Πώς θα μπορούσε ο ΣΥΡΙΖΑ να συνδυάσει την άσκηση εξουσίας με τη φωνή όσων δεν ακούγονται

 

Το ορόσημο των ερχόμενων ευρωεκλογών, αλλά πολύ περισσότερο τα κεντρικά διλήμματα που αναδύονται στην προοπτική των επικείμενων εθνικών εκλογών όποτε κι αν γίνουν, θέτουν ξανά το ερώτημα «με ποια Αριστερά;», αλλά πλέον και «με ποια προοπτική εξουσίας» από την Αριστερά. Γιατί κανείς μας δεν μπορεί ή δεν γίνεται να μιλάει εν κενώ, σαν μην έγινε τίποτα από το 2015 και μετά. Η διακυβέρνηση της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ερώτημα από μόνο του.
Μια πρόταση που κατέθεσε ήδη το κόμμα είναι η «Προοδευτική Συμμαχία», ένα σχήμα που μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ θα κατέλθει στις εκλογές με τη μορφή συμμαχίας με πολιτικούς φορείς και πρόσωπα που προέρχονται από το Κέντρο, αλλά και αυτό που θα ορίζαμε ως «χώρο του ΠΑΣΟΚ». Η όλη συζήτηση που ξέσπασε και μέσα στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ θέτει ξανά το ζήτημα της φυσιογνωμίας ενός αριστερού κόμματος, έρχεται όμως και ως αποτέλεσμα μιας εμφανούς κινητικότητας που προκάλεσε η αναγγελία του νέου σχήματος. Το ότι κάτι κινήθηκε αυτές τις ημέρες, έχει τη σημασία του αν αναλογιστούμε πόσο άνυδρο έγινε πολιτικά και ιδεολογικά το τοπίο από την προσπάθεια εφαρμογής του μνημονίου και μετά και από τις παράλληλες προσπάθειες αντιρρόπησης υπέρ της χειμαζόμενης κοινωνίας από τις κυβερνητικές πολιτικές των τελευταίων χρόνων.

Ωστόσο, είμαστε πάλι έτοιμοι να κάνουμε το ίδιο λάθος που επαναλαμβάνουμε μηχανικά -ελλείψει ίσως καλύτερων λαθών- πολλά χρόνια τώρα και σίγουρα μέσα στα χρόνια της κρίσης. Είμαστε έτοιμοι να τα κάνουμε όλα με τον παλιό, καλό, τρόπο. Να βρούμε τα νέα συνθήματα, να φτιάξουμε νέα ψηφοδέλτια, να προετοιμάσουμε τις απαντήσεις στον αντίπαλο. Όλα αυτά όμως λειτουργούσαν, όσο λειτουργούσαν, στον παλιό κόσμο. Αλλά ο παλιός κόσμος τελείωσε το 1989 με την ελληνική αριστερά να το κατανοεί έστω αργότερα, κάπου μεταξύ του 2010 και του 2012. Και το κλειδί αυτής της κατανόησης δεν ήταν τα καλά εκλογικά αποτελέσματα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ότι για πρώτη φορά ένα αριστερό κόμμα απευθύνθηκε στους πολλούς, στο ανώνυμο πλήθος θέτοντας ένα απλό, αλλά κρίσιμο ερώτημα: Πώς μπορεί να κυβερνηθεί ο τόπος, από ποιον και για ποιους;
Από το 2012 και μετά το ερώτημα παραμένει το ίδιο και επίκαιρο. Το ζήτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι αριστερή ή όχι, αν το καλοκαίρι του 2015 έγινε συμβιβασμός ή ήττα, ή πόσο αριστερό ή δεξιό είναι το πρόγραμμα δημοσιονομικής πειθαρχίας που ακόμα εφαρμόζεται ώστε να εξασφαλιστεί η αποπληρωμή του δημόσιου χρέους της χώρας. Στον προηγμένο καπιταλισμό της διεθνοποίησης των κεφαλαίων και των αγορών, οι κυρίαρχες πολιτικές που εφαρμόζονται προωθούν την ισχυροποίηση των κεφαλαίων και των αγορών. Τέτοιες παραδοχές δεν πρέπει να σε καθηλώνουν ούτε να σε στέλνουν στο αναχωρητικό μοναστήρι με τα παλιά κιτάπια της επανάστασης.
Πρέπει να σου θυμίζουν ότι η πολιτική δεν είναι μόνο το αντίκρισμα των κυρίαρχων πολιτικών ηγεμονίας, αλλά και η έκφραση συνθέσεων και συναινέσεων που διαρκώς γεννιούνται μέσα στις κοινωνίες ως απαντήσεις προς το δεδομένο και φαινομενικά αδιατάρακτο της κυριαρχίας.

Τομή με διεθνή αντίκτυπο

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα ελληνικό αριστερό κόμμα λογικά θα είχε μία και μόνο προφανή επιλογή: Να αποσυρθεί σε ένα χώρο που ελέγχει, προφανώς πολύ μακριά από την εξουσία, και να οργανώσει τον αγώνα του για την εγκαθίδρυση ενός νέου μοντέλου κυριαρχίας, του σοσιαλισμού στο μέλλον όταν θα το επιτρέψουν οι συνθήκες. Θεμιτό. Αλλά δεν λειτουργεί. Όχι μόνο γιατί αυτό το μοντέλο, αυτή η πολιτική - εργαστήριο του σοσιαλισμού τέλειωσε το 1989 στα ερείπια ενός δύστηνου αντιπαραδείγματος για τον ίδιο το σοσιαλισμό και τη δημοκρατία και κυρίως σε βάρος των ανθρώπων, αλλά περισσότερο γιατί δεν είχε καμία απάντηση να δώσει σε κανέναν όταν ξέσπασε η κρίση και στην Ελλάδα και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Για την απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ μέσα στην κορύφωση της κρίσης, το 2012, να διεκδικήσει την κυβερνητική εξουσία, έχουν ειπωθεί πολλά και θα ειπωθούν κι άλλα. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποσιωπηθεί η κεντρική τομή που επέφερε, τομή που είχε και έχει διεθνή αντίκτυπο: Την απεύθυνση στις μάζες, στον κόσμο, στον πολίτη, στο πλήθος. Το ότι ακόμα και σήμερα αυτή η επιλογή χαρακτηρίζεται από τους αντιπάλους του ως λαϊκιστική, δείχνει και την αποτελεσματικότητά της. Ας μην την μπερδεύουμε με την αποτελεσματικότητα των πολιτικών που εφάρμοσε τελικά η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Εκεί ο καθένας μας, ό,τι κι αν πει θα έχει το δικό του δίκιο. Γιατί ο κάθε πολίτης κρίνει από τα δικά του μέτρα, από το ταμείο του νοικοκυριού του, από τις ματαιώσεις, αλλά και από τα όνειρά του. Δική του υπόθεση. Και η εφαρμοσμένη πολιτική εξουσίας κρίνεται πάντα στις κάλπες από τη συνάθροιση πολλών τέτοιων προσωπικών υποθέσεων όλων μας.

Να ακούσουμε

Παρ’ όλα αυτά και ακριβώς όλων αυτών, το κύριο ερώτημα δεν έχει αλλάξει. Μετά το τέλος της παλιάς αριστεράς, με όσα κρατάμε ως κληροδότημα και όσα αφήνουμε στο ντουλάπι με τους σκελετούς, τι μπορεί να δώσει νόημα σε μια νέα Αριστερά; Νόημα και απαντήσεις θα δοθούν μόνο από εκείνη την Αριστερά που θα θελήσει να συνομιλήσει, να δώσει φωνή σε εκείνον και σε εκείνην που δεν έχει φωνή ή που δεν ακούγεται ποτέ η φωνή τους. Σε αυτούς που ζουν σιωπηρά σε αυτόν τον τόπο νιώθοντας διαρκώς, κάθε μέρα, το άτοπο και το μάταιο.
Η σύγχρονη αριστερά δεν είναι αυτή που θα τρέξει να δώσει απαντήσεις και σχέδιο σε όλον αυτόν τον κόσμο που ορίσαμε ως τους μη έχοντες φωνή. Όχι, είμαστε πιο πίσω κι από αυτό το παλιό πρόταγμα. Το «εμείς είμαστε καλύτεροι διαχειριστές από εσάς», δεν πιάνει γιατί κανείς δεν θέλει πια να ασχολείται με τους διαχειριστές.
Η σύγχρονη αριστερά πρέπει να ακούσει. Κι από αυτά που θα ακούσει να φτιάξει και το δικό της πρόγραμμα, αρχικά με την προοπτική να κυβερνήσει τη χώρα στο όνομα αυτών που θέλουν να μιλήσουν και στη συνέχεια και πάνω σε μια προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου παραδείγματος δημοκρατίας που ειδικά στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μοιάζει ζωτικό για το ίδιο της το παρόν και το μέλλον.
Το να ακούσεις σήμερα αυτούς που στην Ελλάδα και την Ευρώπη αναζητούν μια άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης και οικονομίας, μια άλλη μορφή συμμετοχής που θα προάγει την ισότητα, τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη, είναι εντέλει μια άλλη έκφραση του σύγχρονου και του μοντέρνου πολιτικού εγχειρήματος κι ας μοιάζει προσανατολισμένο στο μακρινό 1789 (γιατί υπάρχουν κι άλλα ορόσημα που τελειώνουν σε 89).

Ένα νέο πρόγραμμα

Ο ΣΥΡΙΖΑ, συνεπώς, δεν θα κριθεί στις ερχόμενες εκλογές από τις φόρμες που θα φτιάξει ώστε να προβάλλει το πρόγραμμά του και τους υποψηφίους του, παλιούς και νέους. Αν μείνει σε αυτό, θα γίνει ό,τι και οι αντίπαλοί του και θα σβήσει μαζί τους. Θα κριθεί αν πάνω στην εμπειρία του από τα χρόνια της κυβερνητικής του θητείας θα αρχίσει να διαμορφώνει και ένα νέο πρόγραμμα, αυτό που θα γράφουν με τα δικά τους λόγια πια -και τη δική τους συμμετοχή, προφανώς- εκείνοι οι πολλοί που άκουσαν το πρώτο του κάλεσμα μέσα στην κρίση.
Αυτή καθ’ αυτή η πολιτική όπως την ξέραμε δεν θα αλλάξει άμεσα, ούτε χρειάζεται να αλλάξει άλλωστε εκεί που έχει αποτέλεσμα. Οι ακτιβιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα κινήματα για την προστασία του περιβάλλοντος, οι εργαζόμενοι που συνδικαλίζονται, οι νέοι που φτιάνουν συλλογικές δράσεις, όλος αυτός ο κόσμος που δρα και κινείται, θα συνεχίσει και καλά θα κάνει, με αυτό που επέλεξε. Για ένα κόμμα της Αριστεράς όμως που θέλει να μετέχει στις μεγάλες αλλαγές των καιρών του, το στοίχημα είναι να πιάσει την ιστορία από την αρχή μαζί με αυτούς που θέλουν να συμβάλλουν στην αλλαγή.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα Project X, ένα βήμα προς τη δημιουργία ενός ανοιχτού κόμματος - σπείρα που μέσα στους κύκλους του θα μπορούν όσοι και όσες θα συμμετέχουν, ελεύθερα, να δίνουν με το δικό τους παράδειγμα και συμβολή, νόημα στις λέξεις και σχήμα στον κοινό αγώνα τους, με δείκτη επιτυχίας την ανανέωση της πίστης στη ζωή και τον άνθρωπο από όλους και όλες.

Φιλήμων Καραμήτσος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet