Της Όλγας Στέφου

Ωραία περνούσαμε κάθε που έπιανε το Πάσχα. Πηγαίναμε στο χωριό, να φύγουν οι μέρες μας όμορφα. Φιάχναμε τσουρέκια και κουλούρια και βάφαμε τα αβγά. Κάθε μεγαλοπαρασκευή στολίζαμε τον Επιτάφιο.

Ένα πράγμα τρελό, πολύχρωμο, χαρούμενο

Ο Επιτάφιος ήταν υποχρέωση των παιδιών. Ρημάζαμε τους κήπους των γιαγιάδων μας, κόβαμε ό,τι λουλούδι βρίσκαμε, πασχαλιές και τριαντάφυλλα και κρινάκια κι άλλα πολλά. Κόβαμε και τ΄ αγριολούλουδα, όσα προλάβαιναν να σωθούν απ’ τα γίδια. Παπαρούνες κατακόκκινες, σαν το αίμα που στάζει από το καρφί στη σάρκα.
Πηγαίναμε, λοιπόν, στην εκκλησία του χωριού, δίπλα στην πλατεία που είναι και, πιο σωστά, δίπλα στο καφενείο με τον πλάτανο. Και βάζαμε στον Επιτάφιο τα λουλουδικά μας. Φτιάχναμε ένα πράγμα τρελό, πολύχρωμο, ευωδιαστό, χαρούμενο. Καθόλου πένθιμος δεν ήταν ο δικός μας ο Επιτάφιος, είτε -αν θες- επειδή περιμέναμε την Ανάσταση, είτε επειδή στο χωριό ο θάνατος γινόταν ευκαιρία να συναντηθούμε ξανά μεταξύ μας. Πέθανε ο Χριστός και ανταμώνουμε, πέθανε ο γείτονας, ένα και το αυτό. Μόνο που στου γείτονα τον θάνατο οι εναπομείναντες γέροι μετρούσαν τα ψωμιά τους.
Μετά, μας έβαζαν να περάσουμε στα γόνατα κάτω από τον Επιτάφιο, σχηματίζοντας έναν σταυρό. Και μετά γυρνούσαμε σπίτι. Διαλέγαμε τα βαμμένα αβγά για το τσούγκρισμα και συζητούσαν οι μεγάλοι για τη σφαγή των αμνών.
Τα αβγά ήταν κόκκινα σαν τις παπαρούνες. Φανταστειτε ένα λιβάδι γεμάτο αβγά. Δεν θα το μαγάριζαν τα γίδια, ούτε και θα το περπατούσαν οι άνθρωποι, αλλιώς τα αβγά θα σπάγανε και θα δημιουργούσαν μία γιγάντια ομελέτα. Επίσης, αν υπήρχαν λιβάδια με αβγά, δεν θα χρειαζόταν να γίνουν κλεφτοκοτάδες οι πεινασμένοι. Απλώς θα μάζευαν τις σοδιές, όπως μαζεύαμε εμείς τα αγριολούλουδα.
Τη νύχτα της περιφοράς του Επιταφίου, έβγαινε όλο το χωριό με τα κεράκια του στον δρόμο, εκατοντάδες πυγολαμπίδες, που στο χωριό λέγονται κωλοφωτιές. Οι αριστεροί έκαναν πάντοτε το ίδιο αστείο, ότι δηλαδή πάνε στον Επιτάφιο, γατί έχει πορεία και “χα χα χα”, γελούσαν. Αλλά αριστεροί και δεξιοί στο τέλος έπιναν τσίπουρα κι έτρωγαν νηστίσιμους μεζέδες. Όσπρια, κυρίως, γιατί το χωριό δεν έχει θάλασσα.

Με το σφαχτάρι στο ελάρι

Το Μεγάλο Σάββατο ήταν πολύ θλιβερή ημέρα, γιατί ο Χριστός ήταν ήδη νεκρός. Η καμπάνα χτυπούσε πένθιμα, όσο στα σπίτια μας περνούσαμε με ξίδι το σφαχτάρι, να μη μάσει μύγες και να μην βρωμίσει.
Το σφαχτάρι κρέμεται πάντοτε στο ελάρι, που έχει δροσιά. Το αίμα του στάζει από τα ρουθούνια κι έχει πια γίνει συμπαγές, σα μύξα. Και το σφαχτάρι κοιτάζει με τα ανοιχτά του μάτια το ατελείωτο της ιστορίας.
Στις κουζίνες πλένονται και καθαρίζονται τα άντερα. Κανένα κομμάτι κρέας δεν πάει χαμένο. Τα άντερα τα κρεμούσαν γύρω γύρω από την βρύση και μύριζαν οι κουζίνες πτωματίλα και σκατά. Μετά, όταν σταματούσε η σκατίλα, μα παρέμενε η πτωματίλα, τα τύλιγαν στη σούβλα τη μικρή, για να γίνουν κοκορέτσι.
Τα παιδιά δεν τρώνε κοκορέτσι, γιατί η ζωή τους είναι ακόμα φρέσκια κι έτσι δεν μπορούν να ξεχνούν τις λεπτομέρειες, ότι δηλαδή πριν λίγο το φαγητό βρωμούσε σκατά.

Όλοι χαρούμενοι, εκτός από την Παναγιά

Την Κυριακή ήμασταν χαρούμενοι, γιατί αναστήθηκε ο Χριστός, όλοι ήταν χαρούμενοι, εκτός από την Παναγιά. Η Παναγιά τι το είχε στον σταυρό, τι το είχε στον Παράδεισο, το έχασε πια για πάντα το παιδάκι της. Κι ούτε μπορούσε να περπατά ο γιος της στις ομορφιές του κόσμου, ούτε να τον αγκαλιάσει μπορούσε, ούτε να του φτιάξει κοτόσουπα για να περάσει η ίωση. Η Παναγιά το παιδάκι της το έχασε μεγαλοπαρασκευή και δεν το ξαναβρήκε ποτέ πια.
Και ποιος της λέει της Παναγιάς ότι ο Παράδεισος δεν είναι σαν τις Εκκλησίες του; Χωριστά οι γυναίκες, χωριστά οι άντρες, πού να τον ξαναδεί τον γιο της όταν πια κι αυτή φύγει απ’ τον κόσμο των σταυρωτών και των εσταυρωμένων;
Αλλά εμείς δεν τα σκεφτόμασταν αυτά. Το σφαχτάρι είχε βγει από το κελάρι και γύριζε στη σούβλα, γύρω γύρω και γύρω γύρω. Σαν την ιστορία που κλώθεται μες στα χρόνια. Κι όλο το χωριό μύριζε τσίκνα και τσίπουρο και κλαρίνο.
Τα λουλούδια του Επιταφίου είχαν ήδη μαραζώσει και τα πετούσαν. Ούτε τα γίδια δεν τα έτρωγαν πια, έτσι σαπισμένα που είχαν γίνει.
Τρώγαμε και πίναμε και περνούσε κι η Κυριακή. Την Δευτέρα γινόταν και δεύτερο τραπέζι, για όσους συγγενείς έχασαν την Κυριακή στα πεθερικά τους, οπότε πάλι θα τρώγαμε και πάλι θα πίναμε, μέχρι την επόμενη χρονιά, που θα ερχόταν η ώρα να ξανακόψουμε τα αγριολούλουδα.

Στην εποχή του καλλωπισμού

Μια χρονιά δεν ήρθε η ώρα να κόψουμε αγριολούλουδα. Ήρθε, αντ’ αυτής, μια δωρεά στο χωριό. Κάποιοι πλούσιοι συνάνθρωποί μας ανέλαβαν το κόστος του στολισμού του επιταφίου και πλέον θα πενθούσαμε τον χριστούλη επαγγελματικά.
Έτσι, ο νέος επιτάφιος ήταν κατάλευκος με κρίνα, ακριβά λουλούδια και μεγαλοπρεπή, όχι σαν τα δικά μας. Το χωριό πέρασε στην εποχή του καλλωπισμού, σα να λέμε “επαγγελματικό μακιγιάζ”.
Κι εμείς μεγαλώσαμε, οπότε δε μας πείραζε να μην κόβουμε τα αγριολούλουδα. Μα το χωριό, που ξεβλαχεύτηκε με τέτοια βία, όφειλε, ως εκδίκηση, να βοσκίσει αν μη τι άλλο τον καθωσπρέπει ολόλευκο επιτάφιο.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet