Ο κ. Μητσοτάκης «μπήκε» στο ρόλο του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κυριολεκτικά «με το δεξί»: συμμεριζόμενος τη βεβαιότητα του προκατόχου του στην αρχηγία, κ. Σαμαρά, ότι η κυβέρνηση Τσίπρα σύντομα θα αποτελούσε «αριστερή παρένθεση». Η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου είχε φροντίσει σχετικά, αφήνοντας άδεια τα ταμεία του κράτους κατά την αποχώρησή της.
Αυτό καθόρισε κυρίαρχα τις προτεραιότητες της αντιπολιτευτικής τακτικής του κ. Μητσοτάκη, θέτοντας στο περιθώριο του ενδιαφέροντός του άλλες, σημαντικές παραμέτρους που χρίζουν προσεκτικής ανάλυσης και συμμόρφωσης.
Κι ύστερα ήλθε η 20η Αυγούστου 2018 και η απαλλαγή της χώρας από την επιτροπεία των δανειστών, το σημείο καμπής όπου όλοι –κυβέρνηση, αντιπολίτευση, κοινωνία– έπρεπε να αναπροσανατολιστούν. Η προσδοκία της «αριστερής παρένθεσης» είχε διαψευσθεί πανηγυρικά. Και, μαζί της, μια άλλη βεβαιότητα, στην οποία επίσης είχε επενδύσει η αξιωματική αντιπολίτευση: ότι η καχύποπτη έως εχθρική στάση των εταίρων απέναντι στην κυβέρνηση της Αριστεράς θα παρέμενε νομοτελειακά αναλλοίωτη, επιταχύνοντας την έλευση του τέλους της «αριστερής παρένθεσης».
Η αδυναμία του κ. Μητσοτάκη να συλλάβει σε όλο του το μέγεθος, και να διαχειριστεί αναλόγως, το πολυδιάστατο ζήτημα των σχέσεων της χώρας με τους δανειστές της, τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον άμεσο γεωπολιτικό περίγυρό της και το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, στοίχισε στο κόμμα του και τον ίδιο προσωπικά πάνω από τρία χρόνια αντιπαραγωγικής αντιπολίτευσης, περίπου χίλιες διαψεύσεις των ισάριθμων εκκλήσεών του για «εκλογές τώρα!», κρίσιμο πολιτικό χρόνο στο εσωτερικό και σοβαρές απώλειες αξιοπιστίας εκτός συνόρων.
Η πολιτική αγκύλωση στην οποία αυτοκαταδικάστηκε η αξιωματική αντιπολίτευση, την εμπόδισε, και εξακολουθεί να την εμποδίζει, να παρακολουθεί με προβλεπτικότητα και ευελιξία τα τεκταινόμενα στο ρευστό διεθνές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον: οι νέες προτεραιότητες των ΗΠΑ του προέδρου Τραμπ και ο εμπορικός πόλεμος που έχουν κηρύξει στην Κίνα και την Ευρώπη, η είσοδος της Κίνας στο παγκόσμιο οικονομικό προσκήνιο και η επανάκαμψη της Ρωσίας στη Μεσόγειο και την Ευρασία, η επαπειλούμενη ασύντακτη έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε. και ο ογκούμενος ευρωσκεπτικισμός, η ατολμία της Ε.Ε. να προχωρήσει την οικονομική και πολιτική ολοκλήρωσή της και, παράλληλα, το αναβαθμισμένο ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για τα δυτικά Βαλκάνια, κ.ο.κ.
Πώς απαντά στην πολυδιάστατη αυτή πρόκληση ο κ. Μητσοτάκης;
Αδιαφορώντας αν έτσι εκθέτει τη χώρα στον κίνδυνο της περιθωριοποίησης, μηρυκάζει επιπολαιότητες για τη Συμφωνία των Πρεσπών με το βλέμμα στραμμένο στην ακροδεξιά. Με άλλα λόγια, επιμένει στην ενδοστρέφεια που τον χαρακτήριζε από την αρχή της θητείας του στην αρχηγία του κόμματος.
Αντιλαμβάνεται, φυσικά, την ανάγκη να μην αποκοπεί από τον διεθνή παράγοντα. Αυτό που του διαφεύγει είναι η ανάγκη να φροντίζει γι’ αυτό εγκαίρως, όχι αφού έχει τρωθεί η αξιοπιστία του έναντι των ξένων συνομιλητών του και, κυρίως, όχι όταν τον έχουν ξεπεράσει οι εξελίξεις.
Τον περασμένο Αύγουστο, δέκα ημέρες μετά τη συμφωνία εξόδου της χώρας από το πρόγραμμα στήριξης —την οποία ο κ. Μητσοτάκης ουσιαστικά απευχόταν, σε αντίθεση με τις διαφαινόμενες από καιρό προθέσεις των δανειστών, τις οποίες, ως εκ της θέσεώς του, όφειλε να γνωρίζει και να υπολογίζει, ξέροντας ότι, διαφορετικά, θέτει εαυτόν υπό αμφισβήτηση ως προαλειφόμενος πρωθυπουργός— ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον πρόεδρο της Deutsche Bundesbank, Γενς Βάιντμαν. Στην προσπάθειά του να πείσει τον γερμανό κεντρικό τραπεζίτη ότι μόνο μια κυβέρνηση υπό τον ίδιο διέθετε την αξιοπιστία να εφαρμόσει ευλαβικά, και κατά την μεταμνημονιακή περίοδο, όσα ζητούσαν οι δανειστές, είχε την έμπνευση να κινήσει θέμα μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων –το γνωστό 3,5% του ετήσιου ΑΕΠ— στη βάση της εξίσωσης, μεταρρυθμίσεις εμείς-μείωση του πλεονάσματος εσείς.
Ατόπημα ολκής. Ο κ. Μητσοτάκης όφειλε, πρώτον, να γνωρίζει ότι έθιγε ένα θέμα ταμπού για τη Γερμανία. Η οποία, αρνούμενη να δεχτεί το γενναίο κούρεμα του ελληνικού χρέους που προϋπέθετε το πλεόνασμα 1,5% που εισηγούταν το ΔΝΤ, είχε ταχθεί υπέρ των πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ για μια δεκαετία, δηλαδή μέχρι το 2028, υποχωρώντας τελικά στη θέση που υποστήριζε η Γαλλία, δηλαδή υπέρ του 3,5% για μια πενταετία, όπως και έγινε. Δεύτερον, να θυμάται ότι η Γερμανία δεν φημίζεται για την υποχωρητικότητά της όταν είναι σε θέση να υπαγορεύει. Τρίτον, να έχει αντλήσει από την εμπειρία της κυβέρνησης Τσίπρα στα πεδία της διαπραγμάτευσης, αναφορικά με τη σημασία των υποχωρήσεων στα ελάσσονα κατά τον παρόντα χρόνο, προκειμένου να ικανοποιηθούν τα μείζονα σε εύθετο χρόνο. Η περίπτωση της μη περικοπής των συντάξεων προσφέρεται ως υπόδειγμα χειρισμού «στη μεγάλη διάρκεια» εν αναμονή ευνοϊκότερων συνθηκών.
Προς επιβεβαίωση, παρατίθεται η απάντηση του αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υψηλόβαθμου στελέχους του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, κ. Βάλντις Ντομπρόβσκις, στην ερώτηση του Euro2day την Πέμπτη αν η μείωση του αφορολόγητου το 2020 είναι αποφασισμένη αμετάκλητα: «Πρόκειται για ένα από τα προνομοθετημένα μέτρα. Η γενική μας άποψη για τα μέτρα αυτά ήταν ότι εάν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος πέρα από την επίτευξη δημοσιονομικών στόχων, τότε είμαστε ανοικτοί να συζητήσουμε πώς θα χρησιμοποιηθεί ο χώρος αυτός. Όπως θυμάστε, το ίδιο συνέβη και με τις περικοπές των συντάξεων…».
Η αξιωματική αντιπολίτευση μπορεί να κατεβάσει τους τόνους για τη μείωση του αφορολόγητου, αν δεν θέλει να διαψευστεί, όπως διαψεύστηκε με τη μη περικοπή των συντάξεων. Όπως θα διαψευστεί και με τα πρωτογενή πλεονάσματα, για τα οποία πυκνώνουν οι εκτιμήσεις ότι η προσήλωση της κυβέρνησης στην τήρηση του συμφωνημένου 3,5% θα αποφέρει σταδιακές μειώσεις του ίσως και πριν το 2022. Δεν αντέχονται τόσες διαψεύσεις. Ιδίως όταν θα έχει προηγηθεί η διάψευση των ελπίδων που η αξιωματική αντιπολίτευση εναποθέτει στις κάλπες του Οκτωβρίου.

Κωστής Γιούργος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet