Η διαχείριση κρίσης ως στοιχείο πολιτικού οραματισμού



Πώς διαχειρίζεσαι μια κρίση; Με τα ίδια υλικά που συνθέτεις έναν πολιτικό οραματισμό. Η στάση της πρωθυπουργού της Νέας Ζηλανδίας, Τζασίντα Άρντερν, μετά την τρομοκρατική επίθεση νέου λευκού, ακροδεξιού άνδρα σε μουσουλμανικά τεμένη στο Κράισττσερτς, με πενήντα νεκρούς και άλλους πενήντα τραυματίες, χαιρετίζεται σε επίπεδο παγκόσμιας κυβερνησιμότητας και μαζικά από τον Τύπο. Τα μεγαλύτερα Μέσα μιλούν για την εξαίρετη και ιδιαίτερη στάση της, μια στάση σπάνια, που συνθλίβει από μέσα προς τα έξω ένα σωρό αφηγήματα για τον Άλλο και την ασφάλεια, που είναι προβληματικά όσο και κυρίαρχα σε όλη τη Δύση.
Η Τζασίντα Άρντερν ένωσε τη χώρα της, δίνοντας κυρίως χώρο στον Άλλο. Από την πολλή αρχή αυτού του φρικώδους γεγονότος, δεν μίλησε για τη μεμονωμένη περίπτωση του «παρανοϊκού μοναχικού λύκου» -που θα μπορούσε (μιας και ήταν πρωτόγνωρη επίθεση για τη χώρα)- αλλά κατευθείαν εντόπισε το πρόβλημα στην ακροδεξιά, στην ισλαμοφοβία, στο μίσος. Έδειξε ότι αντιμετωπίζοντας την αλήθεια κατά πρόσωπο, όσο δύσκολο κι αν είναι, είναι προτιμότερο· ο κόσμος μπορεί να δεχθεί την παγκοσμιοποιημένη συνθήκη, ακόμα κι αν αυτή ενέχει πλέον την ακροδεξιά. Αυτό που δεν μπορεί να δεχθεί, είναι ψέματα και φόβο για την ίδια του την ασφάλεια. Αυτά διαλύουν μια χώρα. Η Νέα Ζηλανδία, για τώρα, παραμένει ενωμένη. Η Άρντερν, φορώντας τη χιτζάμπ, στάθηκε κοντά στην κοινότητα που θρηνούσε, αγκάλιασε μεταφορικά και κυριολεκτικά τους συγγενείς των θυμάτων και όλους όσους λογικά έτρεμαν από φόβο και άλλαξε μονομιάς την ίδια την παγκοσμιοποιημένη συνθήκη της βιοπολιτικής πενθησιμότητας. Με το να δώσει χώρο στον θρήνο του Άλλου, κατέστησε πενθήσιμη την ίδια τη ζωή του Άλλου, άρα και αξιοβίωτη, σημαντική για τη χώρα της. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κύμα αλληλεγγύης και βαθύτατης αντίληψης της απαραίτητης αλληλεξάρτησης του κοινωνικού. Ουχί μόνον γυναίκες μη μουσουλμάνες φόρεσαν τη μαντίλα σε ένδειξη σεβασμού και κοινού πένθους, άλλα πάρα πολλοί πολίτες, εθελοντικά, απαρνήθηκαν και απέσυραν τα όπλα τους. Ακόμα και μια μεγάλη ιστοσελίδα της χώρας αγοραπωλησιών και πλειοδοτήσεων σταμάτησε να πουλάει ημι-αυτόματα (που ήταν και το ανασυναρμολογημένο ως τέτοιο όπλο της επίθεσης).

Η παραμόρφωση

Και όλα αυτά, η Άρντερν τα έκανε μπροστά σε μια σημαντική απόφαση, όσο δύσκολη και χρονοβόρα κι αν είναι νομοτεχνικά. Την απαγόρευση των ημι-αυτόματων και τη σύνολη αλλαγή της νομοθεσίας για την οπλοκατοχή. Όλη αυτή η αλληλεγγύη, αν και σημαντική αφ’ εαυτού της, δεν φτάνει στον πυρήνα της κοινωνικής αλληλεξάρτησης χωρίς την αλλαγή της νομοθεσίας. Μια αλλαγή που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς ντιμπέιτ κοινοβουλευτικά, αλλά και που εν τούτοις, τροχιοδεικτικά τέθηκε στο λόγο της πρωθυπουργού από τις πρώτες ώρες μετά την επίθεση. Είναι σε αυτό το πολιτικό σκέλος που τα Μέσα που τη μελετούν, αστοχούν. Και αστοχούν, κόντρα στις προθέσεις της πολιτικού. Σκεπάζουν το θρήνο της μουσουλμανικής κοινότητας, παίρνουν τεχνηέντως την προσοχή, χαμηλώνουν τη φωνή τους και υψώνουν μια επιτελεστική αλληλεγγύη στο πρόσωπο της Άρντερν, που παραμορφώνει και το ίδιο το πρόσωπο. Διότι, ο τρόπος που αντιμετώπισε αυτή την επίθεση η Άρντερν, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον τρόπο που οραματίζεται το πολιτικό, κόντρα στην παγκοσμιοποιημένη συνθήκη.
Ο φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού είπε πρόσφατα σε μια συνέντευξή του ότι, σήμερα, δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις κανένα μεγάλο πολιτικό πρόβλημα, παρά μόνο σε παγκόσμια κλίμακα. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ενώ μιλάμε για την εξαφάνιση της εργατικής τάξης (επί παραδείγματι στη Γαλλία) με τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της, αυτό δεν είναι αλήθεια σε παγκόσμιο επίπεδο, που οι προλετάριοι είναι περισσότεροι από ποτέ. Στην Κίνα, το Μπανγκλαντές, την Καμπότζη, τη Βραζιλία, τη Ρουμανία. Πρέπει να ιδωθεί το κοινωνικό ύφασμα, ισχυρίζεται, όπως το βλέπουν και το δημιουργούν οι κεφαλαιούχοι. Πλανητικά. Κι εδώ εισάγει την έννοια της μετα-αποικιοκρατικής και φεμινίστριας διανοούμενης Γκαγιάτρι Σπίβακ, την πλανητικότητα. Είναι στην ομιλία «Πλανητικές Ουτοπίες» από κοινού με την κ. Σπίβακ που η εμβληματική μαύρη ακτιβίστρια και διανοούμενη, Άντζελα Ντέιβις, μιλά για μια άλλη κυβερνησιμότητα, γυναικεία. Όπου γυναίκες, μαύρες γυναίκες, λεσβίες, τρανς γυναίκες, αναλαμβάνουν τα ηνία κι εκεί η Ντέιβις εντοπίζει την πιθανότητα αλλαγής. Είναι γεγονός ότι πλανητικά έχουμε τρομερές πολιτικές αλλαγές και από άποψη συμπερίληψης και εκπροσώπησης. Ωστόσο, πολλοί το αντιμετωπίζουν όπως και μια καλλιτεχνική αναπαράσταση, ως κέλυφος, σε αντίθεση με το βαθύ, που είναι η οικονομία. Είναι έτσι όμως;

Το εμφυλιοποιημένο κράτος

Η επιστήμη των οικονομικών δεν είναι η επιστήμη του εαυτού της (όπως τα μαθηματικά με τα οποία συγχέεται τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο), αλλά μια κοινωνική επιστήμη. Και πριν μετονομαστεί σε «οικονομικά», λεγόταν πολιτική οικονομία. Και κάτι το πολιτικό δεν μπορεί να μη διασυνδέεται με άλλους παράγοντες. Οι μετρημένες στα δάχτυλα γυναίκες ηγέτιδες κρατών στη Δύση δεν εγγράφηκαν ως αλλαγή στο συλλογικό ασυνείδητο γιατί δεν είδαν «θηλυκά», θα λέγαμε, το ίδιο το κοινωνικό ή/και το αρνήθηκαν ως τέτοιο (σ.σ. περίπτωση Θάτσερ). Η εμφυλοποίηση του ίδιου του Κράτους ως μηχανισμού δεν είναι κάτι καινούργιο και σε έναν βαθμό τη γνωρίζουμε. Ο κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ (και συγγραφέας της Ανδρικής Κυριαρχίας) την εξηγεί απλά και αδρομερώς, με τον χειρουργικό αναλυτικό τρόπο της επιστήμης του. Από τη μία ο στρατός, τα σύνορα, η οικονομία. Από την άλλη, η παιδεία, η περίθαλψη, το κράτος πρόνοιας. Εκεί που, στατιστικά, θα βρεις τις γυναίκες. Αυτή η χειρουργικά περιγραφική αποτύπωση δεν σημαίνει ότι πρέπει να δεχθούμε τα όρια του εμφυλοποιημένου, αλλά αφενός να τα δούμε καλά ως έχουν για να τα κατανοήσουμε, και αφετέρου να τα διανοίξουμε.
Εκεί υπεισέρχεται ο οραματισμός της Άρντερν. Η οποία με το εργατικό κόμμα, που είχε μείνει εκτός εξουσίας στη Νέα Ζηλανδία για σχεδόν μια δεκαετία, προσπαθεί από τη στιγμή της εκλογής της να ανατρέψει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που έχουν ριζώσει στον τόπο από το 1984. Ρίχνει δισεκατομμύρια στην παιδεία, στην περίθαλψη, στη δημιουργία 100.000 σπιτιών για τους άστεγους και στη μείωση της παιδικής φτώχειας (μια χαίνουσα πληγή της χώρας που άνοιξε ο νεοφιλελευθερισμός), στις περιβαλλοντικές πολιτικές και ενοποιεί την οικονομία με το κοινωνικό κράτος. Αυτά δεν είναι επιφανειακά πράγματα. Αυτά είναι το επίδικο για ένα σωρό χώρες. Είναι τα πρώτα βήματα μιας απαραίτητης αλλαγής που έρχεται με ακραία αργό ρυθμό, αντι-πλανητικά, εσωστρεφώς, εξαιτίας του ριζώματος του νεοφιλελεύθερου μοντέλου.

Πολιτικός οραματισμός, όχι απλά ενσυναίσθηση

Ως εκ τούτων, γι’ αυτό η Τζασίντα Άρντερν δέχεται μόνο μια αλληλεγγύη της αλληλεγγύης, σαν αρνητικό φιλμ από τα Μέσα που δεν διανοούνται να μιλήσουν για τον πολιτικό της οραματισμό, παρά μόνον για έναν ανθρωπισμό που προκύπτει σχεδόν από το πουθενά, από «ενσυναίσθηση» και λοιπές αφαιρέσεις. Κι έτσι, αν μιλούμε, γράφουμε για εκείνη, πρέπει να το κάνουμε με τρόπο που θα σηκώνει εκ νέου τη φωνή του Άλλου που και πάλι έχει σιγήσει, βιαίως. Αν εμπνεόμαστε από τη στάση της, δεν πρέπει ούτε να θρηνούμε πιο ηχηρά και από τους πραγματικούς θρηνούντες, ούτε να αποσυνδέουμε την αλληλεγγύη από το αμιγώς πολιτικό και κοινωνικό. Χρειαζόμαστε νέα μοντέλα, νέα οράματα, νέες ιδέες και ταυτότητες που έχουν αποκλειστεί από το πολιτικό και εξοβελιστεί στις παρυφές της ιστορίας, για να ξαναδούμε πλανητικά τις παγκοσμιοποιημένες προκλήσεις που πρέπει να μεταστοιχειωθούν σε συλλογικά οράματα αλλαγής. Ακόμα και το ταξικό θέμα, δεν πρέπει να ιδωθεί, σήμερα, στρατηγικά μονάχα διεθνιστικά, αλλά πυρηνικά πλανητικά. Πριν καν μιλήσουμε για την τεχνολογική αντικατάσταση του εργάτη, πρέπει να κοιτάξουμε καλύτερα τι γίνεται, παραέξω.

Νίκος Δασκαλόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet