστά στο αμείλικτο και για την αντιπολίτευση ερώτημα: «Να υπογραφεί τώρα συμφωνία, αλλά με την παραδοχή ποιών απαιτήσεων των δανειστών;» Και σ’ αυτό το ερώτημα δεν μπορεί πια η αντιπολίτευση να απαντάει όπως ο κ. Σαμαράς, Τετάρτη βράδυ στο Μέγκα, λέγοντας ότι «η κυβέρνηση πρέπει να έρθει σε ρήξη είτε με τον εαυτό της είτε με τους δανειστές». Γιατί η διάζευξη αυτή αφορά τελικά και την ίδια, αποκαλύπτοντας απερίφραστα τον πραγματούμενο κίνδυνο να τοποθετείται από την πλευρά των δανειστών, όσο δεν επιλέγει.

Επαναχάραξη διαχωριστικών γραμμών

Αυτές οι δύο εξελίξεις ξύπνησαν το «θηρίο» της απαίτησης για ταξική τοποθέτηση απέναντι όχι μόνο στα κρίσιμα, αλλά και στα λιγότερο σημαντικά ζητήματα της εσωτερική πολιτικής.
Αυτό εξηγεί, και από μια άλλη σκοπιά, τη γενικευμένη επίθεση που παρακολουθούμε να εκτυλίσσεται το τελευταίο διάστημα με στόχο την κυβέρνηση: κανένα νομοσχέδιο, κανένα ζήτημα, κανένα πρόβλημα, καμία πτυχή δεν αφήνεται ανεκμετάλλευτη, από τη στιγμή που μπορεί η εκμετάλλευσή του να προκαλέσει απώλειες στην κυβέρνηση
Στόχος αυτής της ανάπτυξης του αντιπολιτευτικού μετώπου στο εσωτερικό δεν είναι μόνο να εμφανιστεί και να αισθανθεί η κυβέρνηση όσο γίνεται πιο αδύναμη στη διαπραγμάτευση και να υποχωρήσει άτακτα. Επιδιώκεται με αυτή την ένταση της επίθεσης να μετατοπιστούν στο εσωτερικό της κοινωνίας, του εκλογικού σώματος και των πολιτικών δυνάμεων οι διαχωριστικές γραμμές προς όφελος των συντηρητικών, μνημονιακών, αστικών συσσωματώσεων. Επιδιώκεται, δηλαδή, η ανάκτηση του απωλεσθέντος εδάφους στη βάση μιας σαφέστερα ταξικής διάκρισης.

Αστικό προσκλητήριο

Ένα σύντομο αλλά αιχμηρό και δηλωτικό αυτής της διάθεσης πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο της «Καθημερινής» (21/4 ανήμερα) σημείωνε: «Τώρα τα πράγματα έχουν γίνει οριακά και επικίνδυνα. Η κυβέρνηση ακολουθεί σε κρίσιμους τομείς πολιτική που απευθύνεται σε μια ακραία μειοψηφία». Για να καταλήξει στο γενικό προσκλητήριο: «Κανείς από την κεντροδεξιά, αλλά και γενικότερα από τον αστικό πολιτικό κόσμο, δεν έχει, πλέον, το δικαίωμα να σιωπά», δηλαδή να μη το τοποθετείται από την ορθή κατά τη γνώμη τους πλευρά.
Ορισμένοι ασύδοτα αντιδραστικοί δεν διστάζουν, μάλιστα, να παρομοιάσουν την παρούσα κατάσταση με την περίοδο του Δεκεμβρίου 1944! Και να καλούν σε συμβιβασμό την κυβέρνηση. (Μαραντζίδης «Κ» 19/4). Το κάνουν, προφανώς, όχι γιατί υπάρχουν ομοιότητες, όχι επειδή κρίνονται τα ίδια επίδικα, αλλά για να τονιστεί η ανάγκη χάραξης νέων διαχωριστικών γραμμών: από εδώ όσοι αποδέχονται τα δεδομένα, από εκεί όσοι επιδιώκουν να τα αλλάξουν αιθεροβατώντας και βάζοντας, έτσι, σε κίνδυνο τα κείμενα -καλώς ή κακώς.
Όπως μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε, η διεξαγωγή αυτής της επίθεσης με αυτό το στρατηγικό στόχο διευκολύνεται τα μέγιστα από τα οικονομικά και μιντιακά συμφέροντα, που νιώθουν άμεσα την απειλή μιας δημοκρατικής νομιμότητας με γνώμονα το συμφέρον των λαϊκών τάξεων, των πολλών και όχι των ολιγαρχών. Όταν από τη μιντιακή ολιγαρχία απαιτείται το ελάχιστο, δηλαδή η νομιμοποίηση της δράσης της, και ένας Μπόμπολας απειλείται από τον εισαγγελέα για να πληρώσει ελάχιστο τμήμα από τα αφορολόγητα μονοπωλιακά κέρδη που αποκόμισε εν καιρώ κρίσης, τότε δεν χρειάζεται οποιαδήποτε αυταπάτη για την σκληρότητα της απάντησης. Ούτε οποιουδήποτε είδους εφησυχασμός.
Στην αντίπερα όχθη έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται με την παρέλευση των πρώτων μετεκλογικών μηνών ότι με τη σαμαρική λογική της «παρένθεσης» δεν μπορεί να ανασυγκροτηθεί η αντιπολίτευση, εν αναμονή μιας αποτυχίας στη διαπραγμάτευση. Γιατί ακόμα κι αν δεν μπορέσει να πετύχει όλους τους στόχους της η κυβέρνηση και υποχρεωθεί να οδηγηθεί σε εκλογές η χώρα, δεν θα υπάρξει για τη ΝΔ και τους συμμάχους της, παλιούς και «νέους», ελπίδα, αν δεν εξασφαλιστεί αλλαγή συσχετισμών και αναδιάταξη πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών. Πράγμα που απαιτεί σκληρή αντιπαράθεση ιδίως στο εσωτερικό πεδίο.

Παλινορθωτικός ακτιβισμός

Δεν θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε διαφορετικά την πρωτοφανή επιχείρηση στήριξης και διατήρησης των «κεκτημένων» της αντιμεταρρύθμισης που επί πέντε χρόνια οικοδομείται. Ούτε τις άρτια οργανωμένες και τις ταξικά ερμαφρόδιτες επιχειρήσεις κινητοποίησης τύπου Ελντοράντο, ή τις ακτιβιστικές δράσεις υπερσυντηρητικών πανεπιστημιακών, που πρώτοι ανταποκρίθηκαν στο ταξικό αστικό κάλεσμα της «Κ».
Ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν όλοι αυτοί και οι πρωτοβουλίες τους δεν είναι αμελητέος. Η κυβέρνηση, βέβαια, έχει το πλεονέκτημα ότι η πολιτική που οι αντίπαλοί της υποστηρίζουν ως ορθή, είναι πιστό αντίγραφο της πολιτικής που εφαρμόστηκε επί πέντε χρόνια με καταστροφικά αποτελέσματα. Και δεν έχουν πρόθεση να την τροποποιήσουν. Γι’ αυτό και είναι πολύ δύσκολο να εξασφαλίσουν πλειοψηφίες κοινωνικές ή πολιτικές στη βάση αυτή. Γι’ αυτό και δεν θέλουν τώρα ν’ ακούσουν για εκλογές ή δημοψήφισμα.
Μπορεί, λοιπόν, η κυβέρνηση και οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που συσπειρώνει γύρω της και μετεκλογικά, να εντοπίσουν και να αξιοποιήσουν, σ’ αυτή τη βάση, τα σημεία ρωγμής αυτού του επιχειρούμενου αντιδραστικού μετώπου παλινόρθωσης. Όσο πιο κοντά στο λαϊκό περί δικαίου αίσθημα βρίσκονται οι πολιτικές πράξεις και οι νομοθετικές πρωτοβουλίες, αλλά και οι κοινωνικές ευαισθησίες της κυβέρνησης, τόσο πιο δύσκολο θα γίνεται το δικό τους έργο, τόσο πιο ισχυροί οι δεσμοί που ένωσαν τη σημερινή πολιτική και κοινωνική πλειοψηφία για να την αναδείξουν κυβερνώσα δύναμη. Αυτός είναι ο χρυσός κανόνας.


Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet