Κάθε χρόνο, αυτή την εποχή, παραμονές των εορτών του Πάσχα παίζεται το ίδιο δυσάρεστο έργο. Ο τίτλος του έργου θα μπορούσε να είναι το «αρνί του Πάσχα». Πρωταγωνιστές του έργου οι έμποροι-κρεοπώλες και οι κτηνοτρόφοι παραγωγοί των αμνοεριφίων.
Το κοινό είμαστε όλοι οι άλλοι, οι καταναλωτές που θέλουν να αγοράσουν –δικαιολογημένα– φθηνό κρέας για το πασχαλινό τραπέζι. Το έργο αυτό το έχουν αναλάβει οι έμποροι-κρεοπώλες που κρατούν το μαχαίρι, και τι μαχαίρι μπαλντά! Ενώ οι κτηνοτρόφοι αγωνίζονται έναν ολόκληρο χρόνο, και πιο συγκεκριμένα 4-5 μήνες, για να θρέψουν τα αμνοερίφια και περιμένουν να πιάσουν ζεστό χρήμα στα χέρια τους. Οι υποχρεώσεις που πρέπει να πληρωθούν -ζωοτροφές, υγιεινό περιβάλλον κ.λπ.- για τα κατσίκια και τα αρνιά, δεν είναι λίγες. Δύσκολο να κάνουν ένα, έστω προσωρινό, προγραμματισμό για την πορεία τους. Βρίσκονται σε δύσκολη θέση και τα όπλα τους, για να παλέψουν και να διεκδικήσουν μια καλύτερη τιμή, έχουν υπονομευθεί.
Πρώτον, γιατί κανείς, ή σχεδόν κανείς, δεν κάθισε σοβαρά να ασχοληθεί και να υπολογίσει ποιο είναι το κόστος για την παραγωγή των αμνοεριφίων. Μια παραγωγή καθαρή, υγιεινή και ωφέλιμη, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί –ορισμένοι θα το σχολιάσουν αρνητικά– ένα προϊόν πιστοποιημένης ποιότητας.
Και, δεύτερον, στο κόστος παραγωγής να προστεθεί και ένα ελάχιστο «βασικό εισόδημα για τον παραγωγό, τον τσοπάνο». Τότε θα μπορούσαμε να μιλάμε σοβαρά για τις φθηνές ή ακριβές αγορές του κρέατος των αμνοεριφίων. Τώρα, όμως, ζούμε μια διαφορετική πραγματικότητα. Και κυρίως την πραγματικότητα αυτή την ζουν οι κτηνοτρόφοι που περιμένουν ή αναζητούν τους εμπόρους για να πουλήσουν την παραγωγή τους.
Οι έμποροι από την πλευρά τους, «μεγαλόψυχα» επισκέπτονται τα μαντριά - σταύλους, κοιτάζουν, ζυγίζουν με το μάτι, κάνουν τη διαλογή τους, για υπέρβαρα δύσκολο να καταναλωθούν, για κανονικά από 8-12 κιλά και μικρά που δεν έχουν κατανάλωση. Αυτές οι διαλογές καταλήγουν να διαμορφώνουν τελικά τις τιμές προς τα κάτω. Οι κρεατέμποροι αναφέρουν κάποιες τιμές και λένε «θα δούμε πώς τελικά θα διαμορφωθούν οι τιμές». Ποια συζήτηση μπορεί να γίνει και ποια διαπραγμάτευση μπορεί να υπάρχει μέχρι το τέλος;
Οι κτηνοτρόφοι, από την άλλη, επείγονται να τελειώνουν. Οι ανάγκες πιέζουν και η τυχόν ατυχία μη συμφωνίας θα έχει και άλλο κόστος για τα ζωντανά τους.

Σε λίγα χέρια

Αλλά ας μιλήσουμε για τις τιμές της αγοράς από τον κρεατέμπορο. Αυτός έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει κατά το δοκούν, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια μετά τον εκσυγχρονισμό, των σφαγείων και το κλείσιμο των περιφερειακών και δημοτικών σφαγείων. Ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι θα έπρεπε να διατηρηθεί η παλιά κατάσταση. Η κατάργησή τους, όμως, έτσι χωρίς προγραμματισμό και καμία φροντίδα για τις απομακρυσμένες από τα μεγάλα κέντρα κτηνοτροφικές μονάδες, ή αυτές των νησιών, συνέβαλε στη συγκέντρωση της παραγωγής σε λίγα χέρια κρεατεμπόρων (ασφαλώς επιβιώνουν και μερικοί κρεοπώλες που θέλουν να είναι συνεπείς με τους πελάτες τους). Το μεγάλο, όμως, μέρος εμπορίας της παραγωγής έχει περάσει σε λίγα χέρια.
Αυτοί με τους συνεργάτες τους και με τις ποικίλες πιθανότατα δραστηριότητες, έχουν τη δυνατότητα σε μια ανοιχτή παγκοσμιοποιημένη αγορά να εφοδιάζονται με κρέατα –οι ίδιοι γνωρίζουν από πού. Έτσι έχει ο καθένας τη δυνατότητα να περάσει από την κεντρική κρεαταγορά στη Βαρβάκειο και να δει κατσίκια και αρνιά 5 κιλά στα τσιγκέλια με πάμφθηνες τιμές, έως 5 ευρώ και κάτω. Και αυτόματα γεννιέται η απορία. Μας πώς βρέθηκαν αυτά μικρά κατσικάκια στο τσιγκέλι; Από ποια στάνη –γιατί είναι πολλά– βγήκαν κι αν μας ήρθαν από μακριά, πώς ήρθαν; Και πότε ελληνοποιήθηκαν, γιατί έχουν τη μπλε σφραγίδα, και πώς τράφηκαν για να είναι στο τσιγκέλι. Τα ερωτήματα είναι πολλά, οι απαντήσεις ασφαλώς δύσκολες σε μια ανοιχτή αγορά.
Αν, όμως, η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει καμία σχέση και δεν πρέπει να έχει με τις πελατειακές σχέσεις που ακολούθησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, τους δήθεν εκσυγχρονισμούς και τελικά την κατάρρευση της χώρας. Αν πραγματικά επιμένει στη διακηρυγμένη πολιτική της για τον πυλώνα της διατροφικής αλυσίδας –όπως το έχουν πιστέψει νέοι άνθρωποι με γνώσεις, μεράκι και σεβντά και μπήκαν στην περιπέτεια αυτή να γίνουν τσοπάνηδες. Τότε αυτοί θα πρέπει να είναι οι προνομιούχοι συνομιλητές που μπορούν να βρουν, μέσα από το διάλογο, λύσεις. Ασφαλώς δύσκολες, για μια βιώσιμη και με μέλλον αγροτοδιατροφική πολιτική.

Μ. Αρβανίτης
Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet